«Το νεκροταφείο είναι η μόνιμη κατοικία των φτωχών και των πλουσίων…»!

Δύσκολη ζωή έζησε, απ΄ το ξεκίνημά της. Στο Ορφανοτροφείο από βρέφος, μετά στους δρόμους για το μεροκάματο, σήμερα στα 43 του ακόμα ψάχνει να βρει το δρόμο…

Στο κοιμητήριο της Σορωνής, ο Θανάσης Αναγνώστου, ανοίγει τα μνήματα, και φυτεύει τα κυπαρίσσια, φροντίζει τις πικροδάφνες…

Δεν φοβάται εκεί μέσα, τους έξω φοβάται, λέει. Τόσα που πέρασε το φιλοσόφησε, σκέφτηκε ότι όλα είναι προσωρινά, και τα πλούτη και τα καλά. Μόνον ο θάνατος είναι μόνιμος και μόνο γι’ αυτόν αξίζει  να στενοχωριέται κανείς πραγματικά.

Όλοι γεννιούνται με κάποια χαρτιά. Και μετά μ΄ αυτά τα χαρτιά εξαρτάται εσύ πώς θα παίξεις. Άλλος στο Παρίσι από πλούσια οικογένεια, κι άλλος σ΄ ένα χωριό, φτωχό έχοντας επιπλέον προβλήματα. Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος ωστόσο μπορούν να ξεφύγουν πολύ από την αρχική κατάσταση. Τα υπόλοιπα, είναι οι εξαιρέσεις!

ΕΡ. Γιατί μεγαλώσατε σε Ορφανοτροφείο, από βρέφος;
Γεννήθηκα στα Μαριτσά από πατέρα Μαριτσενό και μάνα Κρεμαστενή. Όταν ήμουν βρέφος, με άφησαν στο Ορφανοτροφείο, στις καλόγριες, κι εμένα και τα άλλα τρία αδέλφια μου, ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Ο πατέρας μου, είχε μεταφερθεί στο ψυχιατρείο της Λέρου, είχαν  πάθει τα νεύρα του, η μάνα μας δεν μπορούσε, κι έτσι η Πρόνοια και ο δεσπότης ο Σπυρίδωνας, φρόντισε να μεταφερθούμε στο Ορφανοτροφείο. Στα έξι μου χρόνια, εμένα και τον αδελφό μου μας μετέφεραν στο Ορφανοτροφείο αρρένων, κι έτσι τα αδέλφια χωριστήκαμε μεταξύ μας.

ΕΡ.  Πώς ήταν η ζωή σας στο Ορφανοτροφείο;
Η ζωή στο Ορφανοτροφείο είχε και τα καλά και τα κακά. Τότε έπεφτε ξύλο. Μας έπιαναν από τη φαβορίτα και μας σήκωναν πάνω, κι έπεφτε και ξύλο με τη βίτσα αν γινόταν καμιά αταξία. Ήταν κι ένας πιο μεγάλος, ένας οικότροφος και με χτυπούσε εμένα με τα παπούτσια στα χέρια. Μου έλεγε να μην τον καρφώσω γιατί θα με πετάξει έξω από το μπαλκόνι. Κάποια στιγμή τα είπα για να προφυλάξω κι άλλα παιδιά. Όταν είδε ο διευθυντής τα χάλια που είχαν τα χέρια μου… Αυτός είχε παραβατική συμπεριφορά γενικά, έμπλεξε και με τα ναρκωτικά, δεν ζει τώρα, απλά το λέω γιατί το κουβαλάω μαζί μου.

ΕΡ.  Πότε φύγατε από εκεί;
Τελειώνοντας το δημοτικό δεν ξαναπήγα στο Ορφανοτροφείο. Τα καλοκαίρια μας έπαιρνε η μάνα μου και κάθε φορά μετά δεν ήθελα να ξαναγυρίσω μέσα. Κι έτσι εκείνη τη χρονιά δεν γύρισα, ήταν το 1985-86. Επειδή με πίεζε η μάνα μου να γυρίσω, 13 χρονών το ‘σκασα από το σπίτι της γιαγιάς μου,  κι έμεινα σε μια μάντρα με κατσίκια και πρόβατα. Την ημέρα ανέβαινα στο βουνό να μην με βρουν και το βράδυ κατέβαινα να κοιμηθώ στη μάντρα.

ΕΡ.  Πιο καλά ήταν με τα ζώα;
Έμ, τι, πιο καλά. Δεν μ΄ ενοχλούσε κανένας, οι άνθρωποι μ΄ ενοχλούσαν. Τα αγαπάω τα ζώα, όποιο βρω το μαζεύω. Ένας νοικοκύρης με είδε παιδάκι μικρό, μου λέει «σε ψάχνουνε, σε ζητά η αστυνομία, γύρνα πίσω…». Σκέφτηκα να αυτοκτονήσω τότε. Δεν το ‘κανα, γύρισα στη γιαγιά μου, στην Κρεμαστή.

ΕΡ.  Και ξεκινήσατε τα μεροκάματα!
Καθάριζα ένα μαγαζί, ένα μαραγκούδικο ή βοηθούσα ένα χασάπη στα ζώα του για να μου βάζει ένα πιάτο φαΐ. Έτυχε να κρεμούν οι γυναίκες κάτι  ψωμιά για τις πούλες (κότες) και τα ‘πιανα και τα ‘τρωγα, για να μην κλέψω. Κι αν καμιά φορά τύχαινε κι έβρισκα λίγο λάδι και λίγη ζάχαρη, βουτούσα το ψωμί και δεν ήθελα τίποτα άλλο.

Αργότερα δούλεψα στις οικοδομές και μέχρι σήμερα δουλεύω με τα ξαδέλφια μου, από τη Σορωνή. Είναι και μια γυναίκα από τη Σορωνή που τη λέω μάνα, η Πάντιμη που μου ‘δωσε και μένω ένα σπίτι, καμαρικό.  Υπηρέτησα στις Ειδικές Δυνάμεις στην Κάλαθο, στους βατραχανθρώπους, έκατσα δυόμισι χρόνια στο μοναστήρι στο Θάρρι κι έχτιζα, πήγα στα Λάερμα  σε φυλάκια, σε περιπολίες γιατί εκπαιδεύτηκα ως δασοκομάντο, στο Μεγάλο Πεύκο …

Αλλά το δρόμο μου δεν το βρήκα στη ζωή. Δεν υπάρχει μέριμνα ώστε παιδιά με κακή παιδική ζωή, που ζουν στο δρόμο, να τους βρίσκουν μια δουλειά, να δίνουν μια ευκαιρία. Μεγάλωσα στο δρόμο, αλλά δεν έκλεψα, αλήτης δεν έγινα.

ΕΡ.  Δουλεύετε και στο κοιμητήριο της Σορωνής, ανοίγετε τάφους, αλλά περιποιείστε και όλο το κοιμητήριο, έχετε φυτέψει κυπαρίσσια, πικροδάφνες… λένε τα καλύτερα για εσάς!
Βοηθώ σε όλα, θέλω να τα βλέπω περιποιημένα, και να φυτεύω και να φροντίζω. Στο κοιμητήριο μέσα λέω: «Εδώ, μη φοβάσαι τίποτα, κάτω να φοβάσαι, στην πόλη, στους ζωντανούς»…  

ΕΡ. Τι λέτε γι αυτή τη ζωή, σας φέρθηκε άδικα  από την αρχή;
Ξέρεις τι κατάλαβα εγώ; Ότι αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα.  Και πως ό,τι και να κάνεις, τα πλούτη είναι προσωρινά. Όλα μια ημερομηνία λήξης έχουν. Ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός και μετά πεθαίνει πάλι γυμνός. Όταν πέσεις μέσα στο λάκκο, δεν έχει τίποτα. Στο κοιμητήριο των Μαριτσών, απ΄ έξω, έχει μια ταμπέλα. Ξέρεις τι γράφει; «Εδώ είναι η μόνιμη κατοικία των φτωχών και των πλουσίων…»!...