Η δική μου Κάσος…

Γράφει ο Μηνάς Βιντιάδης στο περιοδικό «Παγκάκι»

«Τι είναι η Κάσος για σένα», με ρωτούν συχνά.

Τι είναι; Η πατρίδα μου. Το δεύτερο που μπορώ να πω είναι πως η Κάσος είναι εκείνο το παράξενο σκηνικό σε ένα έργο που ο καθένας καλείται να παίξει. Στα εκατομμύρια των ανθρώπων που γεννιούνται, ο ένας στην έρημο Σαχάρα, ο άλλος στον Αμαζόνιο, ο άλλος στο πεδίο μιας μάχης, εγώ μεγάλωσα σε ένα νησί κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.

Τα έθιμα είναι συγκεκριμένα, οι μουσικές, οι μυρωδιές, η λύρα, το λαούτο, οι ναυτικοί που λείπουν κι έρχονται και λένε ιστορίες, τα παιχνίδια, τα παιχνίδια που ανακαλύπταμε αυτοσχεδιάζοντας στα χωράφια, οι ώρες τις μοναξιάς, οι ώρες που λερώνεις τη φανέλα παίζοντας μπάλα 7-8 ώρες την ημέρα. Και μετά; Μετά βρίσκεσαι ξαφνικά στην πόλη έχοντας πάρει την απόφαση να κάνεις κάτι. Να γίνεις δημοσιογράφος, να γίνεις πολιτικός μηχανικός ή γιατρός εμένα υπήρχε πάντα η επιθυμία να γράψω, να εκδώσω θέατρο και λογοτεχνία.

Νομίζω, εν τέλει, πως η Κάσος είναι η έμπνευσή μου. Όλα αυτά που με ζύμωσαν πάνω της. Οι μουσικές της ή η μοναξιά της για παράδειγμα έχτισαν τη συμπεριφορά μου σήμερα. Ως άνθρωπος και ως δημιουργός, αν μπορώ να πω μια τόσο βαριά λέξη για τον εαυτό μου, όσα κάνω σήμερα έχουν σχέση με αυτή την παιδική ηλικία που είχα στο νησί μου...

Τι πρέπει να ξέρετε για το νησί μου…
Αν ως Κασιώτης που λατρεύει τη γη του έπρεπε να σας μιλήσω μόνο για ένα προτέρημα του νησιού μου, δεν θα το σκεφτόμουν καθόλου: θα έλεγα οι άνθρωποι.

Τι ξεχωριστό έχουν αυτοί οι 900 μόνιμοι κάτοικοι και οι άλλοι 2.500 που έρχονται κάθε καλοκαίρι από Αθήνα, Ρόδο, Αμερική και Αυστραλία στον τόπο τους, να ανοίξουν τα σπίτια τους και να δουν φίλους και συγγενείς;

Είναι κάτι παραπάνω από φιλόξενοι με τους επισκέπτες, νιώθουν ότι είναι τιμή τους που διάλεξες να πας στον τόπο τους και όχι σε κάποιο άλλο νησί με καλύτερη και πιο εύκολη πρόσβαση, δέντρα, αναρίθμητες παραλίες, πιο φθηνό αεροπορικό εισιτήριο, εστιατόρια με σούσι, θορυβώδη μπαρ ή πολλά μουσεία με σπάνια εκθέματα.

Τα δυνατά –και αδύνατα, για κάποιους απαιτητικούς– σημεία της Κάσου είναι πολλά, με πρώτο και καλύτερο την οικειότητα που εμπνέει. Σύντομα θα νομίζεις ότι τους ξέρεις όλους. Όσους συναντάς θα σε καλημερίζουν, θα σε κερνάνε, θα σε οδηγούν όπου θέλεις να πας, θα σου εξηγούν ό, τι δεν καταλαβαίνεις. Είναι ακόμα η μοναδική κουζίνα της που έχουν υμνήσει κορυφαίοι σεφ.

Ντολμαδάκια, μακαρούνες με τη σιτάκα (γαλακτοκομικό προϊόν για τους αμύητους), ροΐκιο (κάτι σαν σταμναγκάθι, αλλά εμείς το κάνουμε πιο νόστιμο), πιλάφι σουπιάς, σκάροι πλακί, πολλά φρέσκα και μεγάλα ψάρια, θαλασσινά και άλλα πολλά.

Στα τρία μεγάλα χωριά του νησιού –την Αγία Μαρίνα, το Φρυ και το Αρβανιτοχώρι– λειτουργούν πάνω από δέκα εστιατόρια. Σε όλα θα φάτε καλά και όλα σερβίρουν κασιώτικα πιάτα.

Είναι τα πανηγύρια της, που είναι για γύρισμα ντοκιμαντέρ και αποθέωση της φιλοξενίας. Εκτός από το νόστιμο φαγητό που θα δοκιμάσετε, εδώ θα μάθετε να χορεύετε κασιώτικη σούστα, θα ακούσετε 72 διαφορετικούς σκοπούς από τις λύρες και τα λαούτα, κι όλα αυτά δωρεάν.

Τον Ιούλιο της Αγίας Μαρίνας, τον Αύγουστο του Χριστού, της Παναγίας και του Αγ. Φανουρίου, τον Σεπτέμβριο πολλά για τους «έξυπνους» και τυχερούς που θα επιλέξουν να έλθουν τότε. Στα τρία μπαράκια του νησιού θα πιείτε το ποτό σας, αλλά θα παραγγείλετε και τη… μουσική σας.

Αν αποφασίσετε να έρθετε…

Υπάρχουν αρκετά μικρά και φιλόξενα ξενοδοχεία, με λογικές τιμές. Άλλα παραδοσιακά, άλλα πιο μοντέρνα. Προσοχή: η ζήτηση είναι μεγάλη.

Κλείστε εγκαίρως, δείτε τα δωμάτια στο διαδίκτυο, ρωτήστε για το τι προσφέρουν. Μπάνιο θα κάνετε παντού, αλλά επιβάλλεται οπωσδήποτε μία ή και περισσότερες βουτιές στο Λιβυκό πέλαγος, στην άλλη πλευρά της Κάσου, στην παραλία Χέλατρος, όπου τα νερά είναι καταπράσινα, πλούσια σε ψάρι για τους ψαροτουφεκάδες, και η φίλη μου η Μαίρη στην καντίνα φτιάχνει ωραία πιάτα.

Επισκεφτείτε το νησάκι Αρμάθια, μία από τις ωραιότερες παραλίες της Μεσογείου, με καραβάκι που κάνει συχνά δρομολόγια. Κι ακόμα, το Λαογραφικό και το Ναυτικό Μουσείο, στο λιμάνι – ειδικά το δεύτερο, που φιλοξενεί μία από τις καλύτερες ιδιωτικές συλλογές για τη ναυτοσύνη, χάρη στον καπετάνιο Αντώνη Χατζηπέτρο.

Τι μ’ άρεσε το φετινό καλοκαίρι…

Μ’ άρεσε που ήμουν μόνος σ’ ένα σταύλο του 1824, που φύτεψα αυτό το καλοκαίρι μια αλόη, ένα γεράνι κι ένα ινδικό φούλι ακούγοντας Καστα Ντίβα με την Καλας, που έπινα τον εσπρέσο μου με λασπωμένα χέρια, που έκανα βουτιές σε μια ερημική παραλία με το υπέροχο όνομα Κατάρτι, που διάβασα τη "Λετισιά" του Ζαμπλονκά πριν δω τον κόκκινο ήλιο να μ αποχαιρετάει, που έγραψα αρκετές σελίδες για το καινούργιο μου μυθιστόρημα, που η γειτόνισσα μου η Νιανιά μου εφερε ένα κομμάτι σπανακόπιτα ψημμένη σε νησιώτικο φούρνο, που άκουγα τα πρόβατα να βελάζουν, τον γαϊδαρο να γκαρίζει και την αγελάδα στο από κάτω χωράφι, που τη λένε Κλαρα, να μιλάει στο φεγγάρι πριν κοιμηθεί...

Μ’ άρεσε που δεν ήξερα που θα πάω το βράδυ, ποιός μου λείπει, τι θα ήθελα ν αλλάξω, τι φοβάμαι…

……………………………………………………

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Μηνάς Βιντιάδης γεννήθηκε στο Πορτ Σάιντ, μεγάλωσε στην Κάσο και από την εφηβεία του ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε για σχεδόν τριάντα χρόνια στα «ΝΕΑ» και στην Ελληνική Ραδιοφωνία, έχει γράψει πέντε βιβλία που έχουν εκδοθεί και έργα που έχουν ανέβει σε θεατρικές σκηνές.
Από ένα παιχνίδι της μοίρας δεν εγκαταστάθηκε στα εννιά του στα Άσπρα Σπίτια…