Εκείνο έτσι είναι

Του Κυριάκου Κώστα*

Σαν το κρύο αγιάζι που προσδοκά να μπει μέσα από την καμινάδα ή από τις χαραμάδες κάτω από τις πόρτες του σπιτιού μας πλησιάζει και πάλι εκείνη η εποχή που κάθε χρόνο με ωθεί να διαβάσω για πολλοστή φορά το πασίγνωστο βιβλίο της Μαρίας Ιορδανίδου, "Λωξάντρα".

Είναι γενικά κάποιες θύμησες που έρχονται και φεύγουν βιαστικά από τη σκέψη, αφήνοντας πίσω τους ένα συνονθύλευμα από γλυκόπικρες γεύσεις.
Αφορά κυρίως τους πολύ αγαπημένους μας ανθρώπους που δεν βρίσκονται πια κοντά μας είτε επειδή μάς χώρισε ο θάνατος από αυτούς είτε επειδή η αγάπη μας γι' αυτούς δεν αποδείχθηκε άφθαρτη στον χρόνο.

Είναι το φθινόπωρο, διάρκεια κατά την οποία αντικρίζουμε ένα είδος ομορφιάς εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συναντάμε τις υπόλοιπες εποχές. Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε "Η Ωραιότητα του Θανάτου", αν δεν βρίσκαμε μακάβριο τον τίτλο αυτό. Ωστόσο, εάν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, διατηρώντας συνάμα μια μικρή (ίσως και μεγάλη) νότα ρομαντισμού μέσα μας, θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε - να αγνοήσουμε οι πιο θαρραλέοι - τη λεπτομέρεια της απόλυτης φρικαλεότητας που δημιουργεί η εικόνα του θανάτου και να συμφωνήσουμε πως μέσα από τα κόκκινα, τα πορτοκαλί, τα καφετιά, τα χρυσαφένια και τα καστανά χρώματα των ξερών φύλλων που απλώνονται στην άσφαλτο ή στους χωματόδρομους, έχουν και αυτά τη γοητεία τους· στολίζουν και αυτά τη φύση και χαρίζουν μιαν ευεξία σε όσους ξέρουν να εντοπίζουν την ομορφιά όταν αυτή εμφανίζεται μπροστά τους.

Ο λογισμός μου εξακολουθεί να συντροφεύει την αείμνηστη Λωξάντρα. Μάλιστα καθώς ετοιμάζομαι να απολαύσω τον απογευματινό μου καφέ μαζί με το καθιερωμένο γλύκισμα, η χαρακτηριστική σκηνή κατά την οποία η συγγραφέας μάς περιγράφει τη γιαγιά της Λωξάντρα να επισκέπτεται τα μνήματα των συγγενών - προγόνων της έρχεται στο μυαλό· ή μάλλον, οι λέξεις της Λωξάντρας - που αναδημοσιεύω ακριβώς πιο κάτω - ηχούν μέσα μου:
"Εκείνο έτσι είναι" μας εξηγεί η Λωξάντρα καθώς κάθεται στο παγκάκι κάτω από το μεγάλο κυπαρίσσι στο κοιμητήριο, και συνεχίζει λέγοντας: "όσο ζεις, ο τόπος σου είναι το σπίτι σου. Άμα πεθάνεις, ο τόπος σου είναι εδώ. Έτσι ήταν, είναι και θα είναι. Γιατί το κάθε τι έχει την ώρα του και τον τόπο του".

Τα λόγια αυτά παραμένουν χαραγμένα στην μνήμη μου γιατί είναι λόγια που περιγράφουν με αλήθεια την πραγματικότητα. Με χαμόγελο στα χείλη τα αναθυμούμαι τα λόγια αυτά κάθε χρόνο τέτοια εποχή που το καλοκαίρι έχει ξεθωριάσει, ξεψυχάει και παραχωρεί ασθενικά τη θέση του στο φθινόπωρο. Είναι οι μέρες που αντιλαμβάνομαι πως πλέον θέλω να ντύνομαι με κάπως πιο χοντρά ρούχα και τις νύχτες πριν πλαγιάσω κρατώ μια νοερή σημείωση: "Το Σάββατο που θα αλλάξω πάλι τα σεντόνια, να θυμηθώ να στρώσω τα βαμβακερά, τα χειμερινά".

Είναι οι μέρες που με τον καφέ μου αναζητώ κουλουράκια σμυρνέικα και που με ενθουσιασμό συνειδητοποιώ ότι πλησιάζει η γιορτή του Αποστόλου Ανδρέα και θα φάμε ξανά, ύστερα από έναν χρόνο, μαντινάδες, τακκάκια και ξεροτήγανα με το καρύδι και το ντόπιο θυμαρίσιο μέλι. Είναι οι στιγμές που φαντάζομαι ότι από μια γωνιά θωρώ την αγαπημένη Λωξάντρα καθώς κάθεται στο παγκάκι, κάτω από το κυπαρίσσι και βάζει -όπως μας περιγράφει η συγγραφέας - στο στόμα της πρώτα έναν ντολμά και στη συνέχεια άλλους δυο. Ντολμάδες γιαλαντζί, μας εξηγεί η Λωξάντρα, που έμαθε να τους φτιάχνει από τη δική της γιαγιά, την κυρά Ζωίτσα, μας λέει καθώς την μνημονεύει, και τρώει τους ντολμάδες από κληματόφυλλα, δυόσμο και κρεμμύδι. "Γιατί ο γιαλαντζί-ντολμάς θέλει δυόσμο. Εκείνο έτσι είναι. Αν δεν έχεις δυόσμο και πολύ κρεμμύδι, καλύτερα μην κάνεις γιαλατζί ντολμά" της έλεγε η κυρά Ζωίτσα.

Οι εικόνες αυτές διαδραματίζονται μέσα στο κοιμητήριο, στην αγαπημένη Πόλη, σε μιαν άλλη εποχή, περασμένη κι αυτή όπως πολλά άλλα που βρήκαν την καινούρια θέση τους πάνω σε κάποιο σκονισμένο ίσως ράφι του παρελθόντος.
Ποιος ξέρει; Ίσως ο θάνατος να μην είναι απαραίτητα το τέλος αλλά να συμβολίζει μια καινούρια αρχή. Σάμπως δεν είναι μέρος της ζωής και δαύτος; Το βέβαιον είναι ότι, η Ομορφιά εξακολουθεί να βρίσκει τη θέση της μέσα στην υπόσταση της ύπαρξης αλλά και της Ανυπαρξίας. Διότι "εκείνο, έτσι είναι. έτσι ήταν, είναι και θα είναι. Γιατί το κάθε τι έχει την ώρα του και τον τόπο του".

* Ο Κυριάκος Κώστας - όνομα Κυριάκος, επίθετο Κώστας (απαντά όμως και στα δύο) - γεννήθηκε το 1973 στις ΗΠΑ και ζει μόνιμα στη Ρόδο. Σπούδασε τουριστικά επαγγέλματα και ξένες γλώσσες στην Ελβετία και έχει εργαστεί στη Ρόδο και σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Ανέκαθεν του άρεσε να διαβάζει, κυρίως μυθιστορήματα και ποιήματα.
Τον Δεκέμβριο του 2017 συμμετείχε στο διαγωνισμό μικροδιηγήματος (100 λέξεις σε 24 ώρες) που διοργάνωσαν το περιοδικό Fractal και η Ανοιχτή Βιβλιοθήκη και το διήγημά του διακρίθηκε από την κριτική επιτροπή ως ένα από τα 50 καλύτερα ανάμεσα σε περίπου 1.300.
Όνειρό του είναι να καλλιεργήσει στο έπακρο την αγάπη του για τη λογοτεχνία και να ανακαλύψει ποιες είναι οι δυνατότητές του στη συγγραφή.

Μέσα στο 2018 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων, από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή.
Αγαπάει τη φύση και του αρέσει να περπατά στα βουνά της περιοχής όπου διαμένει, ανάμεσα στο πευκοδάσος, αλλά και να περνά άπλετο χρόνο στην παραλία αγναντεύοντας το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Είναι ένας άνθρωπος μοναχικός, αν και αγαπάει πολύ τους συνανθρώπους του. Ευαίσθητος, συχνά δύσθυμος, κρύβεται πολλές φορές πίσω από ένα χαμόγελο ή και ένα ξέσπασμα γέλιου. Ταξιδεύει συνεχώς μέσα από τη μουσική και χάρη στη δύναμη της φαντασίας αλλά και των αναμνήσεων, άλλοτε ζει μέσα σε ένα νοσταλγικό παρελθόν και άλλοτε σε έναν ιδανικότερο για τον ίδιο κόσμο.
Παρακολουθεί σεμινάρια δημιουργικής γραφής, μαθήματα πιάνου και διαθέτει μια άσβεστη δίψα για γνώση.