Τεράστιο το κόστος της αδυναμίας  εξόδου στις αγορές


Του
Γιώργου Κύρτσου
ευρωβουλευτή

 

Ο υπουργός Οικονομικών κ. Τσακαλώτος θεωρεί ότι η αδυναμία εξόδου του ελληνικού Δημοσίου στις αγορές, με λογικούς όρους, δεν έχει μεγάλη σημασία. Κατά την άποψή του οι Ευρωπαίοι εταίροι και πιστωτές έχουν καλύψει τις ανάγκες δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, επομένως δεν παίζει ρόλο αν θα βγούμε στις αγορές στο άμεσο μέλλον ή αργότερα λόγω της ιταλικής αναταραχής. Οι υπολογισμοί του είναι και αυτή τη φορά λάθος.

Αρνητικά μηνύματα
Η αδυναμία του ελληνικού Δημοσίου να βγει στις διεθνείς αγορές για να καλύψει τις ανάγκες χρηματοδότησής του με ανταγωνιστικούς όρους, στέλνει λάθος μηνύματα σε όλους τους ενδιαφερόμενους. 

Πρώτον, δείχνει ότι το Δημόσιο θα δανείζεται, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, με πολλαπλάσιο επιτόκιο από αυτό που του εξασφάλιζε το δανειακό πρόγραμμα. Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση του χρέους θα απορροφά συνεχώς μεγαλύτερα ποσά επιδεινώνοντας την οικονομική και δημοσιονομική προοπτική και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια νέα κρίση αξιοπιστίας.

Δεύτερον, ο κ. Τσακαλώτος επικαλείται την ιταλική αναταραχή αναδεικνύοντας άθελά του την έλλειψη σωστής προετοιμασίας από την πλευρά της κυβέρνησης Τσίπρα και τα προβλήματα στην οικονομική πολιτική που εφαρμόζει.  

Άλλες χώρες που είχαν ενταχθεί σε πρόγραμμα-μνημόνιο ή αντιμετώπισαν ανάλογες καταστάσεις χρηματοδοτούνται στις διεθνείς αγορές με καλούς όρους. Το επιτόκιο για το δεκαετές ομόλογο της Ιρλανδίας είναι κάτω από το 1%, για το δεκαετές ομόλογο της Ισπανίας είναι λίγο πάνω από το 1,5% και για της Πορτογαλίας κάτω από το 2%. Το επιτόκιο για το ελληνικό δεκαετές ομόλογο κυμαίνεται μεταξύ 4,1% και 4,4% δείχνοντας τη διαφορά στην κατάσταση και στην προοπτική της ελληνικής οικονομίας. 

Ουσιαστικά είμαστε η μόνη χώρα της Ευρωζώνης την οποία πιέζουν τόσο πολύ οι αγορές συνδέοντάς την με την ιταλική αναταραχή η οποία μπορεί να κρατήσει μήνες ή και να εξελιχθεί σε ανοιχτή κρίση.

Ούτε επενδύσεις, ούτε ανάπτυξη
Η αδυναμία του ελληνικού Δημοσίου να βγει στις αγορές οδηγεί τους ενδιαφερόμενους επενδυτές στο συμπέρασμα ότι δεν έχει σταθεροποιηθεί πλήρως η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και πως το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι και θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα.

Έχουμε λοιπόν έναν συνδυασμό σχετικά μεγάλου ρίσκου για τη χώρα, υψηλών επιτοκίων και έλλειψης επαρκούς χρηματοδότησης.

Προφανώς δεν είναι αυτό το επιχειρηματικό, επενδυτικό κλίμα το οποίο χρειαζόμαστε για να υπάρξουν νέες επενδύσεις και να δημιουργηθούν δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες καλά αμειβόμενες νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης.

Άλλωστε η μεταφορά της έδρας της τσιμεντοβιομηχανίας «Τιτάν» στις Βρυξέλλες κυρίως για λόγους ευνοϊκότερης χρηματοδότησης και τα ρεπορτάζ έγκυρων οικονομικών εφημερίδων - χαρακτηριστικό το παράδειγμα της γερμανικής Handelsblatt - για τη συνεχιζόμενη φυγή επιχειρήσεων από την Ελλάδα παρά την επίσημη έξοδο από το πρόγραμμα-μνημόνιο, συμπληρώνουν την αρνητική εικόνα. 

Εάν η κυβέρνηση είχε εξασφαλίσει με την πολιτική της τη δυνατότητα στο ελληνικό Δημόσιο να καλύπτει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες από τις διεθνείς αγορές με ευνοϊκά επιτόκια θα είχαμε κλίμα οικονομικής σταθερότητας θετικό για τις επιχειρήσεις και για νέες επενδύσεις και όλα θα ήταν λιγότερο δύσκολα και πιο δημιουργικά. 

Δυστυχώς τα λάθη και οι παραλείψεις του κ. Τσίπρα, του κ. Τσακαλώτου και των συνεργατών τους μας έχουν στερήσει και αυτή τη δυνατότητα.