Τα ξυπόλητα παιδιά του πολέμου

Γράφει ο
Κυριάκος Μιχ. Χονδρός

Όταν το Σεπτέμβριο του 1943 η Ιταλία αναγκάστηκε να υπογράψει ανακωχή με τους συμμάχους, κι αφού έγινε η αποπομπή του Μουσολίνι, οι  Γερμανοί κινήθηκαν  για την κατάληψη των νησιών της Δωδεκανήσου.  Κατέλαβαν αρχικά τη Ρόδο και συνέλαβαν τον Καμπιόνι. Κατάφεραν στη συνέχεια να πάρουν τα νησιά Κω και Λέρο, μετά από μάχες κατά των Βρετανών και μέχρι τις 22 Νοεμβρίου κατέλαβαν όλα τα νησιά. Τα νησιά παρέμειναν υπό τον έλεγχο του Γερμανού διοικητή Ούρλιχ Κλέεμαν μέχρι το Σεπτέμβριο του 1944 και στη συνέχεια πέρασαν υπό τον έλεγχο του Όττο Βάγκενερ. Λίγες μόλις μέρες μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, δόθηκε εντολή για την παράδοση των γερμανικών δυνάμεων. Έτσι στις 8 Μαΐου 1945, ο Βάγκενερ υπέγραψε τη συνθήκη παράδοσης των νησιών στους Άγγλους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της Ιταλο-Γερμανικής Κατοχής, ο λαός της Δωδεκανήσου γνώριζε φοβερή πείνα και γενική  εξαθλίωση.

Στο σημερινό μας ταπεινό άρθρο, δεν θα επαναλάβουμε, τα όσα βίωσε ο Δωδεκανησιακός λαός αυτή τη μαύρη περίοδο. Θα αναφερθούμε όταν οι «σύμμαχοι» και «φίλοι» Βρετανοί είχαν στη κατοχή τους τα νησιά της Δωδεκανήσου. Μια λιμοκτονία που συνεχίστηκε και στα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η ιστορία, και κάθε ιστορικό γεγονός γράφεται από τους ανθρώπους που βίωσαν τα γεγονότα και όχι με επαναλήψεις και με μυθεύματα ή με υπερβολές. Γι αυτό και ανατρέψαμε στους αφανείς ήρωες εκείνης της περιόδου, οι οποίοι δεν μπορούν να λησμονήσουν τις πιο μαύρες μέρες κατά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι αφηγήσεις τους είναι τόσες πολλές και κυρίως τόσο συγκλονιστικές, που χρειάζεται πολύς χώρος σε εφημερίδα, ακόμα και σε βιβλία για να καταγραφεί.

Ένας από αυτούς τους ανθρώπους μου είχε πει: «Μάθαμε πως μαγείρεψαν γάδαρο με κουκιά. Στήθηκε και εγώ με μια καραβάνα στην ουρά για να πάρω την τροφή που θα έτρωγε όλη μου η οικογένεια. Αλλά μόλις ήρθε η σειρά μου τελείωσε το φαγητό».
Άλλος που δήλωσε: «Ο πατέρας μου αναγκάστηκε παρά τη θέλησή του να προσφέρει ένα ασημένιο ρολόι τσέπης με καδένα για μισή κολοκύθα».

Και ένας ακόμα:  «Την αδερφή μας την δώσαμε σε ένα φούρναρη για να μπορεί να φάει ένα κομμάτι ψωμί».
Επί Βρετανικής Κατοχής, οι Καλύμνιοι, μεταφέρθηκαν, αρχικά στο Βαθύ της Σάμου, στη συνέχεια πήγαν στη Κάρπαθο στον δεύτερο Κάμπο, για να καταλήξουν τελικά στη πρωτεύουσα της Δωδεκανήσου.
Οι Καστελλοριζιοί, βλέποντας πως το νησί τους ήταν εντελώς κατεστραμμένο μετανάστευσαν για Αυστραλία, Αμερική και σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Επίσης και άλλοι νησιώτες περίπου τον ίδιο δρόμο διάλεξαν.
Στη Ρόδο, λοιπόν οι Δωδεκανήσιοι ρακένδυτοι, φτωχοί,  χωρίς καμιά προοπτική για τη ζωή τους και το άμεσο μέλλον τους, αντιμετώπισαν και το ρατσισμό. Ένας αριθμός μαθητών δημοτικού σχολείου, εγγράφεται πότε στο ένα σχολείο και πότε στο άλλο.
Οι εσωτερικοί μετανάστες, οι πρόσφυγες, που ενώθηκαν με τους άλλους πρόσφυγες της Μικράς  Ασίας (που και αυτοί δεν είχαν αποκατασταθεί), εγκαταστάθηκαν αρχικά στο Ορφανοτροφείο Αρρένων στη περιοχή Ακαντιάς. Από εκεί τους μεταφέρουν στο κτίριο που αργότερα θα στεγαστεί η Σχολή Χωροφυλακής και σήμερα το πανεπιστήμιο Αιγαίου, για να καταλήξουν τελικά σε τούνελ στα προσφυγικά του Αγίου Δημητρίου.
Στις αίθουσες της άλλοτε Σχολής Χωροφυλακής οι οικογένειες χωριζόντουσαν με ένα σεντόνι από τοίχο σε τοίχο. Στα προσφυγικά μέσα σε ανθυγιεινά τούνελ, με μια τουαλέτα για όλους τους άνδρες και μια για τις γυναίκες. Το φαγητό προσφερόταν με συσσίτιο ξηράς τροφής.

Οι πρόσφυγες από τα νησιά, μετά από λίγα χρόνια άρχισαν να εγκαταλείπουν αυτούς τους χώρους και να αναζητούν άλλες κατοικίες. Κατοίκησε ένας σημαντικός αριθμός στη Μεσαιωνική Πόλη που τότε λεγόταν Παλιά Αγορά. Όμως η φτώχεια, τους ακολουθούσε. Μέσα σε κατεστραμμένα από τον πόλεμο και το χρόνο «σπίτια» οι άνθρωποι τρύπωσαν κυριολεκτικά, δέκα – δέκα ή πέντε – πέντε μαζί.
Κάτοικοι της Παλιάς Πόλης, μας περιγράφουν κάτω από ποιες συνθήκες μεγάλωσαν.        

Ξυπόλητα παιδιά, δεν γνώρισαν ποτέ παιχνίδι. Δεν γνώρισαν ελεύθερες ώρες και απολαύσεις που έζησαν τα παιδιά από τη δεκαετία του 1960 και μετά. «Οι φτέρνες των ποδιών μου είχαν ανοίξει και όταν είχε κρύο ή έκαιγε η γη, λαχτάριζα από το πόνο» μου διηγείται φίλος που δεν ξεχνά τα παιδικά του χρόνια και συνεχίζει: «Ρώτησα τη μητέρα μου γιατί άνοιξαν τα πόδια μου και εκείνη που απάντησε, είναι επειδή μεγαλώνουν τα πόδια σου παιδί μου».  

Ξυπόλητα παιδιά, για να βοηθήσουν τις οικογένειές  τους, αναλάμβαναν εργασίες ασύμβατες με την ηλικία τους. Πάλεψαν, όσο μπορούσαν και όπως μπορούσαν, τα περισσότερα δεν πήγαν σχολείο και έκαναν δουλειές του ποδαριού. Προσπαθούσαν να πιαστούν από μια αχτίδα φωτός, από κάποια ελπίδα, για να επιβιώσουν.
Μπορεί κανείς να καταγράψει ένας πλήθος επαγγελμάτων νεαρών παιδιών, τα οποία έπρεπε να φέρουν με επιτυχία όσα αναλάμβαναν γιατί ακολουθούσε βία και ξυλοδαρμός στο  σπίτι.
Αλλά και όσοι πήγαν στο σχολείο και στο υπόλοιπο του χρόνους δούλευαν, είχαν την ίδια κακή μεταχείριση.

«Πήγα μέχρι την Τετάρτη Δημοτικού. Το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ σε καφενείο. Ένα βράδυ μπαίνουν στο μαγαζί που δούλευα  δυο δάσκαλοί μου. Χάρηκα που τους είδα και έτρεξα να πάρω παραγγελία. Δυο καραφάκια ούζο και μεζεδάκια. Λέω στο αφεντικό μου μην τους πάρεις λεφτά, κράτησε τα από το μισθό μου. Την άλλη μέρα ο ένας από τους δυο δασκάλους με φωνάζει και μπροστά στα άλλα παιδιά μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι που πόνεσα πολύ.

Ποιο πολύ πόνεσα γιατί πήρα ένα σπάνιο μάθημα, που δεν το ξεχνώ ποτέ».
 Αν ρωτήσεις αυτά τα  χθεσινά παιδιά, που σήμερα είναι παππούδες,  τι τους άφησε ο πόλεμος, θα σου απαντήσουν, φρίκη, φτώχεια, ταπείνωση, θάνατο. Ρατσισμός, κτίρια γκρεμισμένα, προσφυγιά, πείνα. Ορφάνια. Αυτές οι εικόνες του χαμού και του ολέθρου αποτελούν ανεπούλωτες πληγές.
Αυτά ας τα ακούσουν όσοι ετοιμάζονται για τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ή μήπως άρχισε;