Στον Παλερημνιώτη της Σύμης

Του
Γιάννη Αντ. Χειλά
Δασκάλου
Υπεύθυνου Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου
στο kalymnos-news.gr

 

Άη – Νικόλας, ο άγιος όλων των θαλασσινών, των «χειμαζομένων εν τοις πελάγοις». Σε κάθε λιμάνι δεσπόζει η μεγαλόπρεπη εκκλησιά του, σε κάθε κόρφο κι ένα ξωκκλήσι κατάγιαλα, θαμμένο στον ασβέστη, να το χτυπάει το κύμα. Εκεί βρίσκει απάγκιο η πίστη κι η ελπίδα. Και η εκόνα του  «...εικόνα πραότητος» στη γέφυρα του πλεούμενου, στο κασελί – μπαούλο του αρμενιστή,  του σφουγγαρά. Πλάι της κι άλλες εικόνες, του προστάτη άγιου της ενορίας και του προσωπικού ξεχωριστού άγιου του κάθε θαλασσινού που τον έχει φυλαχτό του. Και τ’ όνομά τους, (των Αγίων), γραμμένο μπροστά στην πλώρη του καϊκιού δηλώνει περίτρανα τη θρησκευτικότητά τους!

Για τους σφουγγαράδες μας όμως,  Καλύμνιους, Συμιακούς, Χαλκίτες, αλλά και σ’ όλο το σφουγγαροσυνάφι του Αιγαίου, ξεχωριστή θέση έχει και ο αρχιστράτηγος ο  Άρχων Μιχαήλ, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο Ταξιάρχης, ο Πανορμίτης της Σύμης, που λέγεται και  Παναρμιώτης, Παλαρνιώτης, Παλερνιώτης Παλερημνιώτης, Νιώτης κ.α. Τον τιμούν αφιερώνοντας – γράφοντας το όνομά του στα καΐκια τους, δέονται σ’ αυτόν και ελπίζουν στη θεία προστασία και παρέμβασή του στις δύσκολες στιγμές της δουλειάς τους.
«Ω, Παλερημνιώτη Συμιακέ, βάλε τους παμουζάες (γαλότσες  σκαφάνδρου)
κατέβα κάτω στο γιαλό και φύλαε ούλους του σφουγγαρά(δ)ες».

Και πάνω στη βουτιά  τους, όπως μαρτυρούν,  ένιωθαν τη μεγαλόπρεπη  και επιβλητική – φοβερή παρουσία του, να τους δίνει κουράγιο, να τους στέλνει θησαυρό μπρος τους τα σφουγγάρια, να τους προστατεύει από τα θεριά της θάλασσας, να τους γλιτώνει από τα ναυάγια.
Ανάμεσα Νισύρου Σύμης κι Αστροπαλιάς
μας έσπασε η σκότθα από τη ματισσιά
Βοήθα Παλερημνιώτη για να γλιτώσουμε
καράβι και φορτίο να στ’ ασημώσουμε


Κάτι παρόμοιο με το πνεύμα του παραπάνω νησιώτικου τραγουδιού προκύπτει και από έγγραφο «Αφιερωτήριο λέμβου προς την εν Σύμη Ιεράν Μονήν του Πανορμίτου» , όπου τον Οκτώβριο του 1925 ο Παντελής Τσούτσας, πλοίαρχος, εκ Κρανιδίου μεν της Ελλάδος ορμώμενος, που εγκατεστάθηκε  στην Ιταλοκρατούμενη τότε  Κάλυμνο, «επιθυμών χάριν ψυχικής αυτού ωφελείας όπως παράσχη, ελάχιστον δείγμα της καθαράς αυτού ευλαβείας και αφοσιώσεως, αφιερεί προς την ιερά Μονήν την ιδιόκτητον  αυτού λέμβον, ονόματι «Παναγία», μεθ’ όλων των εξαρτημάτων, ήτοι ενός ιστού (άλμπουρου) μεθ’ αντένας, ενός ιστίου (πανιού), μιας τέντας (μουσαμαδιάς), ενός ζεύγους κωπών (κουπιών) και ενός σιδήρου (άγκυρας) και κηρύττει την Μονήν ταύτην απόλυτον δικαιούχο και κάτοχο της λέμβου ταύτης, δικαiουμένης να διαθέση αυτήν κατά τας ως ήθελε εγκρίνει επιβαλλομένας ανάγκας αυτής. Επί τούτω δε παρέδωκε ταύτην  προς τον ενταύθα (Κάλυμνο) αντιπρόσωπον της Ιεράς Μονής κυρ. Σωτήριο Κυπραίον»

Και το τάμα του καθενός, ο Μεγαλόχαρος,  το περιμένει υπομονετικά και με επιμονή (δεν το ξεχνά), όσα χρόνια κι αν περάσουν!

Ένα από τα αμέτρητα θαύματα, προσωπικά βιώματα,  που εξιστορούν οι σφουγγαράδες κι οι θαλασσινοί μας θα περιγράψω όπως μου το αφηγήθηκε παιδικός φίλος, ναυτικός – καραβιέρος σε ποντοπόρα πλοία, όλη του τη ζωή. Από τα δεκαπέντε του μπαρκάριζε σε πολύμηνα ταξίδια·  καραμάνι! Συνταξιδέψαμε πριν δυο χρόνια, για προσκύνημα στον Πανορμίτη. Μου αφηγήθηκε λοιπόν, με μάτια βουρκωμένα από συγκίνηση τα παρακάτω:
– «Ανήμερα του Παλερημνιώτη, 8 του Νοέμβρη, βρεθήκαμε με το πλοίο μας, ένα γκαζάδικο 200 τόνοι, ανοιχτά στην Πορτογαλία, όξω από τη Λισσαβόνα. Μες στην απεραντοσύνη του ωκεανού, την ώρα της βάρδιας μου πάνω στη γέφυρα, δεν ξέρω πώς, θυμήθηκα τότες που μικρός, μας έπαιρνε η μάνα μας και μας πήγαινε στη χάρη του Πανορμίτη στη Σύμη.

Τα «Καλύμνικα»:   Από τους πρώτους μεγάλους  ξενώνες που κτίστηκαν (1896 μέχρι 1901) από προσφορές – τάματα Καλύμνιων σφουγγαράδων, σπογγεμπόρων και καραβοκύρηδων για τους προσκυνητές που κατέφθαναν  στον Πανορμίτη Σύμης.
Τα «Καλύμνικα»: Από τους πρώτους μεγάλους ξενώνες που κτίστηκαν (1896 μέχρι 1901) από προσφορές – τάματα Καλύμνιων σφουγγαράδων, σπογγεμπόρων και καραβοκύρηδων για τους προσκυνητές που κατέφθαναν στον Πανορμίτη Σύμης.


Πλήθος από καΐκια, σφουγγαράδικα που μόλις είχαν επιστρέψει από την Μπαρμπαριά, ανεμότρατες, καΐκια κάθε λογής, ταμένα από τον καπετάνιο τους να μεταφέρουν κόσμο στον Παλερημνιώτη. Κατάφορτο και   το θρυλικό πλοίο της Δωδεκανησιακής γραμμής το «ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ». Μαζί  μας συνταξιδιώτες στο κατάστρωμα  πλήθος  από προσκυνητές, φαμίλιες ολόκληρες, γυναικομάνι, παιδομάνι, κουκχουλωμένοι, ένα κουβάρι,  με μουσαμάδες του καϊκιού σαν ο καιρός  ήταν φρέσκος και  οι νερουπίες έλουζαν πατόκορφα τα  πλεούμενα, τυλιγμένοι με  κουβέρτες, με μπατανίες. Όλοι  με τα ταξίματά τους, φροκαλιές (σκούπες), λάδια, λαμπάδες.  Ως και ζωντανά κουβαλούσαν, όπως κατσίκια, αρνιά, που τα «ξεγέννησε» η Χάρη του Πανορμίτη, πετεινούς, πάπιες κ.α. που κι αυτά ήμερα, υπομονετικά αρμένιζαν για να εκπληρωθεί το τάμα!

Και κει, στον πάντα γαλήνιο Πάνω όρμο της Σύμης και στις βοτσαλωτές αυλές της Ιεράς Μονής,  στα θολωτά κελιά με την πληθώρα από τάματα, (κάθε λογής σύνεργα της ναυτοσύνης, της σφουγγαροσύνης,  μεγάλα πιθάρια του λαδιού,  ομοιώματα  καραβιών, σφουγγάρια), στις ευρύχωρες αίθουσες των επιβλητικών πετρόχτιστων  κτηρίων – ξενώνων, στα «Καλύμνικα»,  στα «Καντούνια» που έχτισε ο Συμιακός  μεγαλοσπογγέμπορας ο Καντούνιας,  στα «(Ν)υδραίικα» – το Αρχονταρίκι της Μονής – που οικοδομήθηκε   το 1783 από τον Υδραίο πλοίαρχο Παντελή Ζώρζη, για να φιλοξενούν  τον κόσμο που συνέρεε στη γιορτή του απ’ όλη τη Δωδεκάνησο και όχι μόνο,  οι ψυχές των ευλαβών προσκυνητών  κάτω από το τρομερό, μα και προστατευτικό βλέμμα του φοβερού Αρχάγγελου, δέονταν όλη τη νύχτα με δάκρυα μετάνοιας στα μάτια, ελπίζοντας  πως για τον καθένα θα κάμει το Θαύμα του ο Ταξιάρχης!


Βρισκόμουν, συνεχίζει ο φίλος μου, ανοιχτά  στον  Ατλαντικό, μες στο καράβι, μα η ψυχή μου ταξίδευε  στη Σύμη, που τόσο πεθυμούσα να βρισκόμουν ν’ ανάψω ένα κερί· να με φυλάει ο Παλερημνιώτης!  Κάτι με παρακίνησε πως αυτό θα μπορούσε να γίνει. Να έστελνα τον οβολό μου μες σ’ ένα μπουκάλι. Παρακίνησα ένα  φίλο μου από τη Λήμνο να το στείλουμε μαζί. Δύσπιστος ο Λημνιός – «Απ’ τον Ατλαντικό στο Αιγαίο, στη Σύμη;  Πολλά τα μίλια!  Και πώς θα περάσει το Γιβραλτάρ να μπει στη Μεσόγειο;»

Τελικά τον έπεισα, βάλαμε στο μπουκάλι, 20 δολάρια εγώ και 5 εκείνος και αφού γράψαμε τη διεύθυνση του Πανορμίτη και σαν αποστολέα τα στοιχεία του Λημνιού, το σφραγίσαμε και το ρίξαμε στα κύματα!

Πέρασαν κάποιοι μήνες. Ξέμπαρκοι κι οι δυο στα νησιά μας. Ένα βράδυ με πήρε τηλέφωνο ο Λημνιός, περιχαρής μα και κομπιασμένος από ντροπή… για την απιστία του.
– «Γιάννη το μπουκάλι μας έφτασε στον Πανορμίτη, μας άναψαν κερί και η επιτροπή της Ι. Μονής μου έστειλε ευχαριστήριο!»
Πώς έγινε αυτό; Το μπουκάλι μας ταξίδεψε μίλια στον ωκεανό. Τα ρέματα το πήγαν  βόρεια στις ακτές της  Ολλανδίας. Εκεί  το βρήκε ένας ψαράς. Σαν έφτασε στο λιμάνι άραξε το ψαροκάικό του πλάι σ’ ένα ποντοπόρο φορτηγό πλοίο, πού ’χε όνομα ελληνικό. Έδειξε το μπουκάλι στο πλήρωμα. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας ναύτης, από τη Σύμη.
– «Καλέ φτο το καννίν (μπουκάλι) είναι για το Πανορμιτάκιν  μας!» είπε, το πήρε με ευλάβεια, το φίλησε και σταυροκοπήθηκε. Μαζί του κι όλοι οι άλλοι. Ο Συμιακός  σε λίγες μέρες θα ξεμπαρκάριζε για το νησί του. Τό ‘βαλε  στη βαλίτσα του και τό ’φερε στον Πανορμίτη. Μεγάλη η Χάρη του για όλο τον κόσμο!