Ο Γιωργαλλής, ο παπλωματάς της Ρόδου!

Τον έβρισκες κυρίως στην Παλιά Πόλη, μέσα στη σκόνη που έβγαζε το βαμβάκι όταν το χτυπούσε με τη δοξάρα για να το ξεκομπιάσει και να γεμίσει το στρώμα ή το πάπλωμα. Παλιότερα ακόμα ήταν τεχνίτης πλανόδιος που φώναζε στις γειτονιές και στα χωριά «ο παπλωματάαας…», κι έβγαιναν οι νοικοκυρές στο δρόμο, του ζήταγαν να επιδιορθώσει ή να φτιάξει από την αρχή, αθάνατα στρώματα, παπλώματα, μαξιλάρια.
Πόσοι ξέρουν ότι στη Ρόδο υπήρχε καλλιέργεια βαμβακιού και ότι η δοξάρα ήταν ένα εργαλείο σαν τόξο με το οποίο χτυπούσαν το βαμβάκι αμέσως μόλις το είχαν χτυπήσει με τη βίτσα, κι έβγαινε σκόνη σαν σύννεφο, αλλά η δουλειά γινόταν τέλεια, κι όλο το ράψιμο  ο παπλωματάς το έκανε με μια δαχτυλήθρα!
Κυριακή απόγευμα ξεκίνησα για την Παλιά Πόλη, να βρω τον Γιάννη Γιωργαλλή ίσως τον μοναδικό εν ζωή παπλωματά στη Ρόδο. Ήρθε και με συνάντησε στο κουρείο του Ευγένιου- εκεί δίπλα είχε το παπλωματάδικό του μέχρι το 2006. Μετά η τέχνη χάθηκε, τα… έτοιμα την εξαφάνισαν όμως όποιος τα ‘χει τα χειροποίητα εδώ ή ακόμα και στην Αυστραλία που τα ‘παιρναν οι νύφες, τα χαίρεται μέχρι σήμερα!

 

Παπλωματάς ήταν κι ο πατέρας σας!
Ο πατέρας μου ο Μανόλης, έφυγε από το χωριό του τον Άγιο Ισίδωρο, κι ήρθε στην Παλιά Πόλη, κι έμαθε παπλωματάς από κάποιον Βωβόπουλο.  Δεν ήταν Ροδίτης αυτός, ήταν Μικρασιάτης,  ίσως να ήταν και Ρωμιός της Πόλης.  Αυτό έγινε το 1930, επί Ιταλίας. Το παπλωματάδικο το είχε κάπου εδώ, κι ο πατέρας μου έπιασε δουλειά σαν παραγιός. Ο πατέρας μου έχει ανιψιό το Νίκο Γκάλη, γιό του αδελφού του, του Γιώργου που είχε πάει στην Αμερική. Εμένα ο Νίκος Γκάλης είναι πρώτος μου ξάδελφος. Εγώ γεννήθηκα στην Αγιά Τριάδα από κάτω. Όλη μου τη ζωή την έζησα στην Παλιά Πόλη.

Επί Ιταλοκρατίας, η Ρόδος παρήγαγε και βαμβάκι ακόμα και καπνά! Σε ποια χωριά καλλιεργούσαν τότε το βαμβάκι από το οποίο γίνονταν τα παπλώματα και τα στρώματα;
Από την Κατταβιά ερχόταν το καλύτερο. Στη Σάλακο, καλλιεργούσαν για κουμπάνια δική τους, κι ό,τι περίσσευε το πουλούσαν. Και στον Καλαμώνα καλλιεργούσαν. Μετά τον πόλεμο λιγόστεψε η παραγωγή βαμβακιού στη Ρόδο, κι έφερναν απ΄ αλλού.

Την τέχνη τη μάθατε κοντά στον πατέρα σας; Πού ήταν το παπλωματάδικό του;
Μέχρι τον πόλεμο ο πατέρας μου το παπλωματάδικο το είχε στην οδό Πυθαγόρα, αλλά έπεσε από βόμβα, με τους βομβαρδισμούς. Τότε μας πήρε και φύγαμε για ενάμιση με δύο χρόνια, πίσω στο χωριό. Ήμουν τεσσάρων χρονών, ξαναγυρίσαμε όταν τελείωσε ο πόλεμος. Έφτιαξε το παπλωματάδικό του τότε  στην οδό Πλάτωνος 5, δίπλα στο κουρείο του Ευγένιου. Την τέχνη τη μάθαμε και τα τρία αδέλφια. Εγώ έμαθα από τον πατέρα μου, κι εκείνα μάθανε από εμένα, αλλά δεν συνέχισαν. Πήγα 12 χρονών στο μαγαζί και όταν έγινα 18 χρονών το ανέλαβα κιόλας γιατί ο πατέρας μου είχε προβλήματα με την υγεία του. 

Θα ήταν δύσκολη τέχνη για ένα παιδί!
Πρώτα μάθαινες το στρώμα γιατί ήταν πιο εύκολο και μετά συνέχιζες και μάθαινες και το πάπλωμα. Στα 17 μου έκανα μόνος μου στρώματα. Τότε πηγαίναμε και στα σπίτια και κάναμε επιδιορθώσεις στρωμάτων. Αν είχαν βαμβάκι αγορασμένο και ύφασμα έλεγαν «έλα στο σπίτι, να μου το φτιάξεις...». Ή αν είχαν παλιό το ξηλώναμε για επιδιόρθωση. Μέχρι τα Τριάντα έφτανα. Όταν ήμουνα 17 χρονών και πήγαινα μου λέγανε «γιατί έστειλε εσένα...;», δεν τους γέμιζα το μάτι. Όταν τελείωνα τη δουλειά με παραδέχονταν και με ζητούσαν. Μετακινούμασταν με το ποδήλατο. Μαράσια, Νιοχώρι, μέχρι Τριάντα που έφτανα, κι είχα μαζί μου και τη δοξάρα. Από το 1962-65 κόψαμε τα σπίτια, δουλεύαμε πια στο μαγαζί. Το 1965 που πήρα τη βέσπα μετέφερα τα παπλώματα με τη βέσπα.

Ποιοι άλλοι έφτιαχναν  παπλώματα την εποχή του πατέρα σας και πού είχαν τα παπλωματάδικά τους;
Από το 1952 και μετά στη Σωκράτους παπλωματάδικο είχε ο Θωμάς Καμπέρης. Από τους πρώτους ήταν τα αδέλφια Καμπέρη, είχαν τεχνίτες και δούλευαν μέσα. Στην πάροδο Πυθαγόρα παπλωματάδικο είχε ο Αχμέτ ο Τούρκος, σ’ ένα στενό εκεί κοντά ήταν ένας Αρχαγγελίτης ο Στεφανής Λαμπριανός και πιο πάνω εμείς. Στ΄ Αφάντου είχε τρία, στον Αρχάγγελο ήταν τ΄ αδέλφια του Λαμπριανού, στα Τριάντα ήταν ο Ηλίας, είχε έναν και στην Κρεμαστή, άλλος αδελφός των Καμπέρηδων ήταν αυτός,  ο Γιώργος, και σε κάποια χωριά προς τα έξω, είχε παλιούς. Όλοι αυτοί ήταν της εποχής του πατέρα μου και έπιασαν και λίγο τη δική μου.

Παπλωματάς λοιπόν,  και το μαγαζί έγραφε: «Εφαπλοματοποιείον Εμμ. Γεωργαλής», του πατέρα σας το όνομα όπως βλέπω στη φωτογραφία. 
Στην καθαρεύουσα τότε.  Τη φωτογραφία αυτή την έβαλε η εφημερίδα σας, η «Ροδιακή». Δείχνει εμένα από τη μέσα μεριά, και το παιδάκι που δούλευε απέναντι, στο καφετζίδικο. Εκείνη την ώρα περνούσε ο Τούρκος που έφτιαχνε τις κρέμες, κάτι σαν μουχαλεμπί, μέσα σε τσίγκινο κεσεδάκι που μύριζε ροδόνερο. Ήταν το δεκατιανό μας τότε. Ήρθε για ν΄ αγοράσω εγώ, και πλησίασε ν΄ αγοράσει και το παιδάκι από απέναντι. Το μαγαζί το μεσημέρι τ΄ αφήναμε ανοιχτό, τρώγαμε, ξαναπηγαίναμε. Όχι ότι έβγαζες λεφτά, ένα μεροκάματο βγάζαμε. Τις εποχές που έπεφτε η δουλειά ετοιμάζαμε παπλώματα να υπάρχουν γιατί έρχονταν από τα χωριά και ζητούσαν τι υπάρχει έτοιμο, για να το πάρουνε μια και καλή και να φύγουνε με το λεωφορείο πίσω.

Ο κ. Γιωργαλλής  συνομιλώντας με νεαρό αγόρι στην είσοδο του καταστήματός του
Ο κ. Γιωργαλλής συνομιλώντας με νεαρό αγόρι στην είσοδο του καταστήματός του


Αθάνατα τα χειροποίητα στρώματα, τα παπλώματα, τα μαξιλάρια...
Το πάπλωμα τότε ήταν η σόμπα του ανθρώπου και το αιρκοντίσιον του. Είχε το μαγκάλι να ζεσταίνεται την ημέρα, αλλά το βράδυ χρειαζόταν καλό πάπλωμα. Και τότε όπως έδινες προίκα στα κορίτσια έπρεπε να δώσεις και πάπλωμα και στρώμα. Για τα νυφικά παπλώματα το ύφασμα ήταν το ατλάζι, το γυαλιστό, για τα καθημερινά οι κλάδες. Το φθηνότερο ύφασμα λεγόταν «πατίστα», ιταλική λέξη και ήταν και το σατινέ ως μεσαία κατηγορία. Το στρώμα φτιαχνόταν από στρωματσόπανο, χοντρό ύφασμα, υπήρχαν δύο-τρεις ποιότητες. Βάζαμε το βαμβάκι μέσα στο ύφασμα, το χτυπούσαμε με τη βίτσα για να απλωθεί… Τα στρώματα χρειάζονταν ακόμα μεγαλύτερο χτύπημα με τη δοξάρα,  που «άνοιγε»  το βαμβάκι. Πρώτα με το ξύλο, μετά με τη δοξάρα, ένα εργαλείο για να το ξάνουμε το οποίο ήταν σαν τόξο. Μ΄ αυτήν δουλεύαμε από του πατέρα μου την εποχή, μέχρι το 1965 που πήρα τη μηχανή. 

Το Ελαφάκι και το “Ρόδον της Ρόδου” ήταν από τα δημοφιλέστερα μοτίβα για τους πελάτες
Το Ελαφάκι και το “Ρόδον της Ρόδου” ήταν από τα δημοφιλέστερα μοτίβα για τους πελάτες


Διάλεγαν και τα μοτίβα οι πελάτες, τι διάλεγαν;
Πολλοί διάλεγαν το Ελαφάκι, αλλά και το «Ρόδον της Ρόδου». Τότε που έφευγαν στην Αυστραλία οι νύφες, έπαιρναν κι ένα πάπλωμα όσες μπορούσαν. Θέλανε να το  ‘χουνε, ήτανε ένα ενθύμιο για μια οικογένεια, για μια νύφη.

Πότε άρχισε να πέφτει η δουλειά;
Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Φτιάχναμε πια στρώματα κυρίως για σοφάδες που βρίσκονταν στα χωριά και για σπίτια Ιταλών στη Σύμη και στη Χάλκη που θέλανε να τα έχουν όπως ήταν παλιά. Το βαμβακερό στρώμα είχε πολλά πλεονεκτήματα. Το δίπλωνες και δεν έπιανε χώρο, το έβγαζες στον ήλιο και φούσκωνε, πάντα ήταν πιο σταθερό… Των άλλων βουλούσαν οι σούστες. Βγήκαν τα Στρωματέξ και τα έτοιμα παπλώματα και έπεσε η δουλειά. Συνέχισα να δουλεύω μέχρι το 2006. Στο μαγαζί αυτό  έκανα 56 χρόνια. Πήγα 12 χρονών και βγήκα στα 67-68. Έφυγε η τέχνη, χάθηκε. Όσοι ήμασταν στη Ρόδο πάνω, μεγαλώσαμε. Άλλοι δεν ήρθαν να μάθουν ήταν και μια δουλειά δύσκολη. Είχαμε και πολύ σκόνη όταν επεξεργαζόμασταν το βαμβάκι η οποία έβγαινε όταν το χτυπούσαμε. Τα τελευταία χρόνια φορούσαμε μάσκα για να αναπνέουμε γιατί ακόμα και με τη μηχανή έβγαινε σκόνη. Γι’ αυτό το συγκεκριμένο σημείο της δουλειάς δεν έρχονταν οι νέοι να μάθουν. Κι όλα με μια βελόνα ραμμένα και μια δακτυλήθρα. Κάναμε κι επιδιορθώσεις. Το χαλούσαμε, κρατούσαμε το βαμβάκι, το επεξεργαζόμασταν και αλλάζαμε ύφασμα αν είχε φθαρεί, κι έτσι γινόταν καινούργιο. Το στρώμα που κοιμάμαι μέχρι σήμερα είναι χειροποίητο φτιαγμένο από εμένα, από καλό βαμβάκι. Στο τέλος είπα, «ας φτιάξω ένα για εμένα να μου μείνει...». 

Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την τέχνη ή ρωτάνε ακόμα;
Ακόμα με βρίσκουν παλιοί πελάτες στο δρόμο και μου λένε «τι έγινε, πού θα φτιάξουμε τώρα που δεν δουλεύεις;.....». Τους λέω «αν βρείτε εσείς, στείλτε τον και σ΄ εμένα γιατί θέλω να φτιάξω κι εγώ τα δικά μου». 

H είσοδος του παπλωματάδικου στην οδό Πλάτωνος 5
H είσοδος του παπλωματάδικου στην οδό Πλάτωνος 5