Απλώς, «Ελλάδα»

Γράφει ο Γιάννης Χ. Μουρατίδης*


Τείνω να πιστεύω ότι ο παπαρρηγοπούλειος Έλληνας νεο-ραγιάς δεν θα πει ποτέ "μακεντόνσκι" τα μακεδόνικα των Πρεσπών, ούτε "Σεβέρνα Μακεντόνιγια" τη Βόρεια Μακεδονία των Πρεσπών, και ότι θα είναι πρώτο το ίδιο το ρωμέικο γένος ως μιμητικό και πιθηκίζον που θα επιβεβαιώσει την "απέναντι" ερμηνεία για την ιστορική συνθήκη· και φυσικό είναι άλλωστε, αφού επί δύο ολόκληρους αιώνες οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι και οι διπλωμάτες "λόγιοι" της αιώνιας πατρίδας κάποιου σπουδαίου "αρχαίου ημών προγόνου" μεταφράζουν υπερηφάνως επί το ελληνικότερον όλα τα τοπωνυμία πέριξ της λεκάνης της Μεσογείου από τη Λιβύη και την Αίγυπτο μέχρι το Αφγανιστάν και το Πακιστάν για να μας υπενθυμίσουν περιχαρείς κάποια πανάρχαια αποικία της αργοναυτικής εκστρατείας, κάποια πόλη ή συνοριακό φυλάκιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή των Σελευκιδών, μια επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας κ.ο.κ.

 Ίσως λοιπόν συναισθανθούμε τελικά, έστω και αργά επιτέλους, (για την ψυχή μας στον παράδεισο δηλαδή αφού χάνουμε κάθε ιστορική ευκαιρία στην παρούσα ζωή) πόσο αντιπατριωτικός υπήρξε ο μεγαλοϊδεατισμός και η προγονοπληξία μας, και πόσο δυσλειτουργικούς μας έχουν καταστήσει αυτά τα δύο (ακόμη και γλωσσικά) απέναντι στην κατανόηση της νέας διεθνούς πραγματικότητας, μετά και το τέλος της δικής μας "εποχής των αυτοκρατοριών"· κάτι που στην Ελλάδα φυσικά δεν συντελέστηκε ποτέ, μαζί με τη Μεταρρύθμιση και τον Διαφωτισμό που επίσης μας άφησαν σχεδόν ανέγγιχτους.

 Έτσι έχουμε μόνο εθνικά τραύματα, αποφράδες ημέρες, επιβουλές έξωθεν, εδάφη σε αναμονή προς απελευθέρωση και μια εθνική ολοκλήρωση πάντοτε on-hold, λες και σεληνιαζόμαστε από τρισκατάρατες βιβλιοθήκες γεμάτες απόκρυφα ελληνικά τοπωνύμια από τα αρχαία χρόνια μέχρι τις μέρες μας που μας μεταμορφώνουν ενίοτε σε λυκανθρώπους κάτω από την πανσέληνο, ή σε παρανοϊκούς φορείς ελαττωματικών γονιδίων που περνάνε κληρονομικά από γενιά σε γενιά και προκαλούν αναδρομικά εθνικιστική απώθηση της πραγματικότητας, απότοκη της δισχιλιετούς "απώλειας".

Κάπως έτσι ίσως να εξηγείται και το αντιφατικό σχήμα "η Ελλάδα γέννησε τον σύγχρονο κόσμο" αλλά "η Ελλάδα αρνείται ή δεν μπορεί να ζήσει μέσα στον σύγχρονο κόσμο", διότι ο τελευταίος επιμένει να ισχυρίζεται ή τολμάει να ισχυρίζεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από, απλώς, "Ελλάδα". Και αφού ο ίδιος το αρνείται, αποφασίζουμε εμείς οι νεοραγιάδες, ηττημένοι από την ίδια την ψευτολογιοσύνη μας, να μεταφράζουμε σε “Βόρεια Μακεδονία” τη χώρα που πρόκειται να ονομαστεί “Severna Makedonija” και αυτό μας πληγώνει, γιατί ενώ ακούγεται ελληνική, δεν είναι “Ελλάδα”.

Την ίδια στιγμή για παράδειγμα που η φίλη και σύμμαχός μας Γαλλία ονομάζει τον εαυτό της France, δηλαδή Φραγκιά, κάτι που εμείς προτιμάμε να μην το υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας για να μην ομολογούμε ότι έχουμε σύμμαχους ηλίθιους (βλ. “κουτόφραγκους”) ή αιμοσταγείς σταυροφόρους που άλωσαν την Κωνσταντινούπολη το 1204. Από την άλλη πλευρά, πώς θα εκλαμβάναμε την αλλαγή του ονόματος της ανατολικής Λιβύης σε “Κυρηναϊκή” ή εδαφών του Τατζικιστάν, του Ουζμπεκιστάν, του Αφγανιστάν και του Τουρκμενιστάν σε “Βακτριανή” ή ακόμη και του ανατολικού Πακιστάν σε “Ανατολική Βακτριανή”;

Ως απειλή για τα συμφέροντα και τα ιστορικά δίκαια του ελληνισμού από κάποιον Άραβα ή Ινδό που θα επιχειρούσε με ψεύτικα αγάλματα και χάλκευση της ιστορίας να πείσει ως άλλος Γκρούεφσκι ότι είναι απόγονος του Αλέξανδρου; Και τι θα λέγαμε όταν θα μας προέβαλλαν τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ στα οποία εμείς οι ίδιοι επιχειρούμε να εντοπίσουμε “απογόνους” του Αλέξανδρου στα βάθη της Ασίας;

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχιστούν επ' άπειρον αλλά για την οικονομία του λόγου κρίνω ότι το επιχείρημα γίνεται επαρκώς κατανοητό.

Εντέλει λοιπόν, όλα καταλήγουν στο ότι η γλώσσα, με τις σημάνσεις και τις ερμηνείες της, τις ρητές ή υπόρρητες, τις σαφείς ή ανομολόγητες, είναι ένα σύστημα συσσωρευμένης κοινωνικής εμπειρίας που ενσωματώνει και ρυθμίζει την εμπειρία της γλωσσικής κοινότητας μεταγράφοντάς την σε έναν ενεργούμενο κώδικα, ο οποίος παραμένει σταθερός απέναντι στις εμπειρικές σταθερές αλλά μεταβλητός απέναντι στις εμπειρικές μεταβλητές, και συνεπώς το πρόβλημα της γλώσσας ως προς την πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η κοινωνία στο πολιτικό πεδίο δεν είναι πρόβλημα των διπλωματών του Υπουργείου Εξωτερικών που είναι οι καθ' ύλην αρμόδιοι να αποφασίσουν πώς λέγεται “επίσημα” μια χώρα, ή των γλωσσολόγων, με όλο τον σεβασμό στο πρόσωπο του καθηγητή Μπαμπινιώτη που είναι ο καθ' ύλην αρμόδιος να μας πει τι γλώσσα είναι “στην πραγματικότητα” τα μακεδόνικα, αλλά πρόβλημα της ίδιας της γλωσσικής κοινότητας που τα μέλη της δεν μετέχουν πλέον στην ίδια κοινωνική εμπειρία (για διάφορους λόγους) ώστε να επιτύχουν τη γλωσσική μεταγραφή της μεταβλητής πραγματικότητας σε έναν κοινό κώδικα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, τα “Σκόπια” ήταν μέχρι σήμερα το τελευταίο consensus της κοινωνιογλωσσικής εμπειρίας.

Το σκαμπίλι όμως που πολλοί νιώθουν να έχουν φάει στο πρόσωπο (η λεγόμενη “προδοσία” της Μακεδονίας), μαζί με το ψυχολογικό φορτίο που περιέχει μέσα του, (που παράγει γλωσσική ενέργεια απώθησης του “τραύματος”) σε συνδυασμό με την ενσυναίσθηση της κοινωνιογλωσσικής εμπειρίας που στην περίπτωση των καθολικών κύριων ονομάτων κατορθώνει και χωνεύει τις εκάστοτε λεκτικές παρεκκλίσεις μέσα στη γλωσσική ομοιομορφία της κοινότητας, θα οδηγήσει απαρέγκλιτα, αργά ή γρήγορα, στην υιοθέτηση ενός νέου όρου από το σύνολο της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας. Άλλωστε το είπε και ο Παπαρρηγόπουλος, για να οικοδομήσει το τρίσημο σχήμα του για την ελληνική ιστορία (Αρχαιότητα, Βυζάντιο, Νέοι Χρόνοι)· στο βάθος της ιστορίας μας, μοναδικό κριτήριο ύπαρξης ενός ελληνικού έθνους, είναι μόνο η ελληνική γλώσσα.

Συνεπώς, κάθε πατριώτης της συντηρητικής δεξιάς, θα τεθεί ενώπιον του διλήμματος εάν θα υπηρετήσει ο ίδιος ως μέλος της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας τη νέα ιστορική εμπειρία, επιβεβαιώνοντας την ενοποιητική δυναμική που η ίδια η γλώσσα μας εμπεριέχει ως θεμελιώδες συστατικό του πολιτικού “έθνους”, του μόνο πραγματικού με κριτήρια επιστημονικώς επαληθεύσιμα, ή αν θα απόσχει ο ίδιος του ελληνικού αυτού έθνους, αφήνοντας τον εαυτό του να παρασυρθεί από τα “γονίδια της παράνοιας”, υποστηρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό το υπηρετεί καλύτερα, σε μια εποχή όπου το ίδιο το έθνος καλείται να ξεπεράσει κάθε περιορισμό που του έχουν θέσει οι πολιτικοί φατριασμοί στο παρελθόν προκειμένου σήμερα να αποφύγει τον μακροπρόθεσμο αφανισμό του.

Και είναι η ώρα λοιπόν που οι “ελληνόφρονες” λόγιοι της πατρίδας μας θα πρέπει να κάνουν την καρδιά τους πέτρα, και να επιτρέψουν στην ονομασία της γειτονικής μας χώρας να εισέλθει στο εσωτερικό της Ελλάδας αμετάφραστη στα λατινικά ως Severna Makedonija ή να μεταγράφεται στο ελληνικό αλφάβητο για χρήση στον Τύπο και τα ΜΜΕ ως Σεβέρνα Μακεντονίγια.

Ας αφήσουν στην άκρη τις ανεξάντλητες δυνατότητες τη σπουδαίας ελληνικής μας γλώσσας, γιατί εν προκειμένω αυτές δεν μεταφέρουν κάποιο απωθημένο μήνυμα προς την γλωσσική κοινότητα “υπερηφάνως” αλλά της υπενθυμίζουν πόσο βαθύτατα τραυματισμένη πρέπει να αισθάνεται. Κοινώς, σταματήστε να είστε μαζοχιστές. Και επειδή ουδείς μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο στα σοβαρά, βάλτε απλώς φρένο επιτέλους στον πολιτικό καιροσκοπισμό σας.

*Επιμελητής-διορθωτής κειμένου για την Cleverdigital S.A. στο Πρωτοδικείο Ρόδου, Διεθνολόγος ΜΑ, φοιτητής στο ΠΜΣ Δημόσιας Ιστορίας του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, συγγραφέας του “Terdjuman Effendi (Etienne A. Vlasto): Η νήσος Χίος υπό οθωμανική κυριαρχία” (Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, Γιάννης Χ. Μουρατίδης, Χίος 2017).