Αν κάποιος τράβαγε την πρίζα

Γράφει ο Θάνος Ζέλκας

Ως λαός έχουμε μια πολύ περίεργη ιδιοσυγκρασία. Αρεσκόμαστε περισσότερο στην ανάδειξη των προβλημάτων και όχι στην επίλυσή τους. Γι’ αυτό και τα αναμασάμε με τη χάρη των μηρυκαστικών και τα μεταφέρουμε ακόμα πιο σύνθετα από γενιά σε γενιά, με αποτέλεσμα να γιγαντώνονται και να αποτελούν μέρος της κληρονομιάς μας.

Ποιος μπορεί για παράδειγμα να μη “σταθεί με δέος” απέναντι σ’ αυτό το υπέροχο δημιούργημα της γραφειοκρατίας της χώρας μας που όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα χρόνων υπόσχονται ότι θα εξαλείψουν και στο τέλος το μόνο που κατορθώνουν είναι να το κάνουν ακόμα πιο μεγάλο και παντοδύναμο; Φτάσαμε στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα για να καταργήσουμε το χαρτόσημο, αλλά ακόμα οι περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες τρέφονται από την ταλαιπωρία των πολιτών στις ουρές για σφραγίδες και δικαιολογητικά.

Ας μη γελιόμαστε. Τίποτα δεν αλλάζει, αν οι ίδιοι δεν επιθυμούμε να αλλάξει. Η γραφειοκρατία θα ζει και θα βασιλεύει όσο η πολιτική λειτουργεί με τους όρους της αγοράς. Όσο δηλαδή υπάρχει πελατειακό σύστημα που εξυπηρετεί τον παραλογισμό των πολιτών και των πολιτικών που συναλλάσσονται μαζί τους για το οτιδήποτε. Από την αλλαγή μιας λάμπας ηλεκτροφωτισμού έως τις πιο σύνθετες “χάρες”.

Και μακάρι να ήταν μόνο η γραφειοκρατία, διότι απ’ αυτήν έχουν κι άλλες χώρες αλλά δεν τις εμποδίζει το γεγονός αυτό να λειτουργούν έστω και υποτυπωδώς. Στη δική μας χώρα όποιος εδραιωθεί σε μια καρέκλα, αποκτά αυτόματα το σύνδρομο της ιδιοκτησίας. Η πάθηση αυτή οδηγεί τον “ασθενή” σε εικασίες ότι η δημόσια περιουσία και οι δομές του κράτους του ανήκουν. Έτσι αφού το κράτος δεν αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή οντότητα την οποία καλούνται να υπηρετούν για το συμφέρον των πολιτών, είναι απόλυτα λογικό να μην υπάρχει μια συνέχεια. Η κάθε κυβέρνηση θεωρεί απόλυτα λογικό να φτιάξει τα πράγματα όπως βολεύουν εκείνη και τους θιασώτες της και όχι όπως θα ήταν καλύτερο για το ευρύτερο σύνολο.

Είμαστε η χώρα που οι υπουργοί χαίρουν άσυλο με την ίδια ακριβώς λογική που χαίρουν άσυλο οι βανδαλιστές και οι εγκληματίες του κοινού ποινικού κώδικα όταν εισέλθουν στους χώρους των πανεπιστημίων. Το άσυλο αίρεται μόνο όταν λάβουν χώρα αξιόποινες πράξεις και εφόσον η Βουλή ή η Πρυτανεία αποφασίσει να δώσει έγκριση στον εισαγγελέα να προχωρήσει σε ποινικές διώξεις. Μπορεί να φαίνεται κάπως παράλογο, για κάποιους πιο ευαισθητοποιημένους εξωφρενικό, αλλά δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ωμή πραγματικότητα.

Ένα άλλο υπέροχο γεγονός που συμβαίνει στη χώρα μας είναι η “τιμιότητα” στις συναλλαγές του κράτους με τους πολίτες του. Αν το κράτος οφείλει κάποιο ποσό σε έναν πολίτη και αδυνατεί να το πληρώσει, απλώς το πιστώνει στο ΑΦΜ του και του το επιστρέφει μετά από ταλαιπωρία μηνών άτοκο. Αν όμως κάποιος πολίτης χρωστάει στο κράτος, το χρέος του τοκίζεται κάθε μήνα με ένα τοκογλυφικό επιτόκιο, δεσμεύονται οι λογαριασμοί του, μπλοκάρεται το ΑΦΜ του και κινδυνεύει να χάσει μέρος ή ολόκληρη την περιουσία του ακόμα και για ένα ευτελές ποσό.

Έτσι λοιπόν σε αυτό το πεδίο μάχης που έχει μετατραπεί αυτή η πανέμορφη χώρα, καλούμαστε καθημερινά να επιβιώσουμε σαν να βρισκόμασταν στην εποχή των σπηλαίων που η έννοια της επιβίωσης ήταν η μοναδική, καθώς βγαίνοντας από το σπήλαιο κανείς δεν γνώριζε αν θα επέστρεφε σώος πίσω.

Όσο εμείς αναλωνόμαστε σε αυτές τις “υψηλές” αξίες, σε άλλα κράτη ασχολούνται με πιο “πεζά” πράγματα, όπως την κλιματική αλλαγή, την τεχνολογική επανάσταση, την επιστημονική έρευνα, τις τέχνες, τον αθλητισμό. Ευτυχώς υπάρχει η τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα που μας κρατάνε ως λαό αποχαυνωμένους και δεν έχουμε καταλάβει πόσο μίζερη θα ήταν η ζωή μας αν κάποιος τράβαγε την πρίζα από το ρεύμα...