Αλέκος Σακελλάριος,«Ο γίγαντας της τέχνης»

Γράφει ο
Σεραφείμ Αθανασίου
www.serathan.gr

 

Ήταν, θυμάμαι, καλοκαίρι του  έτους 1981 και, με την οικογένειά μου, παραθέριζα στη Ρόδο.

Γεμάτη η Πόλη  με  ξένο, περισσότερο, κόσμο  τα δε αυτοκίνητα,  κατά εκατοντάδες  να μην πω χιλιάδες,  κυκλοφορούσαν στους δρόμους και εγώ, κοιτάζοντάς τα, έτριβα τα μάτια μου και, άλλα σκεπτόμουνα.
Σε αυτό το όμορφο νησί πριν τριανταπέντε τόσα χρόνια από τη  μέρα κείνη  που άλλα σκεπτόμουνα  και αναφέρομαι  στο 1947,χρονιά  απελευθέρωσης της Δωδεκανήσου και, στη συνέχεια μερικών ακόμη χρόνων, σε εκείνους τους-από τότε- υπέροχους πράγματι ασφαλτοστρωμένους δρόμους, κυκλοφορούσε ελάχιστος αριθμός τροχοφόρων και αυτό καλά το γνωρίζω επειδή ως αστυνομικό όργανο, με ειδικότητα τροχονόμου, ρύθμιζα  την κυκλοφορία.

 Λέω ρύθμιζα όμως το πιο σωστό, είναι τούτο. Με  συναδέλφους μου, ΔΕΝ ρυθμίζαμε κυκλοφορία  τροχοφόρων  αλλά, σε καθημερινή βάση,  ανεβαίναμε στα τροχονομικά μας βάθρα,  και με τις ώρες  στεκόμαστε  σε αυτά, παρά την αραιή κυκλοφορία, ξύνοντας  τη μύτη μας, έφτανε  που  μας έβλεπε  ο κόσμος, ιδιαίτερα  τα μικρά παιδάκια που τα έφερναν οι γονείς τους, ακόμη και ομαδικά παιδιά με τους  δασκάλους τους ερχόντουσαν και μας «καμάρωναν»!
Πολλά τα χρόνια  σκλαβιάς  και οι πριν λίγο καιρό σκλάβοι  λαχταρούσαν  να δουν  Έλληνα αστυνομικό.
Περνούσαν από κοντά μας και μας «χάζευαν», πλησίαζαν στο βάθρο και ζητούσαν πληροφορίες-  για παράδειγμα-  που είναι  η οδός Ιπποδάμου  ή η Σωκράτους στην Παλιά Πόλη ή πόσο μακριά  από εκεί είναι –μας ρωτούσαν- το Θέρμαι.
Και  εκείνοι που ζητούσαν πληροφορίες από μας, ίσως γνώριζαν καλύτερα τη Σωκράτους, το Θέρμαι, την Ιπποτών  ή τον Μπαμπούλα, όμως ήθελαν  να κουβεντιάσουν μαζί μας, να σταθούν δίπλα μας,να μας χορτάσουν κοιτάζοντάς μας, να πιαστούν από το βάθρο και γιατί όχι να   χαϊδέψουν τη στολή μας και τούτο γιατί ήθελαν να συνειδητοποιήσουν ότι είναι λεύτεροι,  ότι μπορούν και κουβεντιάζουν με αστυνομικό όργανο  επειδή  τα χρόνια σκλαβιάς, και ιδιαίτερα  επί  Ιταλού αυστηρού Διοικητού Ντε Βέκκι, δεν τολμούσαν όχι να   πλησιάσουν αστυνομικό  αλλά ούτε και να τον ατενίσουν.

Ως προς τον θεόρατο  και γεμάτο κακότητα  Ντε Βέκκι- κατά πως είχαμε μάθει- όταν  επέβαινε του αυτοκινήτου του και περνούσε το Μανδράκι (παραλιακή λεωφόρο) έπρεπε, όσοι βρισκόντουσαν στα καφενεία, να σηκώνονται  όρθιοι και αλίμονο ακόμη  στον  όποιο  παππού  δεν στεκόταν στήλη άλατος. Σε περίπτωση   που έπεφτε στην  αντίληψή του μαύρη και σκοτεινιασμένη η μοίρα του, τον περίμενε  το μπουντρούμι..
Ελάχιστα, όπως είπα, τα  τότε Ι.Χ. αυτοκίνητα (συνήθως ταξί και φορτηγά  βλέπαμε στους δρόμους)  όμως τώρα συνέχισα να τρίβω τα μάτια μου  και από  περιέργεια  ή και ενδιαφέρον για τους σημερινούς τροχονόμους,  ένα πρωινό  και για αρκετή ώρα στάθηκα στο πεζοδρόμιο σε μια γωνιά  της Εθνάρχου Μακαρίου (πλατείας  Κύπρου) και παρακολουθούσα  την κυκλοφορία και τα σήματα του  τροχονόμου της πλατείας, ο οποίος  πρέπει να ομολογήσω  πως με αετίσιο βλέμμα, ρύθμιζε την κυκλοφορία.
Ψύχραιμα  κάθε τόσο  σήκωνε τα χέρια του και έδιδε το γνωστό  σήμα εκκίνησης στον σταθμευμένο πλησίον του  οδηγό τον οποίο  ακολουθούσαν  δεκάδες αυτοκίνητα.

Καμάρωνα τον τροχονόμο και κάποια στιγμή δεν κρατήθηκα  και συγκινημένος πήγα κοντά του, του είπα πως είμαι παλιός του συνάδελφος  και  ότι  στην ίδια πλατεία, τα ίδια σήματα έδιδα και εγώ όμως όχι  τόσο συχνά επειδή τότε-του έλεγα-τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν ήταν ελάχιστα και μάλλον εμείς όλοι φιγούρα κάναμε και ιδιαίτερα, τις επίσημες και γιορτινές μέρες, όταν φορούσαμε τις Κολοκοτρωνέικες περικεφαλαίες.
Γέλαγε ο τροχονόμος με τα όσα του έλεγα, συνεχίζοντας τη δουλειά του  και αφού  εγώ «ξέδωσα» με τις δικές μου συγκινητικές αναπολήσεις που βρήκα την ευκαιρία να  πω σε  κείνο  το παλικάρι και μάλιστα στο ίδιο σημείο που κάποτε βρισκόταν η αφεντιά μου.
 Αφού λοιπόν  είπα ό,τι είπα, τον χαιρέτισα   και  επέστρεψα  στον χώρο που πριν λίγο  βρισκόμουνα  για να συνεχίσω  την μετάβασή μου στο κοντινό κατάστημα  ενός παλιού  καλού μου φίλου κάνοντάς του έκπληξη   επειδή ακόμη δεν  τον είχα δει και  εκείνος νόμιζε ότι βρίσκομαι  στον Βόλο.
Ανεβαίνοντας το πεζοδρόμιο  κάποιος γνωστός με σταμάτησε  να με καλωσορίσει  και  λέγαμε διάφορα. Οπότε μπροστά μας περνάει  ένας κύριος με τον  ίσως 7χρονο πιτσιρικά γιό του και ακούσαμε να του λέει.
-Αν δεις τον Αλέκο, θα τον γνωρίσεις;
-Αμέ ,απαντά ο μικρός.
-Και τι  θα του πεις;
-Θα του πω γεια  σου  ρε Αλέκο.
-Και αν δεν τον γνωρίσεις;

-Τι μου λες τώρα ρε μπαμπά, θα τον γνωρίσω.
-Μπράβο αγόρι μου, είπε ο πατέρας στον γιό γελώντας και, συνέχισαν το δρόμο τους.
Μου λέει ο γνωστός μου. Αυτό  το παιδάκι είναι χαρισματικό, πανέξυπνο και ξέρει όλο τον κόσμο εδώ γύρω  και σε διάφορα καταστήματα  με τον στρογγυλό δίσκο  τους  πηγαίνει καφέδες, ο πατέρας του έχει καφενείο.
Χάρηκα για το έξυπνο παιδάκι, έστειλα  και τις δικές μου  ευχές  να το έχει καλά ο Θεός και σε λίγο βρισκόμουνα  στο  κατάστημα υφασμάτων του καλού μου φίλου Γιώργου Μπακίρη  που  όταν  ξαφνικά  με είδε μπροστά του και από τη χαρά του, έκανε σαν τρελός.
Άφησε την ώρα εκείνη δύο θυμάμαι  κυρίες που εξυπηρετούσε  με ένα σωρό υφάσματα  πάνω στον πάγκο του, ήρθε κοντά μου ,με αγκάλιασε, μου έδωσε κάθισμα  να καθίσω, μου έφερε και τη Ροδιακή  να διαβάσω  και γύρισε στη δουλειά του αφού πρώτα  τηλεφώνησε να  φέρουν στο μαγαζί του καφέδες.
Διάβαζα  και με λοξή ματιά πρόσεχα πως στο γραφείο του φίλου μου/ που βρισκόταν  στον αμέσως αριστερό χώρο της κυρίας εισόδου ενώ εγώ καθόμουνα  μακριά  του   κάπου 3-4 μέτρα/  καθόταν ένας κύριος που   προσηλωμένος   κάτι διάβαζε.

Μου φαινόταν γνωστή η φυσιογνωμία του, έσπαγα το κεφάλι μου  για να θυμηθώ που τον  είχα δει ή ίσως  συναντήσει χωρίς όμως θετική ανταπόκριση  της χαλαρής μνήμης μου.
Συνέχισα να διαβάζω τη Ροδιακή  και  σε λίγο νάσου στην πόρτα του καταστήματος  ο μικρός μπόμπιρας που είχα προ ολίγου  δει  στο πεζοδρόμιο  της Εθνάρχου Μακαρίου ενώ το μαγαζί βρισκόταν ακριβώς από την πίσω πλευρά στον παράλληλο δρόμο της Εθελοντών Δωδεκανησίων,απόσταση 30 με 40 περίπου μέτρα.
Ο πιτσιρικάς  κρατούσε  από το χερούλι  του έναν στρογγυλό δίσκο με καφέδες  και μόλις μπήκε στο μαγαζί ,κοντοστάθηκε  και  επίμονα κοίταζε  τον κύριο, που καθόταν στο γραφείο του φίλου μου.
Γούρλωσε τα ματάκια του και τον κοίταζε χωρίς να βγάζει μιλιά. Ενώ ο άλλος είχε κυριολεκτικά ξαφνιαστεί με το επίμονο βλέμμα του μικρού ,δεν μίλαγε σε λίγο όμως άρχισε να γελά όπως γελούσαν και οι γυναίκες  από τον πάγκο που βρισκόντουσαν (αργότερα έμαθα ότι ήταν η σύζυγος και η πεθερά του κυρίου που καθόταν στο γραφείο).

 Ο  δε  Γιώργος Μπακίρης,  εκείνος ήταν που δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια του όταν έβλεπε το μπόμπιρα ακίνητο και με γουρλωμένα τα ματάκια του  να κοιτάζει τον ξένο.
 Όσο για μένα, απλά   κοίταζα σα χαζός (το έχω αυτό το  χάρισμα), χωρίς να μιλάω.
Ο μικρός  κάποια στιγμή  κάνει δυο-τρία βήματα προς την πλευρά του αγνώστου, αφήνει    στην άκρη του γραφείου  το στρογγυλό  δίσκο με τους καφέδες  και, βάζει μια φωνή.
-  «Ρε  Αλέκο, εσύ είσαι, ρε;  Κόλλα το  ρε φίλε, που ο μπαμπάς μου με ρωτούσε αν θα σε γνωρίσω».
Και ο κύριος κοιτάζοντας αποσβολωμένος,  δακρυσμένος  θα έλεγα, εκείνο το παιδάκι και  γελώντας  του δίνει το χέρι του ενώ ο μικρός,  με ένα σάλτο,  βρισκόταν στην αγκαλιά του.

Οι δυο κυρίες, ο φίλος μου Γιώργος Μπακίρης, που βρισκόντουσαν λίγο πιο πέρα από μένα, στον πάγκο του καταστήματος και εγώ συγκινημένοι βλέπαμε τη σκηνή  και χωρίς να μιλάμε πολλά  λέγαμε, με εκείνη τη σιωπή  μας!
Ο φίλος του μικρού που τόσο θαύμαζε, ήταν ο Αλέκος Σακελλάριος, ο  πολυτάλαντος γίγαντας της τέχνης των  Σεναρίων,
 Ευθυμογραφημάτων,  Τραγουδιών και  ότι άλλο  μπορεί, για την τέχνη και τη γραφή, να φανταστεί ανθρώπινος νους.
Ειλικρινά εκείνο το παιδάκι που σήμερα  θα είναι 45ντάρης κύριος  ποτέ δεν θα το ξεχάσω. Δεν θα ξεχάσω την αθωότητά του, τον αυθορμητισμό του για έναν άνθρωπο  που ίσως του είχε μιλήσει ο πατέρας του  και  σε φωτογραφίες  είχε δει  το πρόσωπό του και όταν τον συνάντησε έκανε σαν παλαβό. Πέταξε καφέδες και δίσκους και με το δικό του τρόπο τον ρώταγε αν είναι ο Αλέκος:

«Ρε Αλέκο, εσύ είσαι, ρε»;, «Κόλα το ρε φίλε»  και τόσα άλλα αθώα  λογάκια  που   ξέφευγαν  από το στόμα ενός μπόμπιρα  και  από τη χαρά του πέταξε  δίσκους και καφέδες  για να χωθεί στην αγκαλιά  του αγαπημένου του  φίλου  ο οποίος  για πολλή ώρα καθόλου δεν μίλαγε. Είχε  αγκαλιάσει εκείνο το παιδάκι, χάιδευε  τα μαλλάκια του ενώ δάκρυα συγκίνησης  έπεφταν από τα μάτια του.

Ήμουν τυχερός επειδή τη μέρα εκείνη γνώρισα τον Αλέκο Σακελλάριο και γίναμε φίλοι. Εκεί στη Ρόδο έστω και για λίγες μέρες κάναμε συχνή παρέα και μάλιστα τότε συνέπεσε να παντρευτεί κιόλας (σε δεύτερο νομίζω γάμο) την κυρία Τίνα  Βρεττού. Μάλιστα κάποια μέρα  εγώ  από  το ΜΙΡΑ ΜΑΡΕ, το πολυτελές ξενοδοχείο  που έμεινε,  τον πήρα (τους πήρα)  και τους πήγα στην Κοινότητα  Αφάντου  στο ληξιαρχείο της οποίας καταχωρήθηκε ο γάμος  τους,  ο οποίος  στην Εκκλησία του ιδίου χωριού έγινε  και με  κουμπάρο  αν δεν κάνω λάθος, τον  φίλο  μου,  Γιώργο Μπακίρη.
Κούκλα η σύζυγός του Τίνα  και πιο κούκλα  η  μητέρα της  που είχε γίνει πεθερά του φίλου μου Αλέκου  και στα χρόνια της ήταν  πολύ πιο μικρότερη από εκείνον.

Αλλά-όπως λένε- ο έρωτας  χρόνια δεν κοιτά  και εδώ  νομίζω πως εφαρμόστηκε  η ίδια συνταγή. Πιστεύω  ότι  τόσο  ο  Αλέκος όσο και η Τίνα τα χρόνια που ήταν μαζί  ο ένας συμπαραστάθηκε στον άλλο  και όταν ο φίλος μου   αναχώρησε για το μεγάλο του ταξίδι  ήταν απόλυτα  ευτυχισμένος  και μπορώ να πω χαρούμενος από τη ζωή του.
Ειλικρινά  τη μέρα που γνώρισα τον Αλέκο Σακελλάριο, αισθάνθηκα   τόση χαρά και ευτυχία την οποία δεν μπορώ να περιγράψω.

Υπηρετούσα χρόνια στη Χωροφυλακή και  ιδιαίτερα  ως Χωροφύλακας ή Υπαξιωματικός εκεί στη Ρόδο, παρά του ότι  ως τροχονόμος  απαλλασσόμουνα από  υπηρεσίες  των  λοιπών μέτρων τάξεως, στο αστυνομικό τμήμα που υπηρετούσα όπως και οι άλλοι  συνάδελφοί μου της ίδιας ειδικότητας, σκοτωνόμαστε να μπαίνουμε υπηρεσία στους κινηματογράφους (αλλιώς πληρώναμε μισό εισιτήριο)  όταν έπαιζαν Ελληνικές ταινίες  ιδιαίτερα του Αλέκου Σακελλάριου αυτού  του γίγαντα  όπως πιο πάνω αναφέρθηκα, της τέχνης.

Του Σακελλάριου «λαθραία» ή επί πληρωμή  διάβαζα πολλά   δικά του γραπτά  επειδή μου άρεσε η γραφή του. Και  επίσης μου  άρεσαν τα όσα για  κείνον  έγραφαν έγκριτοι  δημοσιογράφοι  αλλά δεν είμαι, δυστυχώς, ο κατάλληλος  σχολιαστής στο να περιγράψω και εγώ  το   πνευματικό έργο που άφησε, ο Αλέκος, πίσω του. Εφημερίδες, περιοδικά  και όποια άλλη έντυπη έκδοση  κυκλοφορούσε τότε  που  υπηρετούσα στη Ρόδο ή και αργότερα και ως συνήθως κρεμόταν στα περίπτερα   όταν στα πρωτοσέλιδά τους  αναφερόντουσαν στο Σακελάριο  οι λαθραναγνώστες  (και εγώ μαζί τους πολλές φορές)  τολμούσαν και γύριζαν ακόμη και σελίδες προκειμένου  να  μάθουν περισσότερα για εκείνον τον γίγαντα χωρίς να σκεφτούν  τα νεύρα  του περιπτερά,  ο οποίος  φουκαράς  δεν τολμούσε να βγάλει « άχνα»  επειδή φοβόταν   μήπως θυμώσει ο επιμελής αναγνώστης των «κρεμασμένων»  περιοδικών και εφημερίδων   και για τα τσιγάρα του, πάει  σε  άλλο περίπτερο να αφήσει τις δραχμές του..

Τι περιγραφή λοιπόν εγώ να κάνω για τον  πολυτάλαντο  φίλο μου Αλέκο, εκείνον τον χαρισματικό άνθρωπο και τι να πω πρώτα και τι δεύτερα.!
Εκατοντάδες τα τραγούδια  του: «Το τραμ το τελευταίο», το «έχω ένα μυστικό», το  «λες και ήταν χθές», το «γαρύφαλλο στο αυτί», το «τράβα μπρός», το «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου», το «Κέρκυρα, Κέρκυρα»  και, και, και, τόσα άλλα χαρισματικά και συγκινητικά λόγια τραγουδιών που  στα δικά μας τωρινά χρόνια, ιδιαίτερα των μεγαλυτέρων  στην ηλικία (επειδή  οι νέοι  ακούν τα περισσότερα σε Αγγλική έκδοση στο «Ελλάδα έχεις Ταλέντο)  ακούγοντάς  τα   οι όμορφες εκείνες αναπολήσεις φέρνουν δάκρυα στα μάτια όλων μας.

Αγαπημένε μου φίλε Αλέκο, ειλικρινά δεν σε ξέχασα  και δεν  ξέχασα όταν από το ΜΙΡΑ Μάρε της  Ρόδου, στο οποίο έμεινες με την Τίνα σου, όπως εσύ  την έλεγες  και με το δικό μου αυτοκίνητο πηγαίναμε στο Αφάντου, κατά την  διαδρομή,  ήσουνα μια  αστείρευτη πηγή σοφίας και γνώσεων, χώρια που με  φυσαρμόνικα  τραγούδαγες δικά σου τραγούδια  τα οποία  πότε και  εξ αιτίας ποίων  γεγονότων, μας έλεγες,  τα συνέθεσες.
Επίσης δεν θα ξεχάσω  το πόσο είχες συγκινηθεί όταν κάποια στιγμή σου είπα  πως  η σύζυγός μου ήταν ανιψιά του Μίμη Τραιφόρου και της Σοφίας Βέμπο, μια που ο Τραιφόρος ήταν πρώτος εξάδελφος του πατέρας της. Δεν ξέχασα το πόσο είχες συγκινηθεί  και χαρεί συγχρόνως επειδή ο  Μίμης  ήταν- έλεγες-  ο καλύτερος δικός σου φίλος και τώρα  «συμπωματικά» -συνέχιζες να μου λές- είχες κοντά σου τον άνδρα της ανιψιάς του.

 Ως προς τις ταινίες σου  αγαπητέ  και δικέ μου  αλησμόνητε φίλε,  αυτές, στα σημερινά  ιδιαίτερα χρόνια   είναι σε όλους μας  μια παρηγοριά, μια  ψυχαγωγία  και μια ανάσα ηρεμίας  εξ αιτίας  των όσων μας  βρήκαν και των όσων δυσάρεστων συνεχίζουν να μας συμβαίνουν.  

ΑΙΩΝΙΑ,ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ, ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ.