Ποιοι έκαψαν τη Σμύρνη και ποιοι σκότωναν τους Έλληνες και τους Αρμένιους  της Μικράς Ασίας

Γράφει ο
Κυριάκος Μιχ.Χονδρός

Με   βάση αξιόπιστες μαρτυρίες Αμερικανών, Βρετανών και Γάλλων, καθώς και από επιστολές και ημερολόγια Λεβαντίνων, Τούρκοι στρατιώτες με βάση οργανωμένο σχέδιο και χρησιμοποιώντας βαρέλια γεμάτα πετρέλαιο, ράντιζαν τα σπίτια και τα καταστήματα αλλά και τους δρόμους στην αρμενική συνοικία και έβαζαν φωτιά. Συγχρόνως οι ορχηστρές των βρετανικών πλοίων έπαιζαν  διάφορες μουσικές για να μην ακούγονται οι κραυγές των προσφύγων…

Τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης 13 Σεπτεμβρίου 1922, άρχισαν οι φωτιές και κατόπιν  Έλληνες και Τούρκοι πυροσβέστες, που εργάζονταν  σε πυροσβεστικό σταθμό χρηματοδοτούμενο από ασφαλιστικές εταιρείες του Λονδίνου, έτρεχαν να προστατέψουν τα κτίρια από τη φωτιά η οποία εξαπλωνόταν.

Στις 10:30 το πρωί, εκδηλώθηκε μια καινούργια φωτιά στην οδό  Suyane, στην Αρμενική συνοικία. Συγχρόνως με τη φωτιά ένοπλοι στρατιώτες έμπαιναν στα σπίτια Ρωμιών και Αρμενίων και έσφαζαν τον άμαχο πληθυσμό.  Εκείνες τις ώρες ο Αμερικανός πρόξενος Τζορτζ Χόρτον προσπαθούσε να απομακρύνει από τη Σμύρνη τους Αμερικανούς υπηκόους.  

Μια διμοιρία στρατιωτών ξεφόρτωνε βαρέλια με πετρέλαιο όμοια με εκείνα που χρησιμοποιούσε η Petrileum Company της Σμύρνης τα οποία αφού θα φύλαξαν στην αρχή τα μετέφεραν τελικά σε μια αρμενική εκκλησία. Τα γεγονότα αυτά παρακολουθούσε και κατέγραφε ένας δάσκαλος ο Κρικόρ Μπαγκτζιάν ο οποίος κρυβόταν στην ταράτσα της Αμερικανικής Λέσχης που βρισκόταν στην οδό Rechidie.

Οι Τούρκοι άρχισαν να ραντίζουν με το υγρό ότι έβρισκαν μπροστά τους. Τη σκηνή αυτή παρακολούθησε και η διευθύντρια του Αμερικανικού Κολεγίου Θηλέων Μίνι Μιλς. Δηλαδή ένα Τούρκο αξιωματικό να έχει στα χέρια του τενεκέδες με βενζίνη και να μπαίνει στα σπίτια να βάζει φωτιά και να τρέχει.
Επίσης είδαν τους Τούρκους αξιωματικούς και οι καθηγητές αλλά και οι μαθήτριες του Κολεγίου.       

Η σύζυγος ενός Αμερικανού ιεραπόστολου η Κινγκ Μπιρτζ παρατήρησε μια κολόνα καπνού να υψώνεται και με τα κιάλια μπορούσε να διακρίνει καθαρά τους Τούρκους στρατιώτες να βάζουν φωτιά στα σπίτια.  

Ο Κλάφλιν Ντέιβις  του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού είδε επίσης Τούρκους να ρίχνουν εύφλεκτο υλικό κατά μήκος του δρόμου στον οποίο κατευθυνόταν η φωτιά.

Ο Ζουμπέρ διευθυντής της Τράπεζας Credit Foncier στη Σμύρνη βρήκε το κουράγιο να ρωτήσει μια ομάδα Τούρκων στρατιωτών τι έκαναν. Απάντησαν ότι εκτελούσαν εντολές να ανατινάξουν και να κάψουν όλα τα σπίτια της περιοχής.

Οι Αρμένιοι καθολικοί πατέρες του τάγματος Μετιταριάν εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους και κατευθύνθηκαν προς το γαλλικό προξενείο. Κατά την διάρκεια της πορείας τους είδαν πολλές αποδείξεις εμπρησμού.
Μέχρι τις 2 το μεσημέρι το μεγαλύτερο τμήμα της αρμενικής συνοικίας είχε παραδοθεί στις φλόγες.

Οι εκκλησίες  του Αγίου Στεφάνου και της Αγίας Παρασκευής, το αρμενικό νοσοκομείο και εκατοντάδες σπίτια καφενεία και άλλα καταστήματα παραδόθηκαν στις φλόγες.

ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΥ πάνω στο βρετανικό πλοίο Iron Duke ο πλοίαρχος σερ Όσμοντ ντε Μποβουάρ Μπροκ τηρούσε το πρόγραμμα. Έτσι οι αξιωματικοί ντύθηκαν με τις λευκές επίσημες στολές τους για το δείπνο την ώρα που στη στεριά της Σμύρνης εξελισσόταν  μια από τις μεγαλύτερες  τραγωδίες. Κι όταν οι απεγνωσμένες κραυγές από την προκυμαία έγιναν πιο δυνατές και έφταναν στο πλοίο, τότε ο πλοίαρχος έδωσε εντολή στην ορχήστρα  του πλοίου να παίξει πιο δυνατά!

Αρκετοί ναύτες που συμμετείχαν στην απομάκρυνση των Βρετανών υπηκόων, επέστρεψαν στα πλοία τους αφού έγιναν μάρτυρες σκηνών τρόμου. Ένας από αυτούς, ο Τσαρλς Χόους ήταν ένας από εκείνους που έλαβαν μέρος στην εκκένωση  και θυμόταν  όσα είδε: «Γυναίκες ούρλιαζαν για να τις ακούσουν τα παιδιά τους, που όμως αυτά είχαν πεθάνει».

Ένας από τους συναδέλφους του Χόους, ο  ναύτης Μπάντερ είδε εκατοντάδες Έλληνες να κρέμονται από την προκυμαία  σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τη λάβα της φωτιάς. Είδε ακόμα Τούρκους στρατιώτες να κόβουν τα χέρια  των θυμάτων τους. Εκατοντάδες κορμιά έπεσαν στη θάλασσα.

Παρά το γεγονός ότι ο βρετανός ναύαρχος Μπροκ είχε υποσχεθεί στον Τούρκο στρατηγό Νουρεντίν ότι θα παραμείνει αμέτοχος, αθέτησε την υπόσχεσή του. Έτσι τα μεσάνυχτα όλες οι βάρκες  του πλοίου κατευθύνθηκαν προς την προκυμαία  για να βοηθήσουν τον άμαχο πληθυσμό.

‘Ενας από τους ναύτες του θα δηλώσει αργότερα: « Η δυσωδία από το καμένο ανθρώπινο δέρμα ήταν φοβερή. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι νεκρούς. άνδρες, γυναίκες, παιδιά και σκύλοι. Όλη η Σμύρνη εκτός από την Τουρκική συνοικία καιγόταν.  

Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Βήμα του Σικάγου» Τζον Κλείτον έγραφε: «Οι δρόμοι είναι γεμάτοι νεκρούς. Εκτός από την άθλια τουρκική συνοικία, η Σμύρνη δεν υπάρχει πια… το πρόβλημα των μειονοτήτων εδώ λύθηκε διά παντός. Όσο για την αιτία της φωτιάς δεν υπάρχει  καμία αμφιβολία. Την έβαλαν Τούρκοι στρατιώτες».

Απόστολος Τρύφων μητροπολίτης Ρόδου (1914–1946):  Nα τιμηθεί ο προστάτης  
των προσφύγων  της Μικράς Ασίας

Μια μεγάλη προσωπικότητα που έπαιξε θετικό ρόλο στην υποδοχή και στη περίθαλψη των προσφύγων της Μικράς Ασίας ήταν ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος  (1914 μέχρι το 1946).
Πολλοί αναγνωρίζουν το εκκλησιαστικό και πατριωτικό έργο του. Άλλοι πάλι αμφισβητούν το ρόλο του.  

Ωστόσο οι Ροδίτες τον παρακολούθησαν όχι μόνο στον άμβωνα και στο εκκλησιαστικό έργο αλλά και σε θέματα παιδείας. Για να εκτιμηθεί το έργο του θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του ότι εκείνη τη περίοδο η Ρόδος και τα Δωδεκάνησα, ήταν ιταλοκρατούμενα και η καταπίεση και τα μέτρα έγιναν σκληρότερα το 1922 με την άνοδο του φασισμού και του Μουσολίνι.
Διοικητής ήταν ο Ιταλός Ντε Βέκκι Μαρία ο οποίος το 1936 ήρθε να υλοποιήσει σχέδιο αφελληνισμού των Δωδεκανησίων.

Ο μητροπολίτης «είναι ο μόνος που κάνει παραστάσεις διαμαρτυρίας και προσπαθεί να διασώσει ότι είναι δυνατόν μέσα σ’ αυτή τη δίνη του ολοκληρωτισμού» Κώστας Τσαλαχούρης, Η Οικονομική πολιτική της Ιταλίας σ. 24. βασισμένος στον φ.  «ΑΥΕ  Εκκλησία Δωδεκανήσου».  

Ο μητροπολίτης κατόρθωσε να αποσπάσει την έγκριση του διοικητή ώστε να πραγματοποιούνται κατηχητικά μαθήματα κάθε Κυριακή στις εκκλησίες. Κι αυτά τα κατηχητικά μεταβλήθηκαν σε ένα είδος «κρυφού  σχολείου».
Επίσης τα μαθητικά συσσίτια, διαχειριζόντουσαν με την εποπτεία του.
Εξορίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1921. Ήταν τότε ο μοναδικός ηγέτης του ροδιακού λαού.

Το Πατριαρχείο εξέφρασε την ευαρέσκειά του για το έργο του ως προς τα κατηχητικά Σχολεία.
Η  Πολιτεία αναγνώρισε μεταπελευθερωτικά τους τίτλους σπουδών του.
Ο Δήμος Ρόδου δεν έχει ακόμα τιμήσει τη μνήμη του.