Λεξιστορείν: Σκάστε!

Με την προστακτική σκάσε ή στον πληθυντικό σκάστε απαιτούμε από κάποιον να σταματήσει να μιλάει.
Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα «σκάζω» που έχει διάφορες σημασίες όπως στεναχωριέμαι (π.χ. έσκασα που τον είδα λυπημένο) παθαίνω ρήγμα (π.χ. έσκασε το λάστιχο) δραπετεύω (π.χ. το έσκασε από τη φυλακή).


 Η εννοιολογική σημασία του «σταμάτα» που έχει σήμερα  η προστακτική «σκάσε» οφείλεται στο γεγονός πως το ρήμα σκάζω προέρχεται από το ρήμα σχάζω = σταματώ, παύω (κώπαν σχάσαν = σταμάτα την κωπηλασία αναφέρει ο Πίνδαρος).