Δεν ήταν γραφτό, Μανώλη

Γράφει ο
Θανάσης Καραναστάσης

 

Την αναγνώριση που απολάμβανε εν ζωή ο Μανώλης Θεουλάκης αυτή του αποδόθηκε και μετά θάνατον.

Αψευδής μαρτυρία τούτου το μέγα πλήθος που κατέκλυσε τον ναό του Ευαγγελισμού για να του πει το τελευταίο “αντίο”.
Δύο κοινοί μας φίλοι που ήλθαν από την Κω, για να παραστούν στην κηδεία του, εντυπωσιάστηκαν από την παρουσία τόσων πολλών ανθρώπων στην εξόδιο ακολουθία.
Συνάδελφοί του από την εκπαίδευση, συνάδελφοί του ιεροψάλτες, συγχωριανοί του, μαθητές του, γονείς μαθητών του και πολλοί φίλοι του είχαν έλθει να τον κατευοδώσουν στο μακρινό του ταξίδι.

Στο πρόσωπό του η τοπική κοινωνία τιμούσε την προσφορά του στην εκπαίδευση, στον μουσικό πολιτισμό, στην ψαλτική τέχνη για την οποία είχε ξοδέψει χιλιάδες ώρες μελέτης.
Τον τιμούσε φυσικά και για το ήθος του, γιατί ήταν άνθρωπος απλός, ευπροσήγορος, καλοσυνάτος. Ήταν υπεράνω μικροτήτων. Ο Μανώλης είχε πολλές αγάπες. Αγαπούσε βεβαίως την οικογένειά του, τη σύζυγό του Παρασκευή, τους γιους του Παναγιώτη και Κώστα και τους φρόντιζε.
Αγαπούσε τα παιδιά, τους μαθητές του και νοιαζόταν για την πρόοδό τους. Και ήταν θετικό πρότυπο για την εξέλιξή τους.

Η αγάπη του για τη μουσική, ιδίως τη βυζαντινή μουσική, ήταν ατελείωτη. Έπαιζε με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ακορντεόν και είχε ένα πλουσιότατο ρεπερτόριο τραγουδιών όλων των ειδών.
Είχε όμως και μια άλλη αγάπη που πολλοί μάλλον δεν εγνώριζαν. Ήταν παθιασμένος καλλιεργητής. Η σχέση του με τη γη ήταν ασίγαστος έρωτας.
Στο κτήμα που είχε ανάμεσα στην Ιαλυσό και την Κρεμαστή, αφιέρωνε ώρες ολόκληρες φροντίζοντας τα δέντρα και τα ζαρζαβατικά που καλλιεργούσε.
Κλάδευε, μπόλιαζε, γνώριζε τις ανάγκες των φυτών του και τι έπρεπε να κάνει για κάθε είδος ανάλογα με την εποχή.
Γι’ αυτόν ήταν υπέρτατη ευτυχία να βλέπει τα φυτά του να μεγαλώνουν και να καρπίζουν. Μερικές φορές είχα γευτεί κι εγώ προϊόντα της γης του.

Ο Μανώλης Θεουλάκης ήταν ένας από τους αγαπημένους φίλους μου. Κι είναι μεγάλη η θλίψη μου για την απώλειά του. Τον Μανώλη τον πρωτογνώρισα στο γραφείο του Γιάννη Παρασκευά, πριν από 35 χρόνια περίπου. Μπήκα στο γραφείο και βρήκα τους δύο σκυμμένους πάνω από ένα βιβλίο να μελετούν βυζαντινούς ύμνους. Προστέθηκα στην παρέα.  Αυτή ήταν η αρχή μιας πολύχρονης και στενής φιλικής σχέσης. Με δική του παρότρυνση έγινα μέλος του συλλόγου και της χορωδίας των Ιεροψαλτών Ρόδου.
Στις κατά καιρούς δημόσιες εμφανίσεις της χορωδίας μου ανέθετε την παρουσίαση του προγράμματός της. Στις εμφανίσεις αυτές ξεδίπλωνε την ικανότητά του ως χοράρχη.
Τον Οκτώβριο του 1992 συνεργαστήκαμε για την οργάνωση συνάντησης χορωδιών βυζαντινής μουσικής στο Εθνικό Θέατρο, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 2400ά γενέθλια της πόλεως Ρόδου.

Σ’ αυτή την εκδήλωση τιμήσαμε και τον άρχοντα πρωτοψάλτη, Αθανάσιο Καραμάνη.
Ακολούθησε μια περίοδος πιέσεων εκ μέρους του να κατέβω  στον Ευαγγελισμό για να ψάλλομε μαζί. Εγώ αρνιόμουν. Απείχα πολλά χρόνια από το αναλόγιο, λόγω κυρίως των εργασιακών μου υποχρεώσεων και είχα συνηθίσει το κυριακάτικο χουζούρι. Τελικά με έπεισε και πήγα. Μου άρεσε και έμεινα. Για μια δεκαετία περίπου στάθηκα δίπλα του, στα δεξιά του.
Τον ισοκρατούσα ή ψάλλαμε μαζί, ανάλογα με την παρουσία και άλλων ατόμων στο αναλόγιο.
Εάν έψαλα τροπάριο μόνος μου κι έκανα κάποιο λάθος, με διόρθωνε επί τόπου.
Εάν το έψαλα σωστά ή πρόσθετα κάτι δικό μου στη μουσική φράση, ξαφνιαζόταν ευχάριστα. Τότε γύριζε προς το μέρος μου μ’ ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας και ικανοποίησης και μου έκλεινε το μάτι.

Ο Μανώλης ήταν επίμονος στην ακριβή εκτέλεση του μουσικού κειμένου. Οι μουσικές του γνώσεις δεν επέτρεπαν καμία παρέκκλιση. Οι δικές του κορυφαίες στιγμές ήταν το τροπάριο της Κασσιανής το βράδυ της Μ. Τρίτης και το δοξαστικό “Εξέδυσάν με...” τη Μ. Πέμπτη.
Το ίδιο βράδυ μου έδινε να ψάλω το “Επί ξύλου βλέπουσα...” όπως μου είχε μάθει να το ψάλλω ο αξέχαστος δάσκαλός μου Μιχάλης Σαρρής. Ήμουν τότε μόλις δεκατριών ετών!
Τι να πρωτοθυμηθώ από τα τόσα πολλά και ωραία που ζήσαμε μαζί τα προηγούμενα χρόνια;
Nα θυμηθώ τα αξέχαστα γλέντια που κάναμε στη γιορτή μου, όταν εκείνος με το ακορντεόν του κι ο Κώστας Κουκιάς με την κιθάρα του και με τα τραγούδια τους μας χάριζαν δαιμονισμένο κέφι;
Να θυμηθώ τις όμορφες βραδιές που περάσαμε στο μπαλκόνι μου; Nα θυμηθώ, τέλος, την παρουσία του, στον γάμο του δευτερότοκου γιου μου;

Eίχα γράψει μερικούς στίχους - κανακέματα για τον Μιλτιάδη μου και ήλθε ο Μανώλης με το ακκορντεόν του. Σκέφθηκε επιτόπου ένα σκοπό κι  αρχίσαμε να τους τραγουδούμε εκείνος, εγώ κι ο ανηψιός μου ο Νίκος την ώρα που ο γιος μου ντυνόταν γαμπρός. Η συγκίνησή μου εκείνες τις στιγμές δεν περιγράφεται.
Ήλθε και στην εκκλησία, στο γαμήλιο δείπνο ήταν και πάλι μαζί μας.
Περίμενα να έλθουν τα Χριστούγεννα για να ψάλουμε τους ωραίους ύμνους της εορτής, στον ήχο μάλιστα που μου αρέσει ιδιαίτερα, τον πρώτο ήχο.
Δεν ήταν γραφτό να ζήσω αυτή τη χαρά. Δεν ήταν επίσης γραφτό να ξαναπάμε στο χωριό μου για να ψάλουμε στην εκκλησία της Παναγιάς. Είχαμε πάει δύο φορές, το 2016 και το 2017 και του άρεσε. Είχε γνωρίσει εκεί άλλα μέλη της οικογένειάς μου και παλιούς παιδικούς μου φίλους, οι οποίοι τον είχαν καλοδεχτεί.
Πρόσφατα ο ίδιος, μάλιστα, μου έλεγε να βρούμε μια ευκαιρία να ξαναπάμε στην Καρδάμαινα.
Ήταν για πολλά χρόνια μέρος της ζωής μου ο Μανώλης Θεουλάκης. Δεν γίνεται να τον ξεχάσω. Και δεν θα λείψει μόνο σε μένα.

Θα λείψει στον Παπα-Γιάννη και στον Παπα-Μανώλη. Στον Σώστη, στον Αλέκο, στη Γραμματική, στον Παντελή και στον Θανάση τον  “βήτα”, όπως τον έλεγε.
Θα λείψει στον Λάκη, στον Νίκο, στον Παναγιώτη και στους άλλους του αριστερού χορού. Θα λείψει  στους επιτρόπους και στον νεωκόρο του Ευαγγελισμού. Θα λείψει σε όλους μας στον κυριακάτικο καφέ.
Είναι μεγάλη η θλίψη μου, για την απώλεια του αγαπημένου φίλου.
Εν τούτοις, η φιλία που είχα με τον εκλιπόντα, δεν θα πάψει να υπάρχει. Θα έχει τη συνέχεια με τα μέλη της οικογένειάς του. Το συμφωνήσαμε με τον γιο του, τον Παναγιώτη.
Θα συναντιόμαστε στον ναό του Ευαγγελισμού και θα πίνουμε κατόπιν τον κυριακάτικο καφέ μας κανονικά, όπως κάναμε με τον Μανώλη. Με την ίδια παρέα φίλων. Γιατί έτσι θα τον διατηρούμε συνεχώς παρόντα στη σκέψη μας. Γιατί η αγάπη μας στο πρόσωπό του δεν έχει θέση στη λήθη.