Μεσαιωνολόγιο: Η Ιστορία της γιορτής  των Χριστουγέννων

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr

Η γέννηση του Χριστού, αν και αδιαμφισβήτητα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες στιγμές στη ζωή της Εκκλησίας, καθυστέρησε να ενταχθεί στο εορτολόγιό της, τουλάχιστον ως προς την ημερομηνία που τη γνωρίζουμε σήμερα. Μέχρι τα τέλη του 3ου αιώνα μ. Χ. δεν υπήρχε κάποια σχετική ή άλλη εορτή, αφού ως ημέρα μνήμης των αγίων και μαρτύρων όριζαν αυτή του θανάτου. Στην πραγματικότητα, τα Χριστούγεννα δεν συμπεριλαμβάνονται στις αρχαίες γιορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας, και μάλιστα η τήρηση των γενεθλίων καταδικάζονταν σαν ένα αρχαίο Ελληνικό, "ειδωλολατρικό" έθιμο, απεχθές στους Χριστιανούς.  Τον 4ο αιώνα πλέον όμως, καθιερώθηκε ξεχωριστή γιορτή, αφιερωμένη στη γέννηση του Θεανθρώπου.

Η επιλογή της ημερομηνίας δεν ήταν εύκολη υπόθεση και γέννησε πολλές συζητήσεις. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει καμία αναφορά, ούτε στην Παλαιά ούτε στην Καινή Διαθήκη, που να αναφέρει πότε γεννήθηκε ο Χριστός, αν και υπάρχουν ενδείξεις που συνηγορούν στην Φθινοπωρινή γέννηση του (με πιθανότερο το μήνα Οκτώβρη), και όχι στην χειμερινή. Αυτό το κενό όμως έδινε την ελευθερία να προταθούν διαφορετικές ημερομηνίες που περιελάμβαναν τους μήνες Ιανουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Νοέμβριο. Τελικά, η καθιέρωση της 25ης Δεκεμβρίου, ως ημέρα των Χριστουγέννων, έγινε στη Ρώμη, από τον Πάπα Ιούλιο τον Α, τον 4ο μ.χ. αιώνα, μετά από έρευνα που έγινε στα αρχεία της Ρώμης, για την χρονιά επί Αυγούστου απογραφής, και κατόπιν υπολογισμών βάσει των Ευαγγελίων.

Μία θεωρία υποστηρίζει όμως ότι η συγκεκριμένη ημερομηνία συνέπιπτε με τις ειδωλολατρικές εορτές του Χειμερινού Ηλιοστασίου (22-25 Δεκεμβρίου) και την «Επιστροφή» του Ηλίου (που κάποιοι σύγχρονοι ονόμασαν Ηλιούγεννα) και άρα ο Χριστός όφειλε να είναι ο «Ήλιος», ο δίδων το φως εις τον κόσμο. Το διάστημα του Δωδεκαημέρου που κρατούσαν οι γιορτές, και που περιελάμβανε τα Χριστούγεννα, την πρωτομηνιά του Ιανουαρίου και τα Φώτα, συνέπιπτε επίσης με παλαιότερες γιορτές, όπως τις ρωμαϊκές Καλένδες, τα ακόμα παλαιότερα Σατουρνάλια (γιορτή του θεού Κρόνου) της Ρώμης και τα Αγροτικά της αρχαίας Αθήνας.

Στην Κωνσταντινούπολη η γέννηση του Κυρίου γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 378 και αυτό όχι χωρίς αντιδράσεις. Χρειάστηκε μάλιστα να περάσει σχεδόν μισός αιώνας ακόμα, ώσπου το 433 να εορταστούν για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα στους Άγιους Τόπους. Στην επικράτηση της γιορτής σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι προσπάθειες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου. Την εποχή του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα, ο εορτασμός των Χριστουγέννων, στις 25 Δεκεμβρίου, είχε πλέον εξαπλωθεί σχεδόν σε όλη την Ανατολή.

Πώς γιορτάζονταν τα Χριστούγεννα στο Βυζάντιο
Την ημέρα των Χριστουγέννων φαίνεται ότι στην εκκλησία, τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα, γινόταν αναπαράσταση της γέννησης με την κατασκευή σπηλαίου εντός του κτιρίου και την τοποθέτηση μικρού παιδιού που παρίστανε τον Ιησού μέσα σε αυτό. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια των εορτών, με φροντίδα του Έπαρχου της πόλης, οι δρόμοι καθαρίζονταν και στολίζονταν. Ο στολισμός γινόταν με την τοποθέτηση στύλων που επάνω τους τοποθετούσαν δεντρολίβανα, κλαδιά μυρτιάς και λουλούδια της εποχής. Ανάλογου καλλωπισμού και στολισμού τύγχαναν και οι οικίες στις οποίες παρατίθενταν γεύματα που διαδέχονταν το ένα το άλλο.

Τα ανάκτορα, βέβαια, δε θα μπορούσαν να μην συμμετέχουν στο πνεύμα των ημερών. Μέχρι τουλάχιστον τον 12ο αιώνα, ο Αυτοκράτορας με την επίσημη ενδυμασία του έβγαινε από το Ιερόν Παλάτιον και περνώντας από τη Μέση, τον πιο πλατύ δρόμο της Κωνσταντινούπολης, συνοδευόμενος από στρατηγούς και αυλικούς, και επευφημούμενος από τον Δήμο έφτανε στην Αγία Σοφία όπου τον υποδεχόταν ο πατριάρχης και ξεκινούσε η λειτουργία. Η πομπή μέσα σε επευφημίες επαναλαμβανόταν κατά την επιστροφή του αυτοκράτορα στα ανάκτορα. Στη συνέχεια ο βασιλιάς παρέθετε επίσημο γεύμα στους άρχοντες, σε ξένους προσκεκλημένους, αλλά και σε δώδεκα φτωχούς, κατά τον τύπο των μαθητών του Χριστού. Το γεύμα αυτό συνόδευε χορωδία ψαλτών.

Τα παιδιά πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα κάλαντα με τη συνοδεία αυλών και συρίγγων, ενός πνευστού οργάνου που μοιάζει με τον αυλό του Πανός ή το Πανφλάουτο. Από κάποιους στίχους του 12ου αιώνα, του Ιωάννη Τζέτζη, γνωρίζουμε ότι τα παιδιά μαζί με τα κάλαντα απεύθυναν και εγκώμια στους ιδιοκτήτες των σπιτιών και δεχόντουσαν τα φιλοδωρήματά τους. Το ίδιο έκαναν και ενήλικοι μουσικοί, οι οποίοι μάλιστα, όταν δεν αμείβονταν με το ποσό που ήθελαν, συνέχιζαν να τραγουδούν μέχρι αργά την νύχτα.

Έχει γραφτεί, και όχι άδικα, ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια των εορτών, που κρατούσαν όπως είδαμε δώδεκα ημέρες, επικρατούσε ένας άνεμος τρέλας στο Βυζάντιο. Ο λαός πλημμύριζε τους δρόμους και ξεφάντωνε ξεφεύγοντας από τα κατεστημένα όρια. Μέσα στο εορταστικό αυτό κλίμα κάποιοι χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών μην αφήνοντας τους ένοικούς τους να κοιμηθούν. Στις οικίες των πλουσίων συγκεντρωνόταν κόσμος που ζητούσε επιτακτικά δώρα και ισχυριζόταν ότι οι κάτοικοί του τού χρωστούσαν χρήματα. Επικρατούσε μάλιστα η συνήθεια της μεταμφίεσης. Αν πάρουμε ως κυριολεξία τα λόγια των συγγραφέων της εποχής, οι μεταμφιέσεις αυτές δεν πρέπει να είχαν όριο.

Οι άνθρωποι παρίσταναν άγρια ζώα, σάτυρους, καλόγερους. Πόρνες ντύνονταν καλόγριες, προκαλώντας τη φρίκη της εκκλησίας, ενώ ακόμα και κληρικοί και μοναχοί έπαιρναν μέρος στις διασκεδάσεις ντυμένοι ως σάτυροι και βαδίζοντας στα τέσσερα σαν τα ζώα. Μάλιστα, την ημέρα αυτή, υπήρχε μία σχετική ελαστικότητα των αρχών, αφού οι αυτοκράτορες απαγόρευαν τη σύλληψη ανθρώπων που είχαν υποπέσει σε ελαφρά παραπτώματα. Επιπλέον, επικρατούσε η συνήθεια να δίνεται χάρη σε κρατούμενους οι οποίοι δεν βαρύνονταν με κακουργήματα.

Την ημέρα των Χριστουγέννων τελούνταν επιπλέον ιπποδρομίες προς μεγάλη ενόχληση της εκκλησίας, η οποία ζητούσε επιτακτικά να μην λαμβάνουν χώρα τέτοιες ημέρες, ώστε ο κόσμος να προσέρχεται στην εκκλησία. Οι ιπποδρομίες ωστόσο ήταν ιδιαίτερα αγαπητές για τους Βυζαντινούς που συνέρεαν μαζικά σε τέτοια θεάματα. Μάλιστα, την ημέρα των Χριστουγέννων, ο ίδιος ο αυτοκράτορας από το Κάθισμά του παρακολουθούσε τις ιπποδρομίες.

Την επόμενη μέρα των Χριστουγέννων οι Βυζαντινοί συνήθιζαν να παρασκευάζουν το λοχόζεμα, έναν ζωμό με ψημένο σιμιγδάλι, βούτυρο και μέλι και να το στέλνουν σε λεχώνες, σε φιλικά σπίτια, προς τιμήν των λοχείων της Παναγίας, με σκοπό να τονώσει τη λεχώνα και να την βοηθήσει να παράγει περισσότερο γάλα. Δεν είμαστε βέβαιοι πότε ξεκίνησε το έθιμο αυτό. Ξέρουμε όμως σίγουρα, χάρη σε μία αναφορά του Συμεών του Μεταφραστή, ότι η συνήθεια αυτή βρισκόταν σε ισχύ τον 10ο αιώνα, όχι όμως και τον 12ο, τουλάχιστον όσον αφορά τη Βασιλεύουσα, όπως μας βεβαιώνει ο Θεόδωρος Βαλσαμών. Αιτία της έκλειψης του εθίμου είναι σχετική απαγόρευση της εκκλησίας, η οποία απειλούσε με αφορισμό τους λαϊκούς και καθαίρεση τους κληρικούς που το εξασκούσαν, αφού σύμφωνα με την Εκκλησία, η Παναγία «οὐκ ἔγνω λοχείαν».