ΜΕΣΑΙΩΝΟΛΟΓΙΟ:    Η ιστορία της Πρωτοχρονιάς

Όλα τα ημερολογιακά συστήματα είναι ανθρώπινες επινοήσεις. Αυτό όμως που τα συνδέει είναι η ύπαρξη κάποιου σημείου αναφοράς, όπως στο χριστιανικό ημερολόγιο, στο οποίο κεντρικό σημείο είναι η γέννηση του Ιησού. Συνδέονται, βεβαίως, με αστρονομικά φαινόμενα, και ειδικά τον ήλιο και τη σελήνη ή τον συνδυασμό των κινήσεών τους (αστρονομικό έτος), αλλά η Πρωτοχρονιά είναι μια «εφεύρεση» σε διαρκή διαπραγμάτευση, μέχρι να επιβληθεί η 1η Ιανουαρίου.

 

Η ημερολογιακή αρχή της χρονιάς ήταν διαφορετική πολλές φορές σε διάφορες εποχές. Διέφερε ακόμη και μέσα σε ίδιες εποχές από διάφορες εθνικές ή άλλες ομάδες. Ο κυρίαρχος σήμερα τρόπος μέτρησης του πολιτικού και εκκλησιαστικού χρόνου, που εισηγήθηκε ο μοναχός Διονύσιος ο Μικρός (6ος αιώνας), ήταν η ωριμότερη έως τότε σκέψη.

Η ιστορία δεν είχε πια απλώς ένα σημείο εκκίνησης, αλλά ένα κέντρο. Όλα τα συμβάντα μπορούσαν να τοποθετηθούν Πριν ή Μετά από την εμφάνιση του Ιησού. Μέχρι τότε, στα περισσότερο γνωστά συστήματα, οι χρονολογήσεις τοποθετούσαν τα γεγονότα μετά από μια αφετηρία: την άλωση της Τροίας, την πρώτη Ολυμπιάδα, την κτίση της Ρώμης, τη δημιουργία του κόσμου κλπ.

Οι ρίζες της καθιέρωσης της 1ης Ιανουαρίου βρίσκονται μάλλον στην αρχαία Ρώμη και ειδικά στο ημερολόγιο του Νουμά - διαδόχου του Ρωμύλου. Σε αυτόν αποδίδεται η προσθήκη του Ιανουαρίου στο δεκάμηνο τότε ρωμαϊκό ημερολόγιο. Ως 11ος μήνας αφιερώθηκε στον Ιανό, ο οποίος, εκτός των άλλων, θεωρούνταν και θεός κάθε αρχής. Με τη διάσταση αυτή ήταν ζήτημα χρόνου ο τελευταίος μήνας να γίνει πρώτος και η πρώτη μέρα του Πρωτοχρονιά. Γύρω στο 150 π.Χ. η έναρξη του ρωμαϊκού πολιτικού έτους θα τοποθετηθεί επισήμως κατά τον Ιανουάριο.

Φαίνεται ένας από τους λόγους ήταν πως στις καλένδες του (αρχές του μήνα) ορκίζονταν οι άρχοντες (ετήσιοι ύπατοι, πραίτορες). Άλλωστε, τα χρονολόγια και τα ημερολόγια μοιάζουν ουδέτερα, α-πολιτικά, αλλά στην πραγματικότητα ο δεσμός ανάμεσα στον χρόνο και την όποια εξουσία είναι τόσο παλιός όσο και τα συστήματα μέτρησης του χρόνου από τα συστήματα εξουσίας.  Στις τελετές που ακολουθούσαν και συνεχίστηκαν από τους μετέπειτα αυτοκράτορες, πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι έχουν τις ρίζες τους τα σύγχρονα κάλαντα, αλλά και τα «δώρα» των Χριστουγέννων… Παρά, όμως, τις βαθιές ρίζες της, η 1η Ιανουαρίου, μόλις μετά τον 10ο αιώνα, βαθμιαία και αργόσυρτα, θα αρχίσει να καθιερώνεται στην Ευρώπη ως η αρχή του πολιτικού έτους.

Στο Μεσαιωνικό κόσμο, μπορούσες να ξεκινήσεις μια χρονιά από ένα μέρος και, ύστερα από πολλές μέρες, να φτάσεις σ’ ένα άλλο την προηγούμενη χρονιά! Ετσι, για παράδειγμα, ένας έμπορος που αναχωρούσε την 1η Μαρτίου του 1250 από τη Βενετία, φθάνοντας στη Φλωρεντία βρισκόταν το 1249. Συνεχίζοντας, μάλιστα, την πορεία του προς την Πίζα βρισκόταν στο 1251! Το ταξίδι στο… παρελθόν ή το μέλλον, κατά το Μεσαίωνα, δεν οφειλόταν, φυσικά, σε κάποια «μηχανή του χρόνου», αλλά στα ανόμοια ημερολόγια που ίσχυαν την ίδια εποχή σε διαφορετικές περιοχές. Αλλού στην ιταλική χερσόνησο η χρονιά άρχιζε την 1η Ιανουαρίου, αλλού την 1η ή και την 25η Μαρτίου, (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου).

Στην Ισπανία και τη Γερμανία του Μεσαίωνα το έτος άρχιζε τα Χριστούγεννα, ενώ στη Γαλλία για ένα διάστημα την 1η Απριλίου. Αλλά και στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη, που ενδιαφέρει περισσότερο στα «καθ’ ημάς», η Πρωτοχρονιά οριζόταν διαφορετικά. Από τον 4ο αιώνα, την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, την τοποθετούσαν την 1η Σεπτεμβρίου, καθώς για τον αγροτικό πληθυσμό, τότε αρχίζει το γεωργικό έτος, αφού τότε ξεκινούν όλες οι προετοιμασίες για το όργωμα και τη σπορά, αλλά τότε κλείνει και ο κύκλος εργασιών του  προηγούμενου έτους, οπότε έχουν συγκεντρωθεί όλα τα εισοδήματα και το κράτος όριζε τότε στον κάθε νοικοκύρη τι φόρο πρέπει να πληρώσει απ' την παραγωγή του. Ήταν ένα είδος αρχής του οικονομικού έτους.

Κατά την αρχαιολόγο κα Αντιγόνη Τζιτζίμπαση, του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης «Για τον απλό λαό, όμως, η Πρωτοχρονιά εξακολουθούσε να είναι η 1η Ιανουαρίου, ο εορτασμός της οποίας συνοδευόταν από βαθιά ριζωμένα έθιμα». Η ημέρα αυτή γιορταζόταν με μεγάλη χαρά από τους Βυζαντινούς, ενώ κατά τη διάρκεια της ανταλλάσσονταν χρηματικά δώρα. Στα παιδιά δινόταν δώρο μετά την ανταλλαγή των ευχών, ένα νόμισμα. Πέρα, όμως, από τα χρηματικά δώρα, ο κόσμος αντάλλασε δώρα, καρπούς και γλυκίσματα. Υπήρχε δε η αντίληψη ότι πρέπει να περάσουν την ημέρα όσο πιο εύθυμα και χαρούμενα γινόταν, για να έχουν αντίστοιχα ένα χαρούμενο χρόνο. Για αυτό και φρόντιζαν να διασκεδάζουν με γεύματα και χορούς αλλά και να μεταμφιέζονται σε διάφορα ζώα.

Οι Βυζαντινοί, επίσης, ήταν προληπτικοί και φρόντιζαν ο πρώτος άνθρωπος, που θα μπει την 1η Ιανουαρίου σπίτι τους, να τους φέρει και καλοτυχία για την καινούργια χρονιά, μια δοξασία που ισχύει ακόμη και στις μέρες μας. Στην Κωνσταντινούπολη, για όσο ίσχυε ο θεσμός της υπατείας, ο ύπατος μοίραζε σακουλάκια με χρήματα στο λαό, τα λεγόμενα «αποκόμβια». Από την περίοδο του Ιουστινιανού Α΄ και εξής δόθηκε η εντολή να μοιράζονται μόνο αργυρά νομίσματα, τα μιλιαρήσια, και όχι χρυσά. Κατά την διάρκεια των Καλάνδων (12ήμερο μεταξύ Χριστουγέννων και Φώτων), τα σχολεία έκλειναν και δεν γίνονταν δίκες.

Όσο για το περίφημο έθιμο στολίσματος του δέντρου, ξεκινάει από την αρχαιότητα, όπως αναφέρουν ιστορικά κείμενα, όπως πχ για τη λατρεία της Κυβέλης. Η Βελανιδιά ή Δρυς, ήταν ιερό δέντρο αφιερωμένο στον Δία, ενώ στις Χριστιανικές απεικονίσεις, αποδίδεται στο Χριστό. Η παράδοση λέει πως τον 8ο αι. μΧ, ο Άγιος Βονιφάτιος καθιέρωσε το Έλατο σαν σύμβολο χριστιανικό (στη θέση της βελανιδιάς) και κυρίως σαν σύμβολο των Χριστουγέννων, προκειμένου να ξεπεραστεί η λατρεία στη βελανιδιά, που παρέπεμπε στα χρόνια της ειδωλολατρίας. Έτσι προέκυψε το έθιμο αυτό, που επανέφερε πλέον στην Ελλάδα ο Όθωνας, το 1833, στολίζοντας τα ανάκτορα του Ναυπλίου.

Εν κατακλείδι, αν και στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, η χριστιανική εκκλησία θεωρεί αρχή του έτους τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου) και από το 313 την 1η Σεπτεμβρίου (που διατηρήθηκε για αρκετό καιρό, ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα), ενώ καταδικάζει ως ειδωλολατρική την Πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου, αυτή δείχνει να συνεχίζει να γιορτάζεται σε λαϊκά πανηγύρια, συνεχίζοντας τις Ρωμαϊκές Καλένδες. Τέλη του 16ου αιώνα, μαζί με την εισαγωγή του νέου (Γρηγοριανού) ημερολογίου, ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ καλεί τους χριστιανούς να υιοθετήσουν ως Πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου και ενώ τον 17ο - 19ο αιώνα, η Ευρώπη γιορτάζει πολλές και διαφορετικές πρωτοχρονιές και ο υπόλοιπος κόσμος ακόμη περισσότερες, στις αρχές πλέον του 20ού αιώνα, γενικεύεται ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς την 1η Ιανουαρίου, με παράλληλη διατήρηση δεκάδων άλλων βασικών ημερολογίων. Πάντως, ακόμη και σήμερα, μουσουλμάνοι, εβραίοι και άλλοι λαοί, έχουν τη δική τους Πρωτοχρονιά.

Πηγές:
Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, τόμος 6ος, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1955
http://www.enikos.gr
https://m.eirinika.gr
www.dogma.gr
www.tovima.gr
www.24grammata.com
www.ekklisiaonline.gr
https://classroom.synonym.com