Η λογική της παραβίασης των θεσμών

Για να μπορέσει κάποιος να πει ότι ξεπέρασε τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις του για μια κοινωνία γεμάτη ανισότητες και αδικίες, πρέπει να πειστεί πως η κοινωνία αυτή έχει κάνει άλματα προς τα εμπρός, με πολίτες γαλουχημένους σε αλληλέγγυες συμπεριφορές και στάσεις που αποδεικνύουν πως τα δεδομένα έχουν πραγματικά αλλάξει, μακράν των όποιων εγωιστικών - εγωπαθών συμπεριφορών ή οπορτουνιστικών θεωριών.

Το σήμερα δείχνει ακριβώς το αντίθετο, ότι αυτό που μετρά δεν είναι η συντονισμένη προσπάθεια για γενική ευημερία αλλά για προσωπική εξασφάλιση, για την επιζητούμενη μοναδική θέση στον ήλιο που θα εξασφαλίσει υποτιθέμενα την αξιοπρεπή ατομική διαβίωση. Για να φτάσει να θεωρήσει ο καθένας πως πράγματι κάτι διαφορετικό έχει συμβεί στην κοινωνία, θα πρέπει να μην μπορεί να αλωνίζει όποτε θέλει κατά την διάρκεια των συναλλαγών ή επικοινωνιακών επαφών με τους άλλους, με λίγα λόγια θα πρέπει να πειστεί πως αυτό που προέχει είναι το γενικό και όχι το ατομικό συμφέρον.

Όσο όμως θα υπάρχει κράτος με την σημερινή ή άλλη μορφή βασισμένο στην φαντασίωση της υποτιθέμενης τακτοποίησης των διαφορών και άλωσης των άγριων ανθρώπινων ενστίκτων, το συμφέρον θα είναι προφανώς εξατομικευμένο γιατί αυτή ακριβώς η χρηστική ιεραρχία επιφέρει σοβαρό ανταγωνισμό και εξοβελισμό του άλλου, βασική προυπόθεση ύπαρξης του ίδιου του κράτους. Όσο υπάρχουν περίκλειστες σχέσεις εξουσίας, δεν θα μπορέσει ποτέ να επικρατήσει ισότητα και αμοιβαιότητα, γιατί πολύ απλά αυτά είναι στοιχεία που καθιστούν την άσκηση εξουσίας δύσκολη υπόθεση.

Ποιος ή ποια σήμερα, για παράδειγμα, δεν επιθυμεί να είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης που συνθέτει το καθοδηγητικό προτσές που εμπλουτίζεται από τις κάθε είδους περιοριστικές αρμοδιότητες στο όνομα του ότι η ελευθερία σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, αλλά που στην πράξη η ελευθερία αυτή μάλλον προσβάλλεται και πλήττεται από τον ευθύ περιορισμό της στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις;

Για να τα πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: Ποιος ή ποιοι μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα την άποψή τους σήμερα χωρίς να κινδυνεύσουν να σχολιαστούν ή να διωχθούν ποινικά όταν θίγουν ευαίσθητα θέματα που σχετίζονται με την διαφθορά και την κακοδιαχείρηση;  Ο καθένας μπορεί να βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου από την μια στιγμή στην άλλη, επειδή ακριβώς αυτός ο ανεξέλεγκτος αλλά ενδελεχής έλεγχος, που διανθίζεται παραπλανητικά από την δήθεν προστασία των προσωπικών δεδομένων, διεισδύει σε όλα τα επίπεδα της προσωπικής ζωής.

Η δίκη του Κάφκα όχι απλά είναι επίκαιρη την σημερινή εποχή αλλά θα έλεγε κανείς πως μάλλον σε αυτήν απευθύνεται, όταν για κάποιο άγνωστο λόγο ένα πρωινό σύρεται κάποιος από τις αρμόδιες αρχές ενώπιον ενός δικαστηρίου ως κατηγορούμενος, επειδή τάχα παρέβη εμφανώς την θεσμική θωράκιση. Είναι μια άνευ προηγουμένου βεβήλωση της προσωπικότητας, ένας διασυρμός στην λογική του ότι γενικοί και αόριστοι κανόνες έχουν παραβιαστεί, χωρίς να δίδονται εξηγήσεις και δικαιολογίες για τον διασυρμό αυτό.

Μια κοινωνία γεμάτη ανισότητες και διαχωρισμούς, ένας κόσμος γεμάτος από παραπλανητικές νουθεσίες και κυρήγματα, αυτή ακριβώς την ζωή βιώνει ο πολίτης που δεν μπορεί να ξεφύγει δραστικά με την σκέψη του. Ένας κακοποιημένος χωρίς να το καταλάβει πολίτης είναι, η προσωπικότητα του οποίου παραποιείται σε καθημερινή βάση και μάλιστα πολλές φορές κατά την διάρκειά της ανταγωνιστικής διαδικασίας με τους άλλους πολίτες. Εκεί έχει φτάσει μάλιστα το πράγμα, ώστε το φταίξιμο να αποδίδεται αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό μας ενώ το πρόβλημα είναι αλλού, εκεί που κανείς δεν θέλει να κοιτάξει.

Η κοινωνία λοιπόν όχι μόνο δεν έχει κάνει άλματα προόδου για να πειστεί κανείς πως κάποια στιγμή θα εκλείψουν οι ανισότητες και οι διαχωρισμοί , αλλά αυτή η παρατεταμένη υπαναχώρηση διαιωνίζει την παντοδυναμία της ιεραρχίας που εκλαμβάνεται ως φυσικό στοιχείο μιας αδήρητα καταπιεστικής ζωής θεωρούμενης ως αναπόφευκτο γεγονός στην λογική του ότι ο άνθρωπος δεν επιθυμεί πραγματικά την απόλυτη ελευθερία.

Αυτού του είδους η θεώρηση στέλνει ενίοτε τους ανθρώπους στα ψυχιατρεία και στους κάθε λογής ειδικούς που πασχίζουν να επαναφέρουν τον καθένα στον εικαζόμενο δρόμο της ομαλότητας. Λες και η ομαλότητα αυτή συνάγεται από την ανισότητα και τις διακρίσεις που είναι για τους ειδικούς αυτούς a priori αξιώματα που για να μην προκαλούν ευθέως τα αποκαλούν φυσική κλίση στην αντίθεση και την αντιπαράθεση, βοηθούσης βέβαια της υποκριτικά ευγενούς χρήσης της γλώσσας που στην περίπτωση αυτή λειτουργεί ως καταλύτης καταιγιστικών εξελίξεων στις ανθρώπινες σχέσεις.