Μουσική κληρονομιά στα Δωδεκάνησα: Μια σύντομη εθνομουσικολογική αναδρομή

Της Λουίζας Κουλά

Η θάλασσα χωρίζει, η θάλασσα ενώνει, «τα όργανα κι οι μουσικές ταξιδεύουν…», όπως συνηθίζει να λέει ο δάσκαλός μου, ο Λάμπρος Λιάβας, τονίζοντας την ιδιαίτερη πολιτισμική και μουσική σημασία των Δωδεκανήσων στον αιγαιακό χώρο, ήδη από την αρχαιότητα.

Λόγος, Μέλος και Κίνηση είναι τα τρία στοιχεία που εμφανίζονται και τεκμηριώνονται ως μια αδιάσπαστη ενότητα μέχρι σήμερα στη δημοτικό μας τραγούδι και το χορό: μια «αδιαίρετη τριάδα», που λέει κι ο δάσκαλος… Ας κάνουμε λοιπόν μια μικρή αναδρομή στη μουσική μας παράδοση.

Ήδη στην αρχαιότητα καταγράφονται πάνω από τριάντα καλλιτέχνες με καταγωγή από τα Δωδεκάνησα που έτυχαν πανελλήνιας αναγνώρισης, ανάμεσα σ’ αυτούς και δυο γυναίκες: η ποιήτρια Ήριννα από την Τήλο και η κόρη του Κλεόβουλου του Λίνδιου, η Κλεοβουλίνη.

Ο Αθήναιος, περίπου το 200 μ.Χ. διασώζει το αρχαίο λαϊκό τραγούδι του χελιδονιού, που ανάγεται σαφώς σε πολύ παλιότερα χρόνια. Πρόκειται για το γνωστό μας χελιδόνισμα (αλλιώς χελιδονίσματα) που ομοιάζει εντυπωσιακά με τα ανοιξιάτικα κάλαντα που -σπάνια πια- ακούμε σήμερα στη Ρόδο και τη Χάλκη με τον ερχομό της άνοιξης.

Οι πιο παλιοί θα θυμούνται τη ξύλινη καλαντήρα (ή «κλουβί»), με το περιστρεφόμενο χελιδονάκι στην κορυφή και το Λάζαρο μπροστά. Άλλα τραγούδια που σύμφωνα με τους εθνομουσικολόγους επιβιώνουν και συσχετίζονται με αντίστοιχα της αρχαιότητας είναι τραγούδια -αλλά και χοροί- των γεωργών, των ψαράδων, των βοσκών, τραγούδια του γάμου, τραγούδια συμποσίων με συνοδεία λύρας, κ.ά..

Αναφέρονται ακόμη και μουσικοί αγώνες της αρχαιότητας που μας θυμίζουν την Κάσο, την Κάρπαθο και την Κάλυμνο, και τους δεξιοτέχνες της μαντινάδας και του μουσικο-ποιητικού αυτοσχεδιασμού των σημερινών πανηγυριών.

Για τους πρώτους χριστιανικούς αλλά και κατοπινούς βυζαντινούς χρόνους απαντώνται στα Δωδεκάνησα γραπτές πηγές και απεικονίσεις (εικόνες, τοιχογραφίες) εκκλησιών και μοναστηριών, με σημαντικότερη την τοιχογραφία του 13ου αιώνα της Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου, την επονομαζόμενη  «Ο θάνατος του δικαίου».

Στην τοιχογραφία διακρίνεται ο βασιλιάς Δαυίδ να παίζει χορδόφωνο όργανο με δοξάρι, και όχι τυχαία, αφού οι χορδές παραπέμπουν διαχρονικά στην αρχετυπική απολλώνια λύρα με τους υψηλούς συμβολισμούς. Η άμεση συγγένεια μεταξύ εκκλησιαστικού και κοσμικού ρεπερτορίου στα βυζαντινά χρόνια και η διαρκώς αμφίδρομη σχέση μεταξύ τους ως προς το μουσικό περιεχόμενο αλλά και την ασματική εκφορά (την τεχνική δηλαδή), θα δώσει τα βυζαντινά ακριτικά τραγούδια και τις παραλογές, που με τη σειρά τους θα αποτελέσουν τη ρίζα του δημοτικού τραγουδιού των νεοτέρων χρόνων.

Σ’ αυτά θα μπολιαστούν οι μουσικές και ποιητικές φόρμες που θα φέρουν από τη Δύση οι Σταυροφόροι, επιβεβαιώνοντας την παραπάνω ρήση, ότι δηλαδή η μουσική ταξιδεύει. Τέτοια είναι η περίπτωση του μπάλου και του βιολιού, ενός χορού κι ενός οργάνου που ήρθαν κι έμειναν ως βασικά συστατικά της μουσικής παράδοσης όχι μόνο των Δωδεκανήσων αλλά και των Κυκλάδων και της Κρήτης, ενσωματωμένα με το πλήθος αντίστοιχων χορών και οργάνων που προϋπήρχαν.

Ας θυμηθούμε εδώ επιγραμματικά τα κυριότερα παραδοσιακά μουσικά όργανα των Δωδεκανήσων: η τσαμπούνα, το βιολί, το λαούτο, το σαντούρι και φυσικά η λύρα, με το κυρτό δοξάρι και πάνω σ’ αυτό στερεωμένα μικρά κουδούνια να συνοδεύουν ρυθμικά τη μελωδία και να εμπλουτίζουν τον ήχο του οργάνου.

Στους οθωμανικούς χρόνους, τα νησιά μας δέχτηκαν κυρίως ανατολικές μουσικές επιρροές αλλά και επιδράσεις άλλων μουσικών παραδόσεων (πολίτικη και μικρασιατική, αρμένικη, σεφεραδίτικη, αναφέρεται ακόμη και ρουμάνικη) χωρίς όμως να απολέσουν το καθένα τη δική του ταυτότητα. Τοπικά τραγούδια και πλούσιοι χοροί  που συνδέονται με ήθη και έθιμα, τον κύκλο της ζωής και τον κύκλο του χρόνου διατηρήθηκαν ανέπαφα.

Έτσι σήμερα, μιλώντας για τον Κουκουμά το μυαλό μας θα πάει μόνο στη Σύμη, ο «μηχανικός» και το «βοσκαρούι» θα μας πάνε στην Κάλυμνο, οι Λεριοί θα μας τραγουδήσουν τους «χαβάδες» τους, οι Καρπάθιοι κι οι Κασιώτες θα καυχηθούν για τις εκατοντάδες μελωδίες, μαντινάδες, και φυσικά για τις ντόπιες αλλά και ξενιτεμένες οικογένειες οργανοπαιχτών και τραγουδιστών που πάνε γενιές πίσω, και που κρατάνε ζωντανό το τοπικό μουσικό ιδίωμα.

Για τα χρόνια της ιταλοκρατίας το σημαντικότερο σημείο σε επίπεδο εθνομουσικολογικής έρευνας είναι η πρώτη συστηματική καταγραφή της μουσικής των Δωδεκανήσων από τον Ελβετό ελληνιστή και μουσικολόγο Samuel Baud-Bauvy. Με τη συνδρομή μιας άλλης μεγάλης μουσικολόγου και λαογράφου, της Μέλπως Μερλιέ, επισκέφθηκε μέχρι το 1933 όλα σχεδόν τα νησιά, πραγματοποιώντας ηχογραφήσεις και καταγραφές τριακοσίων και πλέον μελωδιών. 

Ο Baud-Bauvy γράφει για την προθυμία κάθε απλού ανθρώπου κάθε χωριού να του τραγουδήσει όσα τραγούδια είχε κληρονομήσει κι αυτός από τους γονείς του, συχνά με τη μόνη παράκληση «Να γράψεις τ’ όνομά μου πάνω στα τραγούδια που σού ‘πα…». Έτσι προκύπτει το 1935 η δίτομη έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων και του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου. Οι δύο τόμοι επανεκδόθηκαν από τον Πολιτιστικό Οργανισμό Δήμου Ρόδου το 1990, στο εξώφυλλο μάλιστα μπορεί κανείς να δει μια άριστη απεικόνιση της δωδεκανησιακής λύρας με τα χαρακτηριστικά της “μάτια”, και του δοξαριού με τα κουδούνια σε σκίτσο του Βαγγέλη Παυλίδη.

Η μουσική και το τραγούδι των Δωδεκανήσων έχουν προσελκύσει και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να γοητεύουν πλήθος ελλήνων και ξένων ερευνητών δίνοντας αξιόπιστα τεκμήρια αν όχι για την αδιάσπαστη ενότητα και τη λεγόμενη «συνέχεια» ως επιμέρους συστατικό του ελληνικού πολιτισμού, σίγουρα για τις εντυπωσιακές ομοιότητες ανάμεσα στην αρχαία και νεότερη μουσική παράδοση.

Με την υπόσχεση να μιλήσουμε ξανά στο μέλλον για τη μουσική των Δωδεκανήσων, ας κλείσουμε με μια μαντινάδα από τον Αρχάγγελο Ρόδου:

Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ, του χρόνου ποιος εξέρει,
Γιά ν’ αποθάνω, γιά να ζιώ, γιά νά ‘μαι σ’ άλλα μέρη

(Η Λουίζα Κουλά είναι μουσικός από τη Ρόδο, τελειόφοιτη του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ στην κατεύθυνση της Εθνομουσικολογίας).
Τις φωτογραφίες από το Καρπάθικο γλέντι (01) και το εξώφυλλο από τα Τραγούδια των Δωδεκανήσων (02) παραχώρησαν ευγενικά οι: κυρία Καλλιρρόη Μανωλάκου της εφημερίδας ΚΑΡΠΑΘΙΑΚΗ (αρχείο Γιάννη Ν. Παυλίδη) και ο Σάββας Αλέξανδρος Παυλίδης.

ΠΗΓΕΣ
- Baud-Bauvy, S., (1935). Τραγούδια των Δωδεκανήσων (Τόμοι Α’ και Β’) – επανέκδοση Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Ρόδου (1990)
- Λιάβας, Λ., (2007). Μουσικός Χάρτης του Ελληνισμού: Μουσική από τα Δωδεκάνησα
- Τουμπακάρη, Ν., (2013). Ένα βιολί διηγείται! (εκδ. Καλειδοσκόπιο).