Συγκρότηση της «Νέας εθνικής καταναλωτικής συνείδησης»

Γράφει ο Βασίλειος Νικ. Καλλικούνης

 

Eίναι εδραιωμένη πλέον η πρόθεση στροφής του ελληνικού καταναλωτικού κοινού, στα ποιοτικά και ασφαλή ελληνικά προϊόντα, ενισχύοντας έτσι την ελληνική  οικονομία, την απασχόληση και την βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, συμβάλλοντας στην μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, καθώς και στην απεξάρτηση από την εγκληματική επιτροπεία των «δανειστών» και των επαχθών μνημονίων.

Οργανώνοντας κατά συνέπεια μέσω των κοινωνικών δικτύων, ένα μεγάλο «εθνικό καταναλωτικό και ελπιδοφόρο κίνημα, εμφορούμενο από την «Νέα Εθνική Καταναλωτική Συνείδηση» έχουμε την δυνατότητα να κατευθύνουμε τις καταναλωτικές μας επιλογές, κατά συντριπτικό ποσοστό «Ελληνικά», ανασυντάσσοντας το παραγωγικό δυναμικό της χώρας και οδηγώντας στην έξοδο από την κρίση.

Η Ελλάς, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της διαφοροποίησης των κλιματικών συνθηκών, των διαρκών παραδοσιακών γεωργικών της δραστηριοτήτων, περιορισμένης μακροχρόνιας όχλησης, είναι πλούσια σε βιοποικιλότητα και χλωρίδα, που αποτελούν καθοριστικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και πολύτιµη παρακαταθήκη για τις επόµενες γενιές, λόγω σχετικώς ηπίων ανθρωπίνων παρεμβάσεων.

Ο περιβαλλοντικός αυτός πλούτος, αποτελεί πολύτιµο φυσικό απόθεµα και χρήζει αποτελεσµατικής προστασίας, με πρακτικές αειφορικής διαχείρισης, από επιθετικές και ρυπογόνες δραστηριότητες και από την γενετική διάβρωση των φυτικών γενετικών πόρων.

Ειδικότερα, οι αγρότες θα πρέπει με μεθοδικότητα και μεράκι να αποκαλύψουν τους διατροφικούς θησαυρούς, που κρύβει στα σπλάχνα της η προικισμένη ελληνική γη και υιοθετώντας νεωτεριστικούς τρόπους καλλιεργειών και αποτελεσματικές αναδιαρθρώσεις, να εξασφαλίσουν ασφαλή και ποιοτικά προϊόντα υποκαθιστώντας εισαγόμενα.

Μπορούμε να ανακουφιστούμε από τα δυσβάστακτα δεινά της οικονομικής κρίσης, εάν οι μισοί μόνον Έλληνες  επέλεγαν για τις καθημερινές, καταναλωτικές τους ανάγκες, αποκλειστικά και μόνο προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα και φέρουν στην συσκευασία τους την μαγική ένδειξη «Ελληνικό προιόν» ή ακόμα καλύτερα το σήμα «Ελλαδικά μας», που αποτελεί τον πρεσβευτή της αυθεντικής παραγωγικής Ελλάδας.

Δυστυχώς όμως, δεν το έχουμε κατορθώσει σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα, με το 65% περίπου του συνολικού Ελληνικού δημόσιου χρέους (30/6/2016)  των 328,3 δις Ευρώ, να προέρχεται από το έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου μόνο της τελευταίας οκταετίας.

Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων καταναλωτών, συνειδητοποιώντας  την κρισιμότητα της κατάστασης της χώρας, έχει παύσει να συνωστίζεται στις αλυσίδες λιανικής, να υποκύπτει στις δελεαστικές συσκευασίες και τις αποτελεσματικές πρακτικές προώθησης και προβολής των εισαγομένων «Brands» και να αγοράζει άκριτα, πολυδιαφημισμένα και πανάκριβα προϊόντα δέκα μόλις πολυεθνικών, που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος των σημείων πώλησης, με συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών ετησίως, 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Μέχρι πρότινος, αγοράζαμε πανάκριβες εισαγόμενες σοκολάτες, γνωστών πολυεθνικών και προτιμούσαμε τα πανάκριβα «Perrier» και «Pelegrino», «περιφρονώντας»  τα δεκάδες φθηνότερα και πολύτιμα μεταλλικά νερά, της ανόθευτης Ελληνικής φύσης. Επιλέγαμε ξένα κρασιά και ας είχαμε ένα μοναδικό αμπελώνα, με πλήθος πολύτιμων Ελληνικών κρασιών, οι ρίζες των οποίων χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Γεμίζαμε το τραπέζι μας με τα πιο απίθανα τρόφιμα, από όλα τα μέρη του κόσμου και πίναμε πανάκριβες εισαγόμενες μπύρες, αγνοώντας την εγχώρια παραγωγή με εκατό και πλέον ετικέτες, που ικανοποιούν όλες τις προτιμήσεις όσο εξεζητημένες και αν είναι. Επιθυμούσαμε πανάκριβα, εισαγόμενα αναψυκτικά και «στιγμιαία ροφήματα» και χρυσοπληρώναμε εισαγόμενες τσίχλες μεγάλων πολυεθνικών, όταν έχουμε την μονάκριβη από κάθε πλευρά μαστίχα Χίου.

Μετατρέψαμε το ουίσκι σε εθνικό ποτό της χώρας και των εκατομμυρίων επισκεπτών μας, «αγνοώντας» δεκάδες πολύτιμα και διάσημα αποστάγματα που διαθέτει κάθε γωνιά της Ελλάδος. Επιμέναμε σε δεκάδες μάρκες εισαγόμενων τσιγάρων, ενώ έχουμε στην Καλαμάτα την 100%  Ελληνική και εξαγωγική καπνοβιομηχανία «Καρέλια», που απασχολεί υπερπεντακόσιους εξαιρετικά αμειβόμενους εργαζόμενους.

Θα πρέπει να στηρίξουμε το ελληνικό λάδι, την προμετωπίδα της μεσογειακής διατροφής, τα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, τα συνεταιριστικά, τα βιολογικά και όλα τα τοπικά μας προϊόντα, συνεισφέροντας στην ανάδειξη της μεσογειακής κουλτούρας και διατροφής, με πολλαπλά αναγνωρίσιμα οφέλη για την υγεία μας.

Αντιθέτως, τα εισαγόμενα προϊόντα στο βωμό της ελαχιστοποίησης του κόστους και των υπεραποδόσεων, εγκυμονούν κινδύνους από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, αποτελούν αιτία συχνών διατροφικών σκανδάλων και είναι χαμηλής θρεπτικής αξίας.

Η προσπάθεια αυτή πρέπει να στηριχθεί κυρίως από τους μεγάλους καταναλωτές, όπως Super markets, ξενοδοχειακά συγκροτήματα, νοσοκομεία, ιδρύματα, ακόμα και τα κυλικεία των σχολείων, μέσω τακτικών επισκέψεων μαθητών σε αμιγώς Ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις, για να εξοικειώνονται με τα ελληνικά προϊόντα και να διαμορφώσουν από πολύ νωρίς βαθειά «καταναλωτική συνείδηση».

Τα πρωτοπόρα τμήματά της κοινωνίας απέδειξαν ότι ευαισθητοποιούμενα, συγκροτούν κινήματα ενδυνάμωσης της εθνικής οικονομίας και σωστής διαχείρισης των προβλημάτων, όπως το «Κίνημα αντίδρασης» των απολυμένων απεργών πολυεθνικής στην Θεσσαλονίκη. Με κεντρικό σύνθημα «Ούτε γουλιά «Coca Cola» και τρία χρόνια ακτιβιστικής δράσης, επέφερε συντριπτικά πλήγματα στην εμβληματική πολυεθνική, προκαλώντας μετά από ένα επιτυχές μποϊκοτάζ, δραματική πτώση του μεριδίου της αγοράς της, με ταυτόχρονη ραγδαία αύξηση των μεριδίων αγοράς, των αντιστοίχων ελληνικών επιχειρήσεων.

Ο εκμαυλισμός του συστήματος πληροφόρησης, οι παράνομες πρακτικές και οι εκβιασμοί που ασκούνται από τις πολυεθνικές και το μεγάλο εισαγωγικό εμπόριο, στο Ελληνικό εμπορικό κύκλωμα και τις Ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να προκαλέσουν την γενικευμένη αντίδραση μας, με παράλληλη ανάληψη νομικών ενεργειών εναντίον πάσης φύσεως καταχρηστικών εμπορικών πρακτικών και αποκλεισμών, γενικεύοντας το μέτωπο αντίδρασης των θιγομένων εταιρειών, σε αίτημα απεξάρτησης της χώρας και σε οδό ανεξαρτησίας της.

Εάν η Ελλάς δεν αντιτάξει μια συγκροτημένη αντίδραση, θα μεταλλάσσεται τμηματικά σε ένα είδος αποικίας κατανάλωσης, όχι τόσο των ιθαγενών καταναλωτών που συστηματικά θα φτωχοποιούνται, αν συνεχίσουν μεταξύ άλλων να καταναλώνουν προϊόντα ξένων συμφερόντων, αλλά και των ξένων επισκεπτών.

Το κίνημα πολιτών «Καταναλώνουμε Ότι Παράγουμε» θεωρεί, ότι πρέπει να αντιστρέψουμε την καταναλωτική μας «εξωστρέφεια» και να την διοχετεύσουμε στην ελληνική αγορά, δεδομένου ότι η χώρα μας παράγει εξαιρετικής ποιότητας φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, γαλακτοκομικά, τυροκομικά, κρέατα, ψάρια, κρασιά,  αλκοολούχα ποτά και ζυμαρικά. Παρόλα αυτά μέσα σε ένα χρόνο έχουμε καταβάλει 6,5 δις ευρώ για εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, εις το οποία συμπεριλαμβάνονται και 2.000 κωδικοί προϊόντων ασιατικής προέλευσης.

Όσον αφορά τις τουριστικές επιχειρήσεις, τελούν υπό καθεστώς ασφυκτικών πιέσεων των πολυεθνικών και του μεγάλου εισαγωγικού εμπόριο, για την μονοπώληση των προμηθειών των. Θα πρέπει να εμπιστευθούν τις Ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις, να συνεργασθούν και να σχεδιάσουν μαζί τους την οργάνωση του εθνικού μετώπου, αναδιοργανώνοντας τα τμήματα προμηθειών τους, και εκκαθαρίζοντάς αυτά από υπεύθυνους αγορών, έμμισθους ατζέντηδες ξένων συμφερόντων.

Γιατί εάν ελλείψει εναλλακτικής, καταλήξουν στο έλεος του μεγάλου εισαγωγικού εμπορίου, δεν θα έχουν την πολυτέλεια να διαπραγματευθούν και θα αποδέχονται τους μονοπωλιακούς όρους συνεργασίας των.

Η «γνωριμία» των ξένων επισκεπτών μας, με τα ελληνικά καταναλωτικά προιόντα, κυρίως της μεσογειακής διατροφής, με τα άφθονα θρεπτικά της συστατικά τη σωστή αναλογία γευμάτων και το άφθονο ελαιόλαδο, η οποία προβάλλεται διεθνώς ως ασπίδα της υγείας, προιονίζει τη δημιουργία αγοράς στις χώρες προέλευσης των, όπου είναι βέβαιο ότι θα τα αναζητήσουν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ΗΠΑ όπου είναι περιζήτητα, ως απολύτως ασφαλή, υψηλής θρεπτικής αξίας, με σταθερές και πλούσιες τις παραδοσιακές οργανοληπτικές των ιδιότητες. Η Ιταλία στην αντίστοιχη περίπτωση, ευρίσκεται σε πλεονεκτικότερη ημών θέση, καλύπτοντας εξ’ ιδίων τις διατροφικές ανάγκες του τουρισμού της κατά 75%, ακριβώς επειδή έχει υιοθετήσει με επιτυχία, τις παραπάνω απολύτως απαραίτητες συμπεριφορές και πρακτικές, έναντι ενός πενιχρού 15% της χώρας μας.

Η  δραστική πτώση του κατά κεφαλήν διαθεσίμου εισοδήματος στη χώρα μας, συντείνει στην κατάρρευση ενός ολόκληρου μοντέλου  ιδιαζόντος μικροϊδιοκτησιακού, το οποίο λειτουργούσε στην εγχώρια αγορά καταναλωτικών προιόντων, στηρίζοντας μέχρι τώρα ένα αποκεντρωμένο δίκτυο παραγωγής και διάθεσης εγχωρίων προϊόντων, με την ύπαρξη χιλιάδων εξειδικευμένων καταστημάτων, όπως κρεοπωλείων, ιχθυοπωλείων και οπωροπωλείων, που λειτουργούσε ως «οικονομικό οικοσύστημα, με οριακό ανταγωνισμό επί των τιμών και την προσέλκυση των πελατών να στηρίζεται στις προσωπικές σχέσεις και την εμπιστοσύνη.

Αυτό ταυτόχρονα επέτρεπε και μεγαλύτερο κοινωνικό έλεγχο, πάνω στην ποιότητα των προσφερόμενων αγαθών, με την διοχέτευση της ήπιας ως επί το πλείστον κερδοφορίας, στα ίδια τα καταναλωτικά δίκτυα, δημιουργώντας δυναμικές αυτοτροφοδότησης, στηρίζοντας τις κοινωνικές επενδύσεις των νοικοκυριών, την εκπαίδευση και την ευρύτερη μόρφωση των παιδιών τους.

Ο μικροϊδιοκτησιακός χαρακτήρας της χώρας, τσακίζεται βίαια και η αγορά της συνακολούθως «παγκοσμιοποιείται», με ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, να εξαναγκάζεται λόγω ακραίας συρρίκνωσης των εισοδημάτων του, να στραφεί προς τα μαζικά τυποποιημένα προϊόντα προσφορών των πολυεθνικών. Η τάση αυτή της αγοράς, αποκαλείται «εξορθολογισμός», που κρύβει μέσα της μια πολιτική καταστροφής, με τις συνθήκες ολιγοπωλίου και την κυριαρχία των παγκοσμίων ετικετών, να διαρρηγνύουν την οικονομική ισορροπία που περιγράψαμε ανωτέρω και την τοπική παραγωγή να παύει να είναι βιώσιμη  και το προκύπτον κοινωνικό κόστος πολλαπλό.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, εντοπίζεται το παράδοξο του μοντέλου, που επιβάλλεται βίαια στην κοινωνία, από την ξένη οικονομική επιτροπεία, με το οποίο θα προσπαθήσει να αλώσει την ελληνική αγορά, στο όνομα της «ανάπτυξης». Το «φθηνότερο», μαζικό προϊόν των παγκοσμίων εφοδιαστικών αλυσίδων, λειτουργεί για μια εκπτωχευμένη κοινωνία ως τέτοιο μόνο βραχυπρόθεσμα, ήτοι πριν εκδηλωθεί το υπέρμετρο κοινωνικό του κόστος, που προκαλεί η ίδια η επικράτηση του και το οποίο εν τέλει «επιστρέφει» στην κοινωνία, επιδεινώνοντας την κατάστασή της καθώς τα εισοδήματα απομειώνονται.

Θα πρέπει να υπάρξει, μια παρέμβαση, για την στήριξη των εγχώριων ποιοτικών προϊόντων, ακόμα κι αν αυτά παρουσιάζονται 10% ή 15% ακριβότερα στο ράφι, από τις παγκόσμιες ετικέτες, εξασφαλίζοντας ούτω την βιωσιμότητα των εναλλακτικών δικτύων τροφοδοσίας των καταναλωτικών προϊόντων και υπηρετώντας, μια αντίληψη δημιουργικού, εναλλακτικού και ολιστικού κινήματος. Κι αυτό γιατί η διαφορά στην τιμή, σε μεγάλο βαθμό όπου δεν υπάρχει αισχροκέρδεια, η εξαπάτηση, πραγματοποιείται ως κοινωνικό κέρδος.

Η Ελλάς με ιδανικές κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες, αδυνατεί να αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την εν δυνάμει πρωτογενή της παραγωγή, πληρώνοντας τα λάθη του παρελθόντος, όπου οι κυβερνήσεις της επέλεξαν ψηφοθηρικά, την επιδότηση των μεγάλων αγροτικών καλλιεργειών, με συνέπεια να πάψουν οι αγρότες να εργάζονται και απουσία  κρατικών ελέγχων, κατασπαταλούσαν τις επιδοτήσεις στην κατανάλωση και την βελτίωση του επιπέδου της ζωής των.

Αντιθέτως οι γειτονικές χώρες της ΕΕ, προέκριναν ορθώς την επιδότηση της μεταποίησης και της παραγωγής των «παράπλευρων προϊόντων», όπως αγροτικών εφοδίων και εξοπλισμών, με αποτέλεσμα να καλπάζουν παραγωγικά και τεχνολογικά, ενώ οι Έλληνες συνωθούνται στα τραπεζικά ιδρύματα, για να εισπράξουν ελεημοσύνες, δίκην κρατικών κοινωνικών μερισμάτων.

Εν αντιθέσει ο μέχρι το 1960 ανύπαρκτος αγροτικός τομέας του Ισραήλ, αντιμετώπισε την λειψυδρία, τις ακατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες και το ερημικό και πετρώδες έδαφος του, με την τεχνολογία διαχείρισης υδάτινων πόρων, αφαλάτωσης και προφύλαξης της παραγωγής του από ακραίες συνθήκες.

Οι σύγχρονοι Ισραηλινοί-αγρότες, υιοθέτησαν την ανεπτυγμένη από την επιστημονική τους κοινότητα, παραγωγή εξειδικευμένων λιπασμάτων, ωφέλιμων εντόμων για τη βιολογική γεωργία, σύγχρονων θερμοκηπίων, διχτυοκηπίων και την τεχνολογία ελέγχου περιβάλλοντος,έχοντας ενσωματώσει πλήρως την επιστημονική γνώση και την τεχνολογία.

Ομοίως η Ολλανδία, μιας μικρή πυκνοκατοικημένη και εξόχως προβληματική χώρα, από πλευράς κλίματος, στάθμης της θάλασσας, τοξικότητας και υπερεκμετάλλευσης του εδάφους της, εστράφη στη βιώσιμη γεωργία «ακριβείας» με την φυτοπροστασία των «βιοδραστικών» ουσιών, περιορίζοντας κατά 90% την εξάρτηση από το νερό με την εφαρμογή της αεροπονίας και καταργώντας σχεδόν την χρήση χημικών παρασιτοκτόνων εντός των θερμοκηπίων.

Λόγω του υψηλού βαθμού καινοτομίας που διαπνέει ολόκληρη την αγροδιατροφική της αλυσίδα, μίας αποτελεσματικής σύμπραξης επιστήμης και επιχειρηματικότητας, και την συνδρομή των δημοσίων αρχών της χώρας, έχει καταφέρει να είναι η δεύτερη χώρα παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ, στις εξαγωγές τροφίμων, με 94δις € το 2016, έναντι περίπου 5δις € της Ελλάδας.

Το μέτωπο των έντεκα εκατομμυρίων εν δυνάμει ενεργών Ελλήνων καταναλωτών, θα πρέπει στα πλαίσια μίας «πανεθνικής καμπάνιας», να παγιώσει «εθνική καταναλωτική συνείδηση», η οποία να αποτελέσει την δύναμη κρούσης και στήριξης της ελληνικής παραγωγής, για την υπέρβαση της κρίσης. Η Ελλάς σήμερα, στη χειρότερη ίσως στιγμή της μακραίωνης ιστορίας της, χρειάζεται απαραίτητα ένα εθνικό σχέδιο, ένα όραμα για το μέλλον της και όχι μόνο ένα οικονομικό πρόγραμμα που ούτε αυτό διαθέτει.

Εάν δεν καταφέρουμε να ορθώσουμε τώρα μόνοι μας, την τελευταία αυτή γραμμή άμυνας της χώρας, δεδομένου ότι δεν πρόκειται να έλθει βοήθεια από πουθενά, είναι πλέον σίγουρο ότι η χώρα μας θα καταλήξει μία απονεκρωμένη περιοχή υπό κατοχή, χωρίς την προστασία του Διεθνούς Δικαίου, με μετάλλαξη μας σε φθηνούς σκλάβους χρέους, σε ανθρώπινο δυναμικό, σε «φυσικό πόρο» στο διηνεκές.