Γιατί υπάρχουν διαφορετικές τιμές σε προϊόντα και υπηρεσίες μεταξύ των χωρών

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

 

Eίναι σύνηθες το φαινόμενο να παρουσιάζονται διαφορετικές τιμές σε ίδια προϊόντα και υπηρεσίες από χώρα σε χώρα, τόσο μεταξύ των χωρών αυτών που έχουν διαφορετικό βιοτικό επίπεδο όσο και μεταξύ εκείνων που βρίσκονται στο ίδιο περίπου βιοτικό επίπεδο.

Όπως είναι γνωστό, οι τιμές των συντελεστών παραγωγής (Κεφάλαιο - Εργασία - Έδαφος), δηλαδή οι πρώτες ύλες, τα εργατικά, τα ενοίκια, κ.ά., είναι εκείνες που διαμορφώνουν την τελική τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας.

Επιγραμματικά, αναφέρουμε κάποιους σημαντικούς παράγοντες που συντελούν στην ύπαρξη διαφορετικών τιμών σε προϊόντα και υπηρεσίες από χώρα σε χώρα, όπως:

• Το διαφορετικό καθεστώς φορολόγησης που ισχύει σε κάθε χώρα και ειδικότερα, το ύψος των φορολογικών συντελεστών του φόρου εισοδήματος, καθώς και το ύψος των συντελεστών του ΦΠΑ που εφαρμόζεται σε αυτές.

• Οι διαφορές που υπάρχουν στους ρυθμούς ανάπτυξης και πληθωρισμού ανάμεσα στις χώρες.

• Οι διαφορετικές αμοιβές εργασίας, χαμηλές ή υψηλές, που ισχύουν σε κάθε χώρα, οι οποίες κατά ένα μεγάλο ποσοστό συμβάλουν στη διαμόρφωση των τιμών.

• Το διαφορετικό, γενικότερα, κόστος παραγωγής και κόστος διάθεσης των προϊόντων, που υπάρχει σε κάθε χώρα.

• Το κόστος μεταφοράς, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση της χώρας, το οποίο επιβαρύνει το συνολικό κόστος διάθεσης του προϊόντος.

• Το επίπεδο των νέων μεθόδων και τεχνολογιών που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις των διαφόρων χωρών.

• Ο αθέμιτος ανταγωνισμός ορισμένων επιχειρήσεων, που λειτουργούν στα πλαίσια της “ελεύθερης” αγοράς.

• Η ύπαρξη μονοπωλιακών επιχειρήσεων, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα, που λειτουργούν σε ορισμένες χώρες και διαμορφώνουν μη ανταγωνιστικές τιμές.

• Το μέγεθος της εσωτερικής αγοράς, που υπάρχει σε κάθε χώρα, δηλαδή αν είναι αυτό μικρό ή μεγάλο.

• Η ποσότητα κατανάλωσης του προϊόντος, σε συνδυασμό με το μέγεθος της εσωτερικής αγοράς μιας χώρας. Ετσι, όταν π.χ. μια εταιρεία μπύρας πουλά το προϊόν της σε ένα εκατομμύριο καταναλωτές, ενώ μια άλλη, σε άλλη χώρα, το πουλά σε δέκα εκατομύρια καταναλωτές, είναι λογικό η δεύτερη εταιρεία να πουλά σε χαμηλότερη τιμή, γιατί γνωρίζουμε ότι στο εμπόριο η κατανάλωση (μεγάλη) φέρνει το κέρδος.

Σημαντικό ρόλο στη διαφορετική και χαμηλότερη τιμή του προϊόντος, σε μικροοικονομικό όμως επίπεδο, παίζει και η στρατηγική του μάρκετινγκ, που εφαρμόζει κάθε εταιρεία. Ετσι, όταν π.χ. το προϊόν της εταιρείας αντιμετωπίζει σκληρό ανταγωνισμό, τότε αυτή το πουλά στο κόστος παραγωγής ή ακόμη, για κάποιο χρονικό διάστημα, το πουλά και κάτω του κόστους παραγωγής.

Άλλος παράγοντας που παίζει μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση αλλά αντίθετα, στη διατήρηση υψηλότερων τιμών στα προϊόντα κάποιας χώρας, αποτελεί η παρουσία και λειτουργία των καρτέλ , καθώς και εκείνη των ενδοομιλικών συναλλαγών, όπου οι συμμετέχουσες εταιρείες εφαρμόζουν εναρμονισμένες πολιτικές, δηλαδή συνεννόηση μεταξύ τους για καθορισμένες τιμές, οι οποίες δεν έχουν σχέση με το κόστος παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, αλλά συμπράττουν μόνο και μόνο για την αποκόμιση υπερκερδών.

Το φαινόμενο αυτό - της λειτουργίας των καρτέλ - είναι σύνηθες στις υπό ανάπτυξη Οικονομίες, όπου δεν λειτουργούν πλήρως οι κανόνες της “ελεύθερης” αγοράς και επομένως δεν εφαρμόζονται σε αυτές οι κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού.

Αντίθετα, στις αναπτυγμένες Οικονομίες π.χ. της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των ΗΠΑ, όπου λειτουργούν αυστηρότερα οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και επικρατεί σε υψηλότερο βαθμό ο υγιής ανταγωνισμός το φαινόμενο αυτό είναι σπανιότερο, δεδομένου ότι ο υγιής ανταγωνισμός αποτελεί για τους καταναλωτές των χωρών αυτών το εισιτήριο εξόδου από τη φτώχεια. Κλειδί, ωστόσο, στη διαφοροποίηση των τιμών από χώρα σε χώρα αποτελούν και οι πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού τις οποίες αντιμετωπίζουν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες - κυρίως στις πιο αναπτυγμένες οικονομίες - δεδομένου ότι οι πιέσεις αυτές συμβάλλουν θετικά στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών στις αγορές.

Δηλαδή, η ανταγωνιστικότητα των τιμών που εφαρμόζεται σε ορισμένες αναπτυγμένες χώρες από την πλευρά των επιχειρήσεων, παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών στις αγορές. Έτσι, ακόμη και σε περιόδους ανατίμησης του ευρώ, πολλές επιχειρήσεις στις πιο αναπτυγμένες Οικονομίες (Γερμανία κ.ά.), μπορούν να αυξάνουν τις εξαγωγικές τους επιδόσεις, διευρύνοντας έτσι με τις χαμηλότερες τιμές το μερίδιό τους στις αγορές, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις των λιγότερο αναπτυγμένων Οικονομιών.

Σύμφωνα με μελέτες οικονομολόγων, από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις - αποκλίσεις στις τιμές του τομέα των μη διθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών, συγκριτικά με εκείνες του τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή αυτών που αποτελούν αντικείμενο εξωστρέφειας και διεθνούς εμπορίου, δηλαδή αυτών που υπάγονται στον διεθνή ανταγωνισμό.

Ενδεικτικά, αναφέρω, ότι στον τομέα των μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών - όπου διαμορφώνονται ευκολότερα υψηλότερες τιμές, λόγω έλλειψης του εξωτερικού (διεθνούς) ανταγωνισμού - υπάγονται: η στέγαση και κυρίως τα ενοίκια, οι νομικές υπηρεσίες και τα συμβολαιογραφεία, οι ιατρικές υπηρεσίες και τα φαρμακεία, οι μεταφορές και οι συγκοινωνίες του εσωτερικού, οι υπηρεσίες των ταξί, τα ελεύθερα γενικά επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών στα οποία ανήκουν οι υδραυλικοί – ηλεκτρολόγοι, οι οικονομολόγοι- λογιστές, κ.ά.

Επίσης, στην κατηγορία αυτή των εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών που δεν υπόκεινται στο διεθνή ανταγωνισμό, υπάγονται: τα εμπορικά καταστήματα ειδών ένδυσης και υπόδησης, τα καφέ-μπαρ, τα εστιατόρια, τα κομμωτήρια, τα βιβλία-περιοδικά-εφημερίδες, οι δημόσιες και οι δημοτικές υπηρεσίες, όπως π.χ. οι υπηρεσίες ηλεκτρισμού, ύδρευσης και αποχέτευσης, οι τράπεζες, καθώς και ορισμένα μη εξαγώγιμα τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα, δηλαδή τα προϊόντα προορισμού εγχώριας κατανάλωσης.

Θα πρέπει, ίσως, να διευκρινισθεί εδώ, ότι οι παρουσιαζόμενες διαφορετικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών από χώρα σε χώρα, δεν έχουν καμία σχέση με τη λεγόμενη διαφοροποίηση τιμής σε προϊόντα και υπηρεσίες από την πλευρά μιας επιχείρησης.

Με τον όρο διαφοροποίηση τιμής σε προϊόντα και υπηρεσίες, εννοούμε την πρακτική εκείνη της επιβολής από την πλευρά των επιχειρήσεων διαφορετικής τιμής σε διαφορετικούς καταναλωτές για το ίδιο προϊόν, για λόγους που δεν σχετίζονται με το κόστος παραγωγής, αλλά σχετίζεται με την τιμή που είναι διατεθειμένος να πληρώσει ο καταναλωτής, ώστε να αποκτήσει το συγκεκριμένο προϊόν ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Επομένως, η διαφοροποίηση τιμής αγαθού ή υπηρεσίας εκ μέρους μιας επιχείρησης, προέρχεται από αιτίες που σχετίζονται με τη ζήτηση για το συγκεκριμένο αγαθό ή την υπηρεσία. Δηλαδή, οι διαφοροποιήσεις τιμών προκύπτουν από την αγοραστική δύναμη αλλά και τη διάθεση του καταναλωτή, καθώς και από την υποκειμενική αξία του αγαθού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα έχουμε με τη διαφοροποίηση της τιμής εισιτηρίων που συναντάται στα αεροπλάνα, όπου έχουμε άλλη τιμή για την α΄ θέση και άλλη για την οικονομική.

Η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος και η παγκοσμιοποίηση των αγορών έχουν αλλάξει το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν οι Οικονομίες, παρέχοντας ευκαιρίες και παράλληλα, θέτοντας ευκαιρίες στα κράτη.
 Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη και η ευημερία των Οικονομιών εξαρτώνται από την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις και να επωφελούνται των ευκαιριών. Αυτό σημαίνει ότι στη χώρα μας πρέπει να υιοθετηθούν, από τη σκοπιά των επιχειρήσεων, πολιτικές και πρακτικές ανταγωνιστικών τιμών, οι οποίες θα επιτρέπουν στην Οικονομία μας να συναγωνίζεται με επιτυχία, μέσα στα πλαίσια των διεθνών αγορών.

Ωστόσο, στην τρέχουσα δύσκολη συγκυρία της χρόνιας ύφεσης, όπου η Οικονομία μας έχει ισορροπήσει σε χαμηλότερο επίπεδο και το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) έχει υποχωρήσει κατά 25%, και από 240 περίπου δις. ευρώ έχει φθάσει στα 185 δις., για να γινόταν η χώρα μας ανταγωνιστική αλλά και για να βελτιωνόταν, κατά κάποιο τρόπο, το βιοτικό επίπεδο των καταναλωτών, το οποίο υποχώρησε αισθητά - μετά τη βίαια μείωση κατά 40% περίπου των αμοιβών των μισθωτών και συνταξιούχων, το κλείσιμο χιλιάδων εμπορικών καταστημάτων και επιχειρήσεων και, γενικά, την εξόντωση της μεσαίας τάξης - ήταν επιβεβλημένη, μέσα στα πλαίσια της «ελεύθερης» αγοράς και του υγιούς ανταγωνισμού, μία ευρεία αποκλιμάκωση των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών, τουλάχιστον κατά 20%, όπως ακριβώς συνέβη, σε μεγαλύτερο βέβαια βαθμό, στην ακίνητη περιουσία.

Οπωσδήποτε η υποτίμηση αυτή, δηλαδή η αναπροσαρμογή των τιμών σε αγαθά και σε υπηρεσίες, θα ανταποκρινόταν θετικά στο βιοτικό επίπεδο των καταναλωτών ενώ, παράλληλα, θα ωθούσε και την Οικονομία μας ανταγωνιστικά, - με τη μείωση των εισαγωγών και την αύξηση των εξαγωγών - σε μία δυναμική ανάπτυξης και επομένως, σε μία ταχύτερη και ομαλότερη έξοδο από την ύφεση, η οποία δυστυχώς μας ταλανίζει επί μία δεκαετία.