Αύξηση κατώτατου:  Αναγκαίο μέτρο με λάθος τρόπο

Του Γιώργου Κύρτσου
ευρωβουλευτή της ΝΔ

Η κυβέρνηση, όπως πάντα, στέλνει τον λογαριασμό σε άλλους
Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10,9% και η κατάργηση του λεγόμενου υποκατώτατου μισθού είναι αναγκαία μέτρα στο τέλος μιας τετραετίας που σημαδεύτηκε από την πιο άγρια λιτότητα. Η κυβέρνηση Τσίπρα κράτησε τα μέτρα των προηγούμενων κυβερνήσεων που θα... καταργούσε, πρόσθεσε νέα σκληρότερα μέτρα και παρέτεινε έξω από κάθε κοινωνική λογική την περίοδο της λιτότητας.

Τα βάρη της τετραετίας
Σε ό,τι αφορά τα βάρη της τετραετίας Τσίπρα για τους μισθωτούς συνοψίζονται ως εξής.
Πρώτον, δημιουργία της λεγόμενης γενιάς των 360 ευρώ λόγω διεύρυνσης της μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης. Περισσότερες από τις μισές νέες θέσεις εργασίας είναι για μερική απασχόληση.
Δεύτερον, γενικότερη μισθολογική καθίζηση με αποτέλεσμα ένας στους τρεις εργαζόμενους να αμείβεται πλέον με λιγότερο από 600 ευρώ μικτά τον μήνα.

Τρίτον, κατακόρυφη αύξηση των έμμεσων φόρων που αφορούν τη λαϊκή κατανάλωση με αποτέλεσμα να επιτύχει η κυβέρνησή του πανευρωπαϊκό ρεκόρ στους έμμεσους, καταναλωτικούς φόρους με βάση τα έσοδα σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το Διεθνές Γραφείο Εργασίας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των μισθωτών στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 3,5% το 2017, ένα ακόμη αρνητικό ευρωπαϊκό ρεκόρ της κυβέρνησης.
Τέταρτον, η κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει τη μείωση του αφορολόγητου ορίου για το ετήσιο εισόδημα κάτω από τις 6.000 ευρώ. Το μέτρο είναι προγραμματισμένο να εφαρμοσθεί από 1ης Ιανουαρίου του 2019.

Επιβάλλεται η ενίσχυση
Σε αυτό το πολύ δύσκολο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον για τους μισθωτούς και τις οικογένειές τους επιβάλλεται η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του λεγόμενου υποκατώτατου μισθού.
Το πρόβλημα είναι ότι εκτός από τους εργαζόμενους σε οριακή κατάσταση είναι και πολλές μικρομεσαίες και πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση λοιπόν θα έπρεπε να συνδυάσει την αύξηση του κατώτατου μισθού με μέτρα φορολογικής, ασφαλιστικής ελάφρυνσής τους και μείωσης άλλων βαρών όπως είναι η μείωση του κόστους χρηματοδότησής τους και της κάλυψης των ενεργειακών αναγκών τους.
Η ΝΔ είχε καταθέσει σχετικές προτάσεις τις οποίες η κυβέρνηση, ως συνήθως, αγνόησε. Το αποτέλεσμα είναι ότι για κάθε αύξηση της τάξης των 50 ευρώ που θα παίρνουν οι εργαζόμενοι οι επιχειρήσεις θα έχουν ένα πρόσθετο κόστος που θα πλησιάζει τα 85 ευρώ. Αρκετοί θα σκεφτούν να μετατρέψουν τους εργαζόμενους σε μερικώς απασχολούμενους παρά να αναλάβουν πρόσθετα οικονομικά βάρη σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.

Ο τρόπος που εφαρμόζει ένα καλό και αναγκαίο μέτρο η κυβέρνηση μπορεί τελικά να οδηγήσει σε αύξηση της μερικής απασχόλησης ή και τη ματαίωση κάποιων προσλήψεων από οικονομικά οριακές επιχειρήσεις.
Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης έπρεπε να συνδυάσει τις αυξήσεις στους εργαζόμενους με προσεκτικές φορολογικές, ασφαλιστικές ελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις για να λειτουργήσει καλά και σε όφελος των εργαζομένων το πιο προβληματικό τμήμα του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.

Πιεζόμενη δημοσκοπικά και πολιτικά η κυβέρνηση προσπαθεί να εμφανισθεί καλή με τους εργαζόμενους κυριολεκτικά με ξένο χρήμα. Προσδοκά μάλιστα επιπλέον έσοδα κυρίως ασφαλιστικά, από την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου.
Το πιθανότερο είναι ότι η αγορά εργασίας θα βρει τη δική της ισορροπία σε κατώτερο επίπεδο από εκείνο που θα ισορροπούσε εάν η κυβέρνηση συμπλήρωνε το αναγκαίο μέτρο με τις σωστές πρωτοβουλίες.