Ενώ η Μάλτα από το 1979 αποτίναξε τον ζυγό

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Είναι η μοίρα του Ελληνισμού να συνεχίζει την πορεία του δια μέσου των αιώνων, μέσα σε αγώνες και στερήσεις της Ελευθερίας του.

Και οι Δωδεκανήσιοι επί 638 ολόκληρα χρόνια στερήθηκαν την Ελευθερία τους. Και η

ευχή όλων μας είναι να διαμορφωθεί έτσι η κατάσταση, ώστε και τα αδέλφια μας, οι Κύπριοι, να χαρούν και αυτοί αφέντες, πλέον, να διαβιούν και να προσφέρουν στον παγκόσμιο Πολιτισμό και κάθε καλό στην ανθρωπότητα.

Το αίτημα των Κυπρίων για Ένωσή τους με τη Μητέρα - Ελλάδα, μετά τη Βυζαντινή εποχή, διατυπώνεται συνέχεια κατά τρόπον επίμονο.

Ιδιαίτερα, κατά την Οθωμανική κατοχή (1571-1898) και την Αγγλική που επακολούθησε η Ελληνοκυπριακή Κοινότητα ήταν περισσότερο πιεστική της Απελευθέρωσης, ώστε ο Κυπριακός λαός να νοιώσει τη Μητρική στοργή. Έτσι, μεταξύ των άλλων, στις 13 Ιουλίου 1948, η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου κατάρτισε “Εθναρχικό Συμβούλιο προς προώθηση του Εθνικού Ενωτικού Αγώνα”.

Όπως οι Δωδεκανήσιοι, έτσι και η Ελληνο-κυπριακή Κοινότητα διετήρησαν την Ελληνική Γλώσσα, την Ελληνική Ορθοδοξία και την Ελληνική κουλτούρα.

Και όπως αναφέρει ο Γλαύκος Κληρίδης, “...Με φανατική προσήλωση οι Κύπριοι παρέμειναν υπερήφανοι για την Ελληνική καταγωγή και την Ελληνική κληρονομιά τους”.

Ο Εθνάρχης Μακάριος Γ’, γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1913 στο χωριό Παναγιά της Πάφου, και τού δόθηκε το όνομα Μιχάλης. Και όσο μεγάλωνε ο αγρότης πατέρας του τού θύμιζε: “Άντε να μεγαλώσεις παιδί μου· εσύ το κοπάδι κι’ εγώ τα χωράφια μας”.

Ωστόσο, ο Μιχάλης είχε άλλον ένα σύμμαχο στον πρώτο εκείνο αγώνα του για τα γράμματα. Ήταν ο δάσκαλος του χωριού, Νεοκλής Καροκλής, που τον είχε ξεχωρίσει πρώτο ανάμεσα στους συμμαθητές του και έλεγε και ξανάλεγε στον πατέρα του: “Άσε το παιδί στο δρόμο του, Χριστόδουλε. Άσε το να μάθει γράμματα κι’ έγνοια μην έχεις”.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, το αίτημα ικανοποίησης του Κυπριακού αιτήματος της Αυτοδιάθεσης το προωθούσε σε κάθε ευκαιρία και η Ελληνική κυβέρνηση.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, το είχε εντάξει στους χειρισμούς του. Είναι, δε, γνωστές οι ενέργειές του· του 1915, 1920 και 1931. Δυστυχώς, όμως, η Αγγλία, ως Μεγάλη Δύναμη της εποχής εκείνης, άλλοτε με προσχηματικούς φιλικούς τρόπους και άλλοτε με αρνητικούς παρέκαμπτε το θέμα. Το αίτημα των Κυπρίων, ωστόσο, τα πρώτα μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ήταν και το σύνθημα “Ένωσις” στην ημερήσια διάταξη και στις 15 Ιανουαρίου 1950 ο Κυπριακός λαός κλήθηκε όπως ενωμένος και αδιάσπαστος να επιτελέσει το καθήκον του.

Διακόσιες δεκαπέντε χιλιάδες (ακριβέστερα 215.103) του Ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου αξίωσε με την υπογραφή του την Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Έκτοτε δεν μπορούσε να διατυπωθεί πειστική δικαιολογία, ότι τάχα η πλειοψηφία του πληθυσμού του νησιού επιθυμεί τη συνέχιση της βρετανικής κυριαρχίας.

Επίσης, κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ο βασιλιάς Γεώργιος και ο Πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός περιέλαβαν την Κύπρο σε υπόμνημα Εθνικών διεκδικήσεων, που επέδωσαν στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Φραγκλίνο Ρούσβελτ, τον Ιούνιο του 1942. Αργότερα προέβη σε ανάλογο διάβημα προς τον Άντονυ Ήντεν (Δεκέμβριος 1942) και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος.
Μετά το τέλος του πολέμου ο Αντιβασιλέας Δαμασκηνός, κατά την επίσκεψή του στο Λονδίνο, το 1945, έθεσε και πάλι, χωρίς κανένα αποτέλεσμα, στη Βρετανική Κυβέρνηση το Κυπριακό.

Τα θετικά αποτελέσματα του πραγματοποιηθέντος Δημοψηφίσματος, ύστερα από απόφαση του Εθναρχικού Συμβουλίου ανέλαβε να αξιοποιήσει στο εξωτερικό, με πρώτο Σταθμό την Αθήνα, Κυπριακή Πρεσβεία με επικεφαλής το Μητροπολίτη Κυρηνείας, Κυπριανό. Στη συνέχεια η Κυπριακή Πρεσβεία επισκέφθηκε τη Μεγάλη Βρετανία και την έδρα των Ηνωμένων Εθνών.

Εν τω μεταξύ, η Βρετανική Κυβέρνηση στο Λονδίνο, ο Υπουργός των Αποικιών αρνήθηκε να δεχθεί την Κυπριακή Πρεσβεία, η οποία στη συνέχεια τού υπέβαλε μακρόν υπόμνημα, στο οποίον εξέφραζε τους πόθους του Κυπριακού λαού και ζητούσε τη δικαίωση του Εθνικού αιτήματος της Ένωσης.
Στις 28 Ιουνίου 1950 πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος ο Β’, και στις 20 Οκτωβρίου του ίδιου έτους αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης Κύπρου ο μέχρι τότε Μητροπολίτης Κιτίου και Πρόεδρος του Γραφείου της Εθναρχίας, με το όνομα Μακάριος ο Γ’.

Ο Μακάριος άρχισε τον Κυπριακό αγώνα εμποτισμένος και αυτός από την Εθνική παράδοση της Μεγάλης Ιδέας, με αποκλειστικό στόχο την Ένωση, που ήταν το αμετακίνητο αίτημα της ιστορίας του Κυπριακού Ελληνισμού.

Ο Μακάριος, στη διεξαγωγή του Αγώνα στηρίχθηκε στο οικονομικό υπόβαθρο της Κυπριακής Εκκλησίας, η οποία ήταν ισχυρός παράγοντας στον τόπο. Ο Μακάριος, κατά τη γνώμη του Νίκου Κρανιδιώτη, ήταν Εθνικός Ηγέτης και με αυτά τα προσόντα αναλάμβανε, το 1950, τη θρησκευτική, την Εθνική και την πολιτική Ηγεσία της Κύπρου. Το Κυπριακό έμπαινε σε μια φάση πληρέστερης οργάνωσης του αγώνα και μεγαλύτερης οξύτητας στην κυπριακή, στην ελληνική και στη διεθνή σκηνή.

Εξάλλου, κατά επισήμανση του αείμνηστου Διεθνολόγου Γιάννου Ν. Κρανιδιώτη, (το Κυπριακό πρόβλημα, 1960-1974), “... το Κυπριακό πρόβλημα, ανεξάρτητα της επιμέρους διακοινοτικής κρίσης, αποτελεί ένα Διεθνές πρόβλημα που εντάσσεται σ’ έναν γενικότερο χώρο συγκρούσεων του διπολικού Διεθνούς συστήματος. Παράλληλα, αποτελεί συστατική μονάδα του περιφερειακού υποσυστήματος της Ανατολικής Μεσογείου, και συνδέεται έτσι με τις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής και της νοτιοδυτικής Ευρώπης...”.

Ταυτόχρονα και η Βρετανική Κυβέρνηση απέδιδε μεγάλη σημασία στη διατήρηση της Κύπρου ως αποικίας, γιατί ήταν σημαντική βάση, για την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, για τον έλεγχο που διατηρούσε στη Διώρυγα του Σουέζ από όπου περνούσε η περίφημη “οδός των Ινδιών”.

* * *

Εντωμεταξύ, οι Άγλλοι που δεν περίμεναν τέτοια μαζική συμμετοχή στο Δημοψήφισμα του Κυπριακού λαού, ως και την απόφαση της Εθναρχίας, όπως Αντιπροσωπεία της επισκεφθεί προσκομίζοντας και τους τόμους του Δημοψηφίσματος στην Αθήνα και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, άρχισαν να πιέζουν την Ελληνική κυβέρνηση να μην ενθαρρύνει τους Κυπρίους στις επιδιώξεις τους.

Και η πρώτη προκήρυξη της “Ε.Ο.Κ.Α.” ο Αρχηγός Διγενής την κυκλοφόρησε το μεσονύκτιο της 31 Μαρτίου-1 Απριλίου 1955 και άρχισε ο ένοπλος αγώνας. Και όπως γράφει στο βιβλίο του ο μακαρίτης Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης, “Η Κατάθεσή μου”, “... οι δύο Εθνικοί ηγέτες των Ελληνοκυπρίων από το 1955 και μετά, οι οποίοι κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή του νησιού και επηρέασαν τις εξελίξεις ακόμα και στην Ελλάδα, ήσαν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος κι ο Στρατηγός Γρίβας.

Σπάνια στην ιστορία δύο Εθνικοί Ηγέτες με τόσο διαμετρικά, αντίθετες ασχολίες, ο ένας αφιερωμένος στην Υπηρεσία του Θεού και ο άλλος στην τέχνη του πολέμου, ενέπνευσαν τόσο πολύ το λαό τους, ώστε να πολεμά και να πεθαίνει με τόσο πατριωτικό ενθουσιασμό για την κοινή υπόθεση. Και όμως, αμέσως τον δίχασαν τόσο βαθιά, ώστε ακόμα και μετά το θάνατό τους ο διαχωρισμός σε Μακαριακούς και αντιγριβικούς και γριβικούς και αντιμακαριακούς διατηρείται προς ζημία της Κύπρου”.

Οι Άγγλοι δεν περίμεναν τέτοια μαζική συμμετοχή στο Δημοψήφισμα του Κυπριακού λαού, ως και την απόφαση της Εθναρχίας, όπως αντιπροσωπεία της να επισκεφθεί προσκομίζοντας και τους τόμους του Δημοψηφίσματος στην Αθήνα και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Και άρχισαν να πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση να μην ενθαρρύνει τους Κυπραίους στις επιδιώξεις τους.

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία της εποχής εκείνης, “Η Καθημερινή” 28.5.1994), ο Πρεσβευτής της Αγγλίας στην Αθήνα Νόρτον επισκέφθηκε τον Πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα και τού συνέστησε να μην δεχθεί την Κυπριακή Αντιπροσωπεία, που θα προσκόμιζε τους τόμους του Δημοψηφίσματος. Όμως, όπως ήταν φυσικό ο Μαύρος Καβαλάρης, το ίνδαλμα της προσφυγιάς του 1922,  δεν δέχθηκε μια τέτοια παράλογη αξίωση.

Απεναντίας, ο Νικόλαος Πλαστήρας, έχοντας υπόψη του και το γενικότερο Εθνικό συμφέρον και το δίκαιο αίτημα της Κυπριακής αντιπροσωπείας που τον επισκέφθηκε, ανέφερε, κάπως συγκρατημένα, μεταξύ των άλλων: “... o πόθος του Κυπριακού λαού είναι και πόθος όλων των Ελλήνων, αλλά η Κυβέρνηση επιφυλάσσεται να χειριστεί μετά της φίλης και συμμάχου Δυνάμεως άμα ως θεωρήσει ότι επέστη η στιγμή της ευτυχούς αυτού διευθέτησης”.

Είναι, πάντως, βέβαιο ότι η Χώρα μας την εποχή εκείνη βρισκόταν κάτω από την εξάρτηση - οικονομική και πολιτική - από τη Δύση και το πρόβλημα των νησιών μας ήταν πολύ πρόωρο να “ανοίξει” με μια σύγκρουση προς τους “συμμάχους”. Ο Νικόλαος Λανίτης, μέλος της Κυπριακής αντιπροσωπείας, που καταλάβαινε το πρόβλημα είπε στον Πρωθυπουργό, με τον οποίο τον συνέδεε παλιά φιλία:

- Θάρρος, Στρατηγέ, παλεύομεν δίκαιο αγώνα Ελευθερίας. Να ενθυμηθείς τον Μεγάλον Αρχηγόν και τον Στρατηγόν κάποιων περασμένων χρόνων... Και ο Πλαστήρας, ο αγνός αυτός πατριώτης, απάντησε με δάκρυα στα μάτια:

- Τι να κάνω Λανίτη μου: Να ακολουθήσω ευζωνικήν πολιτικήν;

Ο Πρεσβευτής της Αγγλίας Νόρτον, ύστερα από την διπλωματική άρνηση του Πλαστήρα να δεχθεί την προτροπή να μην ενθαρρύνει την Κυπριακή Αντιπροσωπεία, απευθύνθηκε στον Βασιλέα Παύλο από τον οποίο ζήτησε, επίσης, να αρνηθεί να δεχθεί τους Κυπρίους.

Ο Παύλος, καθώς αναφέρεται στην ειδησεογραφία των ημερών εκείνων, απάντησε τον Νόρτον:  “Σεις για να δείξετε φιλελευθερισμόν έχετε επιτρέψει την αναχώρησιν της Κυπριακής Αντιπροσωπείας από τη Μεγαλόνησο και ζητάτε από εμένα να μη δεχθώ τους αδελφούς μου Κυπρίους. Όταν, δε, αργότερα ο ίδιος Άγγλος Πρεσβευτής, ο Νόρτον, επισκέφθηκε τη Ρόδο, αντιμετώπισε ένα πλήθος που τού φώναζε ρυθμικά: “Θέλουμε την Κύπρο μας”. “Ένωση-Ένωση”. Οι υπόδουλοι Δωδεκανήσιοι έδιναν το πρώτο μαζικό αγωνιστικό μήνυμα προς την υπόλοιπη Ελλάδα.

Έτσι, μέσα σε αυτό το θερμό ενωτικό κλίμα, από νωρίς το πρωί της 20ής Μαΐου 1950 αντιπροσωπεία των διάφορων Αθηναϊκών Σωματείων με επικεφαλής τον Σάββα Λοϊζίδη, Κύπριο την καταγωγή και διαμένοντα στην Αθήνα, ανέβηκαν πάνω στο ατμόπλοιο “Γλάρος” και βγήκαν στα ανοικτά για να υποδεχθούν το “Ιωνα” που κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά, μεταφέροντας την Κυπριακή Αντιπροσωπεία και τους τόμους τού  Δημοψηφίσματος. Καθώς, δε, ανέφερε το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ της ημέρας εκείνης, οι σειρήνες όλων των πλοίων άρχισαν να σφυρίζουν, ενώ οι καμπάνες των Εκκλησιών που κτυπούσαν χαρμόσυνα ανήγγελαν την άφιξη της Κυπριακής Αντιπροσωπείας.

Στο κεντρικό τελωνείο του Πειραιά ο χώρος ήταν σημαιοστολισμένος, πανό με συνθήματα υπήρχαν παντού και η φιλαρμονική επαιάνιζε συνεχώς. Την Αντιπροσωπεία κατά την αποβίβασή της προσφώνησε θερμότατα εκ μέρους του πολιτικού κόσμου ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και κατόπιν η πομπή έφθασε στην Πλατεία Ομονοίας, ενώ χιλιάδες λαού προέβαιναν σε θερμές εκδηλώσεις και ελληνικές σημαίες ανέμιζαν.

Στη συνέχεια η πομπή ανέβηκε στη Μητρόπολη και πλήθος κόσμου συνωστιζόταν γύρω, ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν με τόση μανία, ώστε κάποιος πλησίασε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνα και τον ρώτησε, εάν είχε εξασφαλιστεί άδεια για να χτυπούν οι καμπάνες.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδωνας απάντησε: “Όχι μόνο να κτυπήσουν, αλλά να σπάσουν...”.
Μετά την είσοδο της Κυπριακής Αντιπροσωπείας στο Ναό της Μητρόπολης Αθηνών ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδωνας διάβασε ειδική δέηση, μέσα σε μια ενθουσιώδη πατριωτική ατμόσφαιρα: “Μνήσθητι, Κύριε, του αναστεναγμού του Παγκυπρίου έως άν ίδη την Ένωσιν αυτού μετά της Ελλάδος. Ήλθον επί της γης Ελλάδος Πρεσβείαν προσάγοντες υπέρ του αξιωθήναι της Ενώσεως ταύτης...”.

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο επικεφαλής της Ελλαδικής Εκκλησίας Σπυρίδωνας, τέως Ιωαννίνων, με συμμετοχή εκπροσώπων πολλών τάξεων, ίδρυσε την “Πανελλήνιο Επιτροπή Αγώνος Ενώσεως Κύπρου” και ανέλαβε την Προεδρία της. Σε μια μεγάλη συγκέντρωση στο Παναθηναϊκό Στάδιο στις 21 Ιουλίου του 1953 εκφώνησε φλογερό λόγο, στον οποίο δήλωνε ότι η Εκκλησία αναλάμβανε τον αγώνα, “στην περίπτωση που η Κυβέρνηση θα ήταν διστακτική”.

Η Κυπριακή Αντιπροσωπεία, προτού παραδώσει επίσημα τους τόμους του Δημοψηφίσματος στο Προεδρείο της Βουλής, επισκέφθηκε διάφορες πόλεις της Ελλάδος και ενώ βρισκόταν στην Κόρινθο, έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου του Β’.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος ο Β’ απέθανε στις 28 Ιουλίου 1950 και στις 20 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ανακηρύχθηκε Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης Κύπρου ο μέχρι τότε Μητροπολίτης Κιτίου και Πρόεδρος του Γραφείου της Εθναρχίας, με το όνομα Μακάριος ο Γ’. Εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος με 77 ψήφους, επί συνόλου 78 των Γενικών Αντιπροσωπειών.

Ωστόσο, όταν τελείωσαν οι εκδηλώσεις για το θάνατο του Αρχιεπισκόπου, η Αντιπροσωπεία με επικεφαλής το Μητροπολίτη Κερύνειας Κυπριανού, σε επίσημη τελετή, παρέδωσε τους τόμους του Δημοψηφίσματος για την Ένωση στον Πρόεδρο της Βουλής, Δημήτριο Γόντικα.

Η Κυπριακή Αντιπροσωπεία, εν τω μεταξύ, συνέχισε στην Ευρώπη το έργο της διαφώτισης της διεθνούς κοινής γνώμης. Έφθασε μέχρι την Αμερική, στα Ηνωμένα Έθνη.

Την εποχή εκείνη, οι ολίγοι αντιτιθέμενοι στην εκλογή του Μακαρίου Γ’ στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο θα διαδίδουν ότι, ο αποθανών Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Β’, διαισθανόμενος το θάνατό του, ήδη από το 1948 μεθοδικά προετοίμαζε τον Μακάριο, “ως συνεχιστή της Δυναστείας των Μακαρίων στην Εκκλησία και την Εθναρχία”.

Ότι αυτός κίνησε τα νήματα για να δοθεί στον Αρχιμανδρίτη Μακάριο η υποτροφία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών. Ότι συνέχισε να τα κινεί για να τον εκλέξουν Μητροπολίτη Κιτίου, ενώ βρισκόταν στη Βοστώνη. Ότι διαισθανόμενος να πλησιάζει το τέλος, κράτησε τον Μακάριο στην Κύπρο και άφησε να ηγηθεί της αντιπροσωπείας στην Αθήνα - Λονδίνο - Νέα Υόρκη ο Κερυνείας Κυπριανός.

ΑΥΡΙΟ ΤΟ Β’ ΜΕΡΟΣ