Ενώ η Μάλτα από το 1979 αποτίναξε το ζυγό

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Γ’ ΜΕΡΟΣ-ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Γενική ήταν η διαπίστωση στην Κυπριακή κοινωνία ότι ένα τεράστιο έργο γινόταν στη Μεγαλόνησο: Η κρατική μέριμνα αγκάλιασε όλα τα στρώματα και όλες τις τάξεις του λαού, ιδιαίτερα τις παραγωγικές τάξεις. Ταυτόχρονα, όμως, διαπιστώθηκε ότι το Κυπριακό εμπλεκόταν μέσα στις αντιθέσεις των διεθνών συμφερόντων και τις συγκρουόμενες επιδιώξεις και αντιμαχομένων παρατάξεων.


Κύριο, όμως, μέλημα και συνεχής επιδίωξη του Μακάριου ήταν η βελτίωση των δυσμενών στοιχείων που περιείχαν οι Συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου. Έτσι, το Νοέμβριο του 1963 υπέβαλε στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων δεκατρείς τροπολογίες του Κυπριακού Συντάγματος. Από τότε οι Τουρκοκύπριοι ανέστειλαν τη συμμετοχή τους στα Όργανα του Κράτους και συγκέντρωναν ένα σημαντικό ποσοστό της Κοινότητάς τους σε τεχνητούς θύλακες, με αντιμετωπικό σκοπό την προώθηση των διχοτομικών σχεδίων και τη δημιουργία χωριστού τουρκικού κράτους.

Ο Κύπριος Γλαύκος Κληρίδης, ο οποίος επί αρκετά χρόνια διετέλεσε Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής στο βιβλίο του “Η Κατάθεσή μου”, γράφει: «...Οι Συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης έγιναν αποδεκτές ως αναγκαίο βήμα που θα έφερνε την ανεξαρτησία στην Κύπρο και θα έδινε έτσι την ευκαιρία στον Κυπριακό λαό ν’ αρχίσει μια καινούργια ζωή. Αντιμετωπίζοντας συνεπώς τις Συμφωνίες και το Σύνταγμα σαν κάτι αναλλοίωτο, θα ήταν σαν ν’ αποφασίζουμε ότι η συνταγματική και πολιτική ανάπτυξη της Κύπρου έπρεπε να καθηλωθεί στο ξεκίνημά της.

Μια τέτοια άποψη ήταν αντιρεαλιστική και ισοδυναμούσε με προσπάθεια να μπει η Κύπρος πολιτικά και συνταγματικά σε ζουρλομανδύα. Αυτή ήταν, όμως, η στάση της τουρκοκυπριακής Κοινότητας και η ελληνοκυπριακή επιμονή για συνταγματικές αναθεωρήσεις, προτού κτιστούν γέφυρες εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο Κοινοτήτων, δεν βοήθησε ν’ αλλάξει. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η σωστή και ρεαλιστική αξιολόγηση της κατάστασης θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι κάθε προσπάθεια αναθεώρησης του Συντάγματος ήταν πρόωρη και θα αποτύγχανε.

Η ελληνική κυβέρνηση  και ιδιαίτερα ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ έβλεπαν σωστά την κατάσταση και κατ’ επανάληψη συμβούλευαν τον Μακάριο ότι ήταν πρόωρο να προβάλλει απαιτήσεις για Συνταγματική Αναθεώρηση. Την ίδια άποψη είχε και ο Σπύρος Μαρκεζίνης, υπουργός Συντονισμού.

Με την Επανάσταση των Ελλήνων Συνταγματαρχών την 17η Απριλίου του 1967, οι Τουρκοκύπριοι επωφελήθηκαν της ανωμαλίας, ίδρυσαν στις 24 Δεκεμβρίου 1967 την “Προσωρινή Τουρκοκυπριακή Διοίκηση”, ο δε Μακάριος προκήρυξε τον Φεβρουάριο του 1968 Προεδρικές εκλογές, στις οποίες πήρε το 95,45% των ψήφων, έναντι 3,71% του αντίπαλου ιατρού Τάκη Ευδόκα.

Σε μια προσπάθεια ενίσχυσης του κυβερνητικού μηχανισμού ο Μακάριος προέβη στη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη νέων εκλογών (5 Ιουνίου 1970) και έκανε ευρύ ανασχηματισμό του Υπουργικού Συμβουλίου. Δημιουργήθηκε εσωτερική ρήξη, όταν με αφορμή την παραλαβή τσεχοσλοβακικών όπλων, που προορίζονταν για την άμυνα του νησιού, ο Μακάριος δέχθηκε επίθεση από τη δικτατορική κυβέρνηση των Αθηνών, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να παραδώσει τα όπλα αυτά στην Ειρηνευτική Δύναμη του Ο.Η.Ε.

Εν τω μεταξύ ο Γρίβας, που άρχισε να κατηγορεί το Μακάριο ότι απεμπόλησε την Ένωση, κατέβηκε μυστικά στην Κύπρο ξανά στις 31  Αυγούστου 1971 και με τη βοήθεια Ελλαδιτών Αξιωματικών άρχισε να στρατολογεί και να εξοπλίζει μαχητές για τις Ένοπλες Ομάδες του, που αποτέλεσαν την ΕΟΚΑ Β’.

Η ΕΟΚΑ Β’ στράφηκε αμέσως εναντίον της Κυβέρνησης του Μακάριου, με εκτελέσεις κ.λπ. και μάλιστα εξύφανε συνωμοσίες ενάντιας της ζωής του (4 Αυγούστου 1973 και 7 Οκτωβρίου 1973). Οι δε τρεις Κύπριοι Μητροπολίτες επικαλούμενοι τους “Ιερούς Κανόνες” αξίωναν από το Μακάριο να εγκαταλείψει την Προεδρία και να περιοριστεί στα Εκκλησιαστικά του καθήκοντα.

Ο Μακάριος προκήρυξε νέες προεδρικές εκλογές και στις 8 Φεβρουαρίου 1973 επανεκλέχθηκε χωρίς αντίπαλο. Έχοντας την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού, ξεπέρασε την επίθεση των Μητροπολιτών, καλώντας Μείζονα Σύνοδο, η οποία με τη σειρά της, καθαίρεσε τους τρεις Μητροπολίτες.

»Και ενώ συνέβαιναν αυτά στην Κύπρο, στην Ελλάδα ο Ταξίαρχος Δημ. Ιωαννίδης, ανέτρεψε την Επαναστατική Κυβέρνηση Παπαδόπουλου και ανέλαβε αυτός, ουσιαστικά, τοποθετώντας ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη και ως Πρωθυπουργό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, οι οποίοι ήταν Όργανά του.

»Ο Δημ. Ιωαννίδης στράφηκε αμέσως εναντίον του Μακάριου και οργανώνοντας αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Κύπρο (15 Ιουλίου 1974) ανάγκασε τον Μακάριο να εγκαταλείψει το νησί και ανέθεσε τη διακυβέρνηση της Κύπρου σε δικά του Όργανα.

»Το προδοτικό πραξικόπημα έδωσε την αφορμή στην καραδοκούσα Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και με το πρόσχημα της αποκατάστασης των Συμφωνιών, να καταλάβει το 36% και πάνω του εδάφους της.
«Ο Μακάριος επέστρεψε στη Λευκωσία στις 7 Δεκεμβρίου 1974 και έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από τον Κυπριακό λαό.

Προκειμένου να περισώσει την ακεραιότητα και την ενότητα της Κύπρου κατέβαλε νέες προσπάθειες  επί Διεθνούς επιπέδου, ενώ παράλληλα ανέλαβε έναν σκληρό αγώνα ανόρθωσης της καταστραμμένης Οικονομίας του τόπου, αποκατάστασης των προσφύγων και εκκαθάρισης του νησιού από τα τουρκικά στρατεύματα και τους Τούρκους εποίκους.

»Στην προσπάθεια αυτή, δεν δίστασε να συναντηθεί και ο ίδιος προσωπικά με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, στις 27 Ιανουαρίου και 12 Φεβρουαρίου 1977 και να χαράξει τις κατευθυντήριες γραμμές που θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για τη λύση του Κυπριακού. Το σχέδιο προνοούσε για μια δικοινοτική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, στην οποία οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες της Κεντρικής Κυβέρνησης που διασφάλιζαν την ενότητα της Χώρας.

»Κάτω από το φόρτο της τεράστιας αυτής εργασίας και τη δοκιμασία της δυσμενούς τροπής που πήρε το μέγα θέμα της Κύπρου, ο Μακάριος υπέκυψε, από καρδιακό έμφραγμα, στις 3 Αυγούστου 1977».
Και η ιστορία συνεχίζεται με τους Τούρκους να έχουν εδραιώσει την κατοχή τους στο 36-40% και την πολιτική των αναβολών για συμφωνία...».

Η Μάλτα και οι αγώνες ανεξαρτησίας της
Γράφοντας για τη διαχρονική περιπέτεια της ελληνικότατης από τα βάθη των αιώνων Κύπρου, θεωρούμε αναγκαίο να αναφερθούμε σε γενικές γραμμές και στο ιστορικό της Μάλτας όσον το δυνατό κατά τρόπον περιληπτικό.
Το νησί είχε και αυτό διαχρονική περιπέτεια, αλλά τελικά το 1979 δικαιώθηκαν οι αγώνες των Μαλτέζων και σήμερα διαβιούν υπό πλήρες ελεύθερο καθεστώς. Επιπλέον, η Μάλτα από 1ης Μαΐου 2003 έγινε και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Μάλτα είναι ένα μικρό νησιωτικό κράτος στο κέντρο της Μεσογείου. Αποτελείται από τρία κατοικημένα νησιά (Μάλτα, Γκότσο, Κομίνο) και τέσσερεις ακατοίκητες νησίδες, που βρίσκονται 58 μίλια νότια της Σικελίας και έχουν συνολική έκταση 316 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το στρατηγικά σημαντικό αρχιπέλαγος έπαιξε εξέχοντα ρόλο στους ανταγωνισμούς των διαφόρων δυνάμεων που επεδίωκαν τον έλεγχο της Μεσογείου και στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ανερχόμενη Ευρώπη και στους παλαιότερους πολιτισμούς της βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ο πληθυσμός υπολογιζόταν το 2005 σε 404.000 (Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος Larousse Britannica. Τεύχος 34).

«Η Μάλτα απέκτησε προνόμια ρωμαϊκού Δήμου, όταν περιήλθε υπό ρωμαϊκό έλεγχο, το 218 π.Χ.

«Το 60 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος ναυάγησε στον Κόλπο και έχει το όνομά του. Και σύμφωνα με την παράδοση ο Παύλος προσηλάτισε τους κατοίκους στον Χριστιανισμό.

»Με τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το 395, η Μάλτα παραχωρήθηκε στο υπό την ηγεμονία της Κωνσταντινούπολης Ανατολικό Κράτος. Αργότερα, το 870, κύριοι της Μάλτας έγιναν οι Άραβες, το 1091, ο Νορμανδός ευγενής Ρογήρος Α’, κύριος τότε της Σικελίας, έφτασε στη Μάλτα με μια μικρή δύναμη και νίκησε τους Άραβες. Αποκαταστάθηκε έτσι η κυριαρχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και διορίστηκε Επίσκοπός της. Ακολούθησε σταδιακή επιβολή φεουδαρχικών δασμών και η Μάλτα κυβερνήθηκε από χωροδεσπότες χωρίς διακοπή, ως τις αρχές του 16ου αιώνα.

»Το 1530 η Μάλτα παραχωρήθηκε στο θρησκευτικό στρατιωτικό τάγμα, το γνωστό ως Οσπιτάλιοι ή Ιωαννίτες (Ιππότες του τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ). Η κυριαρχία, όμως, των Οσπιταλίων τερματίστηκε, όταν τα νησιά καταλήφθηκαν από τον Ναπολέοντα, τον Ιούνιο του 1798.

»Η Συνθήκη της Αμιένης το 1802 απέδωσε τα νησιά στους  Ιππότες του Αγίου Ιωάννη. Οι Μαλτέζοι διαμαρτυρήθηκαν και αναγνώρισαν τον βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας, ως Μονάρχη της Μάλτας, με τον όρο να διατηρηθεί ανέπαφη η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και να γίνει σεβαστή η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των κατοίκων της Μάλτας.

»Οι όροι έγιναν δεκτοί από τους Βρετανούς και επικυρώθηκαν από τη Συνθήκη του Παφιστού του 1814.

»Το πολιτικό καθεστώς της Μάλτας γνώρισε πολλές μεταβολές, με διαδοχικές παραχωρήσεις, αναστολές και ανακλήσεις του Συντάγματος. Η Οικονομία της Μάλτας, συναρτήθηκε με τις Βρετανικές αξιώσεις για στρατιωτικές διευκολύνσεις στο νησί και ο περίφημος Ναύσταθμος (Dockgourd) εξελίχθηκε στο κυριότερο οικονομικό στήγιμα των Βρετανών.

«Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Μάλτα εξασφάλισε μια τοπική φρουρά και πληρώματα πολεμικών σκαφών από αντόχθονες. Το 1921 τής παραχωρήθηκε μια μορφή αυτοδιάθεσης, με συμμετοχή και των Βρετανών στην εξουσία και στις υπεύθυνες θέσεις. Το 1936 το καθεστώς της Μάλτας έγινε και πάλι αποικιακό.

«Το σύστημα αυτό με ορισμένες διαφοροποιήσεις κράτησε μέχρι το 1972, οπότε υπογράφηκε συμφωνία με τη Μεγάλη Βρετανία για σταδιακή αποχώρηση της βρετανικής στρατιωτικής βάσης της Μάλτας, η οποία ολοκληρώθηκε στις 31 Μαρτίου 1979. (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica. Τεύχος 34, σελ. 459-460).

* * *

Στο Κυπριακό τα τελευταία χρόνια επικρατεί επιζήμια για κάθε πλευρά στασιμότητα, ενώ από πλευράς Ηνωμένων Εθνών δεν παρατηρείται διάθεση να αναλάβουν πρωτοβουλία, αν δεν βεβαιωθούν ότι και δύο πλευρές στο νησί έχουν πραγματική διάθεση επανέναρξης του απαραίτητου ειλικρινούς διαλόγου.
Ευχή όλων μας πρέπει να είναι ότι σύντομα θα έλθει η ώρα που και οι δύο πλευρές για το κοινό τους καλό καθίσουν με ειλικρίνεια να βρουν την καλύτερη αναμεταξύ τους συνεννόηση.