Η Κική που δουλεύει ασταμάτητα και γλεντά τη ζωή!

Αυθεντικοί άνθρωποι, έξω καρδιά, με το καλαμπούρι τους, με την καλή τους κουβέντα για όλους. Έτσι είναι η Κική Παραή, το "Τσιτσί" όπως τη φώναζαν στο σχολείο στα Κοσκινού.
Είναι στο πόδι 18 ώρες την ημέρα, κάνει τα πάντα στο κρεοπωλείο του Κωνσταντούρα και τρέχει σφεντόνα  με την "πόρσε", όπως λέει τη βέσπα της, και την άσπρη μπλούζα, να εξυπηρετήσει τους πελάτες. Έκανε την περιουσία της, έγινε γιαγιά πέντε εγγονιών, αλλά η διασκέδαση με τις φίλες Σάββατο παρά Σάββατο, Κυριακές και σχόλες είναι τα “καύσιμά” της.
Ωραίοι άνθρωποι που το λίγο τους το κάνουνε πολύ και δίνουν τον τόνο εκεί όπου βρίσκονται.

 

Μια φωτογραφία πάνω στη βέσπα σου,  θα βγάλουμε;
Να ντη, εδώ, ολόκληρη Πόρσε είναι. Στο δρόμο ντιν νταν με το μηχανάκι, εξυπηρετώ  τους πελάτες, delivery.

Με την άσπρη μπλούζα!
Έ, με τι.

Με το ένα πόδι πάντα κάτω ενώ οδηγείς, να αγγίζει το δρόμο;
Και φορτωμένη να ‘μαι με το ένα πόδι κάθομαι. Γιατί; Για να προλάβω το κακό.

Δουλεύεις πολύ, όλη μέρα!
Δουλεύω. Δουλειά και διασκέδαση κιόλας. Αν δεν δουλέψεις, πώς θα διασκεδάσεις;

Βγαίνεις συχνά;
Σάββατο παρά Σάββατο, παρέα, φίλες. Γυναικοκρατία.

Από πότε δουλεύεις;
Από οκτώ χρονών, μάζευα τα ποτήρια από την παραδοσιακή ταβέρνα του Σουλάκη, στα Κοσκινού, του μπαρμπα-Φώτη, να κάνω τα προικιά μου από τον Ασπράκη που ερχόταν τότε έμπορος με το τρίκυκλο. Με δόσεις τα έπαιρνα, κι έδινα κάθε φορά 50 δραχμές, 100 δραχμές. Ήτανε φράγκα τότε, ήτανε οι γονείς φτωχοί, ο Λούκας ο συγχωρεμένος…  Μετά δούλεψα σε πιτσαρία, με τον αδελφό μου το Γιάννη Παραή. Έπλυνα ταψάκια της πίτσας και τα λάδωνα με το βούτυρο. Δούλεψα τέσσερα ή πέντε χρόνια εκεί στου Αντώνη Γιασιράνη δίπλα στην ΚΑΪΡ που ήταν το εργαστήριο. Εργάζομαι και σε σοβαρή επιχείρηση κοντά 30 χρόνια, στο κρεοπωλείο του Κωνσταντούρα. Τριάντα χρόνια στην ίδια, όχι σαν τον άνεμο, εδώ κι εκεί. Κι ο άντρας μου στην ίδια δουλειά είναι από το 1975 μέχρι σήμερα. 

Παντρεύτηκες γρήγορα.
Παντρεύτηκα 19 χρονών, στου Σουλάκη έπαιξε το αίσθημα, ακούγαμε το τζουκ μποξ. Ήταν 23 χρονών τότε ο άντρας μου ο Χαρίτος Παπαγεωργίου. Κάναμε δυό παιδιά, έχουμε πέντε εγγόνια και η ζωή συνεχίζεται.

Γιαγιά-γιαγιά, αλλά η Πόρσε –Πόρσε και η διασκέδαση- διασκέδαση!
Το γλέντι πάνω απ’ όλα γιατί δεν ξέρουμε τι θα γίνουμε. Και οι φίλες πάνω απ’ όλα. Είναι πέντε οι φίλες μου, αλλά είναι εκλεκτές.

Έκανες και περιουσία!
Δουλέψαμε σκληρά εγώ κι ο άντρας μου, δεν βρήκαμε. Κάναμε το σπίτι μας μόνοι μας στο Κολωνάκι, δηλαδή στην οδό Κέννεντυ της Ρόδου. Και τώρα πούλησα το πατρικό μου στα Κοσκινού, της μάνας μου, να πάρουμε σπίτι στην κόρη.

Μπράβο Κική!
Την αλήθεια, ό,τι είναι αυτά λέμε.

Ο κόσμος σ’ αγαπάει!
Δεν έχω παράπονο. Όσοι μ’ αγαπάνε τους αγαπώ κι εγώ.

Έτσι πάει;
Έ, πώς πάει. Τον καθρέφτη όπως τον βλέπεις σε βλέπει. Αλλά τους ξέρω όλους.

Είσαι πάντα έτσι με το καλαμπούρι και με το χαμόγελο;
Εγώ και στενοχωρημένη να ‘μαι γελάω και λέω και τ’ αστεία. Εγώ κατάλαβα ότι πρέπει να χαίρεσαι τη ζωή κάθε λεπτό που περνά γιατί δεν ξαναγυρίζει. Να, πάω τώρα στου Βλάχου, ξέρω αν θα ξαναγυρίσω πίσω; Φτου, φτου, φτύνω στον κόρφο μου… Αν μπορώ να ξεματιάσω, ξεματιάζω κιόλας.

Όταν ξυπνάς το πρωί έχες την ίδια ζωντάνια ή περνάει ώρα για να τη βρεις;
Είμαι ντούρασελ. Και τρεις και τέσσερις τα ξημερώματα να κοιμηθώ επτά το πρωί είμαι στο πόδι. Και άρρωστη στο μηχανάκι πάνω. Μη κακό, μια χαρά. 

Γιατί είσαι ξύπνια εκείνη την ώρα;
Μπορεί να έχουμε βγει παρέα, γυναικοκρατία. Εγώ κλείνω το τραπέζι, εγώ κανονίζω τις εξόδους και πάμε και δίνουμε ζωή στα μαγαζιά.

Χορεύεις;
Η «Κανάρα» είναι τ’ αγαπημένο μου και τη χορεύω κιόλας. Το ελεύθερο πουλί. Σαν τη λευτεριά δεν έχει. Η διασκέδαση πάνω απ’ όλα. Θα σε πάρουμε μαζί μας ένα βράδυ, να δεις και το πουλί πώς χορεύεται.

Ταξίδια πηγαίνεις;
Πολλά, εδώ τριγύρω. Το όνειρό μου είναι να πάω στην Κωνσταντινούπολη. Τώρα, πότε θα ‘ναι…

Μ’ αυτή την άσπρη μπλούζα όμως που κυκλοφορείς… Ούτε γιατρός να ‘σουνα…
Με, πού ήταν τα γράμματα. Μην πούμε και πώς με βγάλανε στο σχολείο: «Τσιτσί». Με ρωτάει στην τάξη ο Διμέλης ο δάσκαλος, συγχωρέθηκε κι αυτός, «Καθολική, τι έφαγες χθες...;» Του λέω «Τσιτσί, κύριε...» (κρέας)... Έ, με φωνάζανε «Τσιτσί», ήμουν κι αδύνατη, μου ‘μεινε το παρατσούκλι.

Δεν παρεξηγιέσαι;
Όχι βρε, δεν έχω κόμπλεξ εγώ. Και καλή Καθαρή Δευτέρα να έχει ο κόσμος, να ευχηθούμε κιόλας, να μην μας πούνε και αγενείς. Και γλέντια, πάνω απ’ όλα. Με αγάπη, Κική.