Η συμβολή του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου στην 70χρονη μεταπελευθερωτική πορεία  των παραγωγικών και κοινωνικών τάξεων

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Α' ΜΕΡΟΣ
Μία από τις πρωταρχικές μέριμνες του Ελληνικού Κράτους με την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου ήταν η ίδρυση Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Ιδρύθηκε με βάση το Β.Δ.24/30.6.1949, (ΦΕΚ 142/49), τεύχος Α΄, επί υπουργίας Εθνικής Οικονομίας τον Δωδεκανήσιο, από το Καστελλόριζο, Γεώργιο Μαύρο, με έδρα τη Ρόδο.


Τον Απρίλιο του 1988 και συγκεκριμένα στις 12.4.1988 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 67 τ.Α’) το υπουρ. 153 Δ/γμα, με το οποίο επέρχεται, άρθρο 1, παρ. 2 η συγχώνευση του Ε.Β.Ε. Δωδεκανήσου (Ρόδου, και του Ε.Β.Ε. Καλύμνου-Κω σε ένα, το οποίο παίρνει την ονομασία, “Επιμελητήριο Δωδεκανήσου”, με έδρα τη Ρόδο.

Η έκδοση του Π. Διατάγματος αυτού έγινε σε εκτέλεση των διατάξεων του Ν. 1746/1988 (ΦΕΚ 2/Α/8.1.1988) “Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητηρίων και άλλες διατάξεις” και πιο συγκεκριμένα της παρ. 2 του άρθρου 1, με την οποία ορίζεται ότι: “σε κάθε Νομό της Χώρας λειτουργεί ένα Επιμελητήριο με έδρα την πρωτεύουσά του”.

Με την υπ’ αριθμ. 118264/25.7.1949 απόφαση ξανά του υπουργού Εθνικής Οικονομίας Γεωργίου Μαύρου συστήθηκε προσωρινή πενταμελής Διοικητική Επιτροπή, η οποία παρέμεινε από 4.8.1949/2.10.1950 με την εξής σύνθεση:  Κ.Δ. Χατζηκωνσταντής Πρόεδρος. Στέλιος Κωτιάδης Αντιπρόεδρος. Γεώργιος Ν. Ασπράκης Γενικός Γραμματέας. Ιωάννης Οικονομίδης Ταμίας και Εμμανουήλ Ν. Μαλτέζος Σύμβουλος.

Κατά τη 2η περίοδο 2.10.1950/29.6.1954 πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη Διοικητικού Συμβουλίου και ως πενταμελής Διοικούσα Επιτροπή αναδείχθηκαν: Εμμανουήλ Μαλτέζος, Πρόεδρος. Φίλιππος Ιωαννίδης, Α’ Αντιπρόεδρος. Εμμανουήλ Χαραλάμπους, Β’ Αντιπρόεδρος. Κων/νος Πανάγος, Γενικός Γραμματέας και Σωκράτης Τάχερ, Ταμίας.
Σύμφωνα με το Νόμο η θητεία κάθε Διοικητικού Συμβουλίου κάθε Επιμελητηρίου γίνεται ανά τριετία.

Εγώ, μετά την αποφοίτησή μου από την Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών, ύστερα από εξετάσεις, προσλήφθηκα, τον Αύγουστο του 1957. Και αφού συμπλήρωσα την εκ του Νόμου 35ετία και αφού την τελευταία οκταετία διετέλεσα Διευθυντής του Οργανισμού αποχώρησα στις 2.3.1993, με τον τιμητικό τίτλο του Επίτιμου Διευθυντή του Επιμελητηρίου.

***
Στη διάρκεια της 70ετίας, από της ίδρυσης του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, οι διατελέσαντες Πρόεδροι είναι οι ακόλουθοι:
1. K. Δ. Χατζηκωνσταντής 4.8.1949-2.10.1950
2. Εμμανουήλ Ν. Μαλτέζος 2.10.1950-29.6.1954
3. Φίλιππος Αν. Ιωαννίδης 29.6.1954-23.3.1957
4. Αργύρης Χρ. Θεοχάρης 23.3.1957-8.6.1960
5. Δημήτριος Νικ. Τσουβαλάς 8.6.1960-30.11.1963
6. Δημήτριος Νικ. Τσουβαλάς 30.11.1963-9.1.1967
7. Δημήτριος Νικ. Τσουβαλάς 9.1.1967-10.8.1967
8. Δημήτριος Νικ. Τσουβαλάς 10.8.1967-26.7.1971
9. Παράσχος Κ. Χρυσοχοΐδης 26.7.1971-14.10.1974

10. Γεώργιος Β. Καραγιάννης 14.10-1974-19.3.1975
11.Γεώργιος Β. Καραγιάννης 19.3.1975-22.3.1978
12. Γεώργιος Β. Καραγιάννης 22.3.1978-31.1.1983
13. Γεώργιος Β. Καραγιάννης 31.1.1983-20.1.1988
14. Γεώργιος Β. Καραγιάννης 20.1.1988-31.12.2001
15. Ηλίας Στ. Κωτιάδης 2001-2006
16. Γεώργιος Χατζημάρκος 2006-2010
17. Κωνσταντίνος Χρυσοχοΐδης 2011-10.11.2011
18. Ιωάννης Πάππου 11.12.2011 συνεχίζει

Διατελέσαντες Διευθυντές ΕΒΕ Δωδ/σου
1. Ιωάννης Χ. Φραγκάκης 4.8.1949 έως 27.10.1949
2. Παναγιώτης Κυριακίδης 27.10.1949 έως 24.3.1952
3. Θωμάς Τριανταφυλλίδης 24.3.1952 έως 31.12.1953
4. Μιλτιάδης Λογοθέτης 1.1.1954 έως 9.9.1954 (προσωρινός)
5. Πλάτωνας Κυπριώτης 9.9.1954 έως 23.12.1955
6. Μιλτιάδης Λογοθέτης 1.1.1955 έως 13.9.1985
7. Κυριάκος Ι. Φίνας 13.9.1985 έως 2.3.1993
8. Ιωάννης Κασέρης 3.3.1993 έως 2001
9. Ιωάννης Παπαδημήτρης 2001 έως 2006
10. Ηλίας Ουζουνίδης 2006 έως 2008
11. Ιωάννης Μπαϊράμης 2008 έως 2010
12. Ιωάννης Παπαδημήτρης 2011 συνεχίζει

***
Τα Εμποροβιομηχανικά Επιμελητήρια είναι θεσμός που το πρώτο εμφανίστηκε στη Γαλλία. Στην Ελλάδα άρχισαν να λειτουργούν υπό υποτυπώδη  μορφή, από τα πρώτα χρόνια της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, και συγκεκριμένα από το 1836. Σήμερα, πλέον, λειτουργούν σε όλα, σχεδόν, τα κράτη του κόσμου. Σε μερικά με τη μορφή των Κρατικών Οργανισμών, σε άλλα ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, όπως στη χώρα μας, και σε πολλές δυτικές χώρες, ως ιδιωτικοί οργανισμοί: Αγγλία, Ιρλανδία, Δανία, Βέλγιο, Ηνωμένες Πολιτείες, Σκανδιναβικές χώρες, Κύπρο και αλλού.

Στην Κύπρο, μάλιστα, λειτουργούν με τη νομική μορφή της Ανώνυμης Εταιρείας. Προ ετών, στη 10ετία του 1980 επισκέφθηκα το Επιμελητήριο Λευκωσίας και εντυπωσιάστηκα με την αποτελεσματική λειτουργία του. Υπερέχει και των ιταλικών, αλλά κατά πολύ και του δικού μας, των Αθηνών, που ιδρύθηκε το έτος 1919 και θεωρείται το πρότυπο στη χώρα μας. Γενική είναι η πεποίθηση ότι η ευελιξία και η δυνατότητα ταχείας λήψης αποφάσεων, που έχει η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι αναντικατάστατοι προωθητικοί παράγοντες. Και πιστεύουμε ακράδαντα πως και το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου θα απέδιδε καλύτερα για το γενικό καλό, εάν λειτουργούσε, όπως της Κύπρου.

Ιχνηλατώντας, ωστόσο, την 70χρονη παρουσία του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, έστω και με μελετημένη κριτική διάθεση, και καταγράφοντας τη συμβολή του στο χρονικό αυτό διάστημα, διαπιστώνει κανείς ότι: πέραν των εκάστοτε γενικής τοποθέτησης και των καθημερινών, σχεδόν, προβλημάτων που ανέκυπταν, τρεις είναι οι γενικοί, κατά τη γνώμη μας, καθοδηγητικοί άξονες στην πορεία του, όπου δίνουν και το στίγμα της περιφερειακής ανάπτυξης της περιοχής του.

Να σημειωθεί, επιπλέον, ότι τα Ελληνικά Επιμελητήρια λειτουργούν με δικά τους έσοδα, από τις συνδρομές των μελών τους. Επιπλέον, το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου, ύστερα από 30 χρόνια λειτουργίας τους, εγκαταστάθηκε μόνιμα σε ιδιόκτητο ευρύχωρο κτίριο που ανεγέρθηκε και εξοπλίστηκε με δικά του έξοδα, στο κέντρο της πόλης Ρόδου.

Πρώτον: Παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, εν τούτοις, με την παρουσία και τις γνωμοδοτικές εισηγήσεις του Επιμελητηρίου ως θεσμικού Συμβούλου του Κράτους, ως και των άλλων φορέων, λαμβάνονταν τα κατάλληλα μέτρα, και αντιμετωπίστηκαν, κατά το δυνατότερο τρόπο, τα πρώτα επείγοντα προβλήματα. Δρομολογήθηκαν, δε και οι διαδικασίες για την ανασυγκρότηση της οικονομικής και κοινωνικής δωδεκανησιακής ζωής.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο, κατά τον πλέον αναμφισβήτητο τρόπο ότι, στη Δωδεκάνησο, ενώ σε τοπικό επίπεδο υπολειτουργούσαν όλοι ανεξαίρετα οι παραγωγικοί κλάδοι, από τον πρωτογενή μέχρι και τον τριτογενή τομέα, σε πανελλήνια κλίμακα, απαραίτητη πρόβαλλε η εντατική προσπάθεια, ώστε στο δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, να επουλωθούν οι “πληγές” που άφησε παντού πίσω της η 33ετής απάνθρωπη ιταλική και ναζιστική κατοχή.

Δυστυχώς, στην κρίσιμη περίοδο της 10ετίας του 1940 της Ελληνικής και Δωδεκανησιακής Ιστορίας, ανά τη χώρα απλωνόταν και μία ασύνετη εσωτερική εμφύλια διαμάχη. Άγγιξε τα όρια της εθνικής συμφοράς αλλά τελικά απωσοβήθηκε. Συνέχισαν, όμως, από τότε να αιωρούνται στην πολιτική ζωή του τόπου για μερικές ακόμη δεκαετίες τα τραυματικά ίχνη της αδελφοκτόνου εκείνης έντονης ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης.

Ενόψει των παραπάνω πραγματικών δεδομένων, είναι εμφανές ότι παρουσιάζονταν δυσκολίες για την εξισορρόπηση και επίλυση, τόσο του θέματος της επιβίωσης και περιορισμού της προσωρινής, έστω, μεταναστευτικής φυγής των κατοίκων, κυρίως των μικρών νησιών, με την παραμονή στον τόπο τους, όσο και της επιβαλλόμενης εκ των περιστάσεων σταθερής οικονομικής ανόρθωσης της περιοχής.

Αναμφίβολο, επίσης γεγονός αποτελεί ότι περιθώρια χρόνου καθυστέρησης στη λήξη των σχετικών αποφάσεων δεν υπήρχαν, καθόσον, πέραν της αναγκαιότητας από οικονομικής πλευράς, το απαιτούσαν και λόγοι εθνικής σκοπιμότητας. Και τιμά ιδιαίτερα τους Δωδεκανήσιους, ότι, στη δύσκολη εκείνη περίοδο, όχι μόνο δεν κατέφυγαν σε μεγάλη έκταση στο εξωτερικό για περισσότερη ευμάρεια, αλλά με αίσθημα ευθύνης και αυτοπεποίθηση εργάστηκαν στα Πάτρια, σκληρά και μεθοδευμένα, για να τον ανασυγκροτήσουν. Κι’ έτσι, συνέβαλαν να αναστραφεί προς το καλύτερο η ζοφερή οικονομική εικόνα.

Με το ίδιο πείσμα οι πρόγονόι μας Δωδεκανήσοι έμειναν προσκολλημένοι στην πατρώα γη και κατά τα δύσκολα χρόνια του σκληρού ιταλικού φασισμού, με το σκεπτικό ότι, εάν πραγματοποιούταν την εποχή εκείνη, τις πρώτες τέσσερις 10ετίες του 20ού αιώνα μεταναστευτική φυγή, το κενό θα το κάλυπταν, με το αζημίωτο, οι φασίστες Ιταλοί με εποίκους, με αποτέλεσμα την πληθυσμιακή αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των νησιών μας.

Κατά την καθοριστική εκείνη εποχή, προς λήξη της δεκαετίας του ‘40 και αρχές του’50, Πολιτεία και εκπρόσωποι, πλέον, των παραγωγικών τάξεων συνεργάστηκαν αρμονικότατα και τέθηκαν τα θεμέλια για την ορθολογική βιωσιμότητα της νέας ελληνικής επαρχίας. Με το ίδιο δημιουργικό πνεύμα και ζήλο συνέχισαν το επίμοχθο έργο τους και όλες οι διοικήσεις και τα υπηρεσιακά στελέχη των διαφόρων Οργανισμών.

Καθιερώθησαν: ειδικός υπολογισμός για το φόρο εισοδήματος, ειδικό πιστοδοτικό και δασμολογικό καθεστώς, ως και άλλων έμμεσων φόρων, καθώς και ο ειδικός δημοτικός φόρος, το 4%, όπως καθιερώθηκε να αποκαλείται, προς ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Προτάθηκαν μέτρα προστασίας της μεταποίησης, επιτεύχθηκε η μέχρι το 1961 μη εφαρμογή του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων και με ευθύνη του Επιμελητηρίου.

Αντιμετωπίστηκε επιτυχώς το σύστημα της  δίκαιης κατανομής των εισαγωγών μέχρι τον Απρίλιο του 1953, ότε πλέον επήλθε πλήρης απελευθέρωση του ρυθμιζόμενου εισαγωγικού καθετώτος, ως αποτέλεσμα της υποτίμησης της δραχμής, με πρωτεργάτη τον αείμνηστο Υπουργό Συντονισμού Σπύρο Μαρκεζίνη, του αξιοσημείωτου αυτού μεταπολεμικού επιτεύγματος. Καθόσον, όπως είναι γνωστό, την πρώτη μεταπολεμική οκταετία υπήρχε στην Ελλάδα στενότητα συναλλαγματικών διαθεσίμων, καθόσον δεν υπήρχαν ακόμη οι πόροι από τον τουρισμό και τη ναυτιλία κα οι εισαγωγικές ανάγκες αντιμετωπίζονταν από τα κονδύλια, αρχικά της βρετανικής στήριξης και μετέπειτα, από το Μάρτιο του 1947 από εκείνα της Αμερικανικής βοήθειας, βάσει του «Δόγματος Τρούμαν» το οποίο ακολούθησε, «το Σχέδιο Μάρσαλ».

Και στους άλλους τομείς της Δωδεκανησιακής ζωής είχε λόγο το Επιμελητήριο, όπως για παράδειγμα με τη συμεμτοχή εκπροσώπων του στα διάφορα Συμβούλια και Επιτροπές, μεταφέροντας εκεί το πρακτικό και ρεαλιστικό πνεύμα, βοηθώντας και το έργο της Διοίκησης του Νομού και γενικά της Πολιτείας.

Εν τω μεταξύ, αξιοσημείωτη πρόοδος παρουσιαζόταν και στον Αγροτικό Τομέα της εποχής, ειδικά στον τομέα των οπωροκηπευτικών και των κρασιών, με τις εξαγωγές που γίνονταν των πρώτων στην Αθήνα και Πειραιά, τα κρασιά και σαμπάνιες και στο εξωτερικό.

Είχαμε οργανωμένους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς και με επικεφαλής τον δραστηριότατο μακαρίτη Γεώργιο Μπάρδο, Κοσκινιάτη. Και η ΚΑΙΡόδου απορροφούσε, δε, όλη την παραγωγή σε σταφύλια, έκανε δε και εξαγωγές ως προαναφέρεται κρασιών και σαμπάνιας. Στην ΚΑΙΡΡόδου, Δ/ντής ο Σταμάτης Καζούλης.
Δυστυχώς, ο πολύ περιορισμένος χώρος της εφημερίδας δεν μας επιτρέπει να επεκταθούμε περισσότερο, επί του προκειμένου.

Δεύτερο: Παρακολούθηση και μέριμνα διατήρησης, για όσο το δυνατόν περισσότερο χρονικό διάστημα, των θεσπισθέντων από την Πολιτεία Ειδικών δημοσιονομικών κινήτρων.
Στην περίοδο 1947-1960 δοκιμάστηκαν στην πρακτική τους εφαρμογή, τα μέτρα που πήρε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η Ελληνική Πολιτεία.

Είναι γεγονός ότι, το χρονικό αυτό διάστημα όλοι οι δείκτες των παραγωγικών κλάδων παρουσίασαν ανοδική πορεία και πλησιάζοντας προς το τέλος της δεκαετίας του ‘60, άρχισε να διαμορφώνεται η νέα μεταπελευθερωτική συγκρότηση της Δωδεκανησιακής Οικονομίας, με κύριο άξονα τον τριτογενή τομέα και με προεξάρχοντα τον τουρισμό και το εμπόριο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι υπόλοιποι παραγωγικοί κλάδοι υστέρησαν, την εποχή εκείνη, σε ικανοποιητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Από το 1961 η τουριστική επιτάχυνση και οι εξωτερικές συναλλαγές γενικότερα δίνουν διάσταση στην αναπτυξιακή προσπάθεια, με επακόλουθο την περαιτέρω οικονομική πρόοδο, η οποία εκδηλώθηκε παντού. Από την αύξηση του τοπικού ακαθάριστου προϊόντος, της απασχόλησης, των συναλλαγματικών εσόδων ως και στον τομέα των επενδύσεων σε τουριστικές δραστηριότητες. Η Ρόδος, η Κως και σε μικρότερη κλίμακα και μερικά άλλα νησιά, στα χρόνια που ακολουθούν, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60, αποκτούν δική τους τουριστική ταυτότητα και η ανέγερση νέων ξενοδοχειακών μονάδων και παρεμφερών τουριστικών εγκαταστάσεων επιβεβαιώνει «του λόγου το αληθές».

Στο σημείο, όμως, αυτό θα πρέπει να παρεμβληθεί μια σημαντική παρατήρηση, την οποία εγώ προσωπικά και προφορικά είχα διατυπώσει, από τη θέση στο ΕΒΕΔ, γραπτά χωρίς, δυστυχώς, ανταπόκριση.

Την εποχή εκείνη, έπρεπε απαραίτητα να σχηματιστεί ένα Συντονιστικό Συμβούλιο Ανάπτυξης της Δωδεκανήσου, με προοπτική, συν τω χρόνω, να λάβει μόνιμο χαρακτήρα, με παράλληλη λειτουργία μιας ολιγοπρόσωπης Υπηρεσίας Στατιστικής και Μελετών, που θα στεγαζόταν στο Μέγαρο του Επιμελητηρίου, του οποίου Πρόεδρος θα ήταν ο εκάστοτε Πρόεδρός του με ένα δωδεκαμελές Συμβούλιο, με Γραμματέα το Διευθυντή του Οργανισμού, που θα στήριζε γραφειοκρατικά το προαναφερθέν Συντονιστικό Συμβούλιο.

Με την ίδρυση και λειτουργία του Συντονιστικού αυτού Συμβουλίου της Δωδεκανήσου θα παρακολουθούνταν όλα τα μεγάλα αναπτυξιακά θέματα του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος. Και θα μεταδίδαμε στο Δωδεκανησιακό λαό την ικανοποίηση-πεποίθηση ότι από κοινού και με στοιχεία μονοιασμένα θα μονιμοποιούταν η παρακολούθηση των δεικτών της Δωδεκανησιακής Οικονομίας και ανάλογα θα ενεργούσαμε.

Παράλληλα, με τη λειτουργία του Συντονιστικού αυτού Συμβουλίου θα αξιοπιούσαμε-όχι πώληση-τη δωδεκανησιακή δημόσια ακίνητη περιουσία που άφησαν οι Ιταλοί με την παραχώρηση της Δωδεκανήσου από το 1946.  επί του θέματος αυτού θα επανέλθω στην τωρινή ανάπτυξη για την οποία ασχολούμαι με τέσσερα συνεχή άρθρα στη «Ροδιακή».

Επί του θέματος τούτου, σε ανάπτυξη 13 σελίδων γραφομηχανής συνέταξα Μελέτη, την οποία χωρίς καμία υποχρέωση έστειλα στους βουλευτές Δωδεκανήσου, τον τέως Νομάρχη Παρασκευά και τα Προεδρεία των παραγωγικών τάξεων Δωδ/σου. Το θεώρησα επιβεβλημένη υποχρέωση, καθόσον το θέμα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να αντιμετωπιστεί από κοινού από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως από τους κυριότερους Δωδ/κούς φορείς.

ΑΥΡΙΟ ΤΟ Β’ ΜΕΡΟΣ