Ο πασάς της Ρόδου!

Όταν κηρύχτηκε η ελληνική επανάσταση το 1821, διοικητής της Ρόδου ήταν ο Γιουσούφ μπέης, ο οποίος όπως προκύπτει από τα διάφορα έγγραφα που έχουν διασωθεί  και αναφέρει στο βιβλίο του «Ιστορία της Ρόδου» ο Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου, ήταν άνθρωπος συνετός και στο διάστημα της εξουσίας του πέρασαν ήσυχα οι Έλληνες με τους μουσουλμάνους.

Η «ησυχία» όμως αυτή διαταράχθηκε με την Ελληνική Επανάσταση.

Οι Τούρκοι κατηγορούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν την πλειοψηφία του πληθυσμού, ότι συμμετείχαν στην Ελληνική συνωμοσία και κατάγγειλαν τον Γιουσούφ στην Πύλη (στην Κωνσταντινούπολη) ότι ευνοούσε το Ελληνικό στοιχείο.

Ο σουλτάνος κάλεσε το Γιουσούφ, κι απολογήθηκε για τη στάση του όμως αντί αγχόνης, όπως περίμεναν οι αντίπαλοί του, τον προβίβασε σε πασά και τον έστειλε διοικητή στη Χίο.

Στη Ρόδο έστειλε η Πύλη τον Σουκιούρ μπέη, 60 ετών (τότε εθεωρείτο γέρος) ο οποίος ήταν Έλληνας, Γενίτσαρος, Μανιάτης που είχε πιαστεί αιχμάλωτος, κι έγινε μουσουλμάνος όπως αναφέρει ο Βέλγος συνταγματάρχης Rottiers που ήρθε στη Ρόδο στα 1826, γνώρισε τον Σουκιούρ μπέη ως διοικητή και τον ζωγραφίζει με τα μελανότερα χρώματα:

«Ήταν μεγαλόσωμος, μακροχέρης, χαρακτηριστικά λένε ήταν τα φρύδια του «οι φρυδάκλες του Σουκιούρ», σωστός τύραννος, πολύ σκληρός στην είσπραξη του χαρατσιού, απαίσιος διοικητής του λαού. Αιχμάλωτος των Τούρκων, πωλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μουσουλμάνος και με την ιδιότητα του «κοπελιού» σ΄ ένα αφεντικό είχε μυηθεί σε συνήθειες επονείδιστες που δεχόταν η Ανατολή».

Επιτήδειος στα ναυτικά, όπως όλοι οι Μανιάτες, ο νεαρός Μεχμέτ, απέκτησε φήμη, υπηρέτησε το Σουλτάνο, κι έφτασε στο αξίωμα του ναυάρχου. Έλαβε μέρος στη συνομωσία του Μουσταφά Μπαϊρακτάρ στην Κωνσταντινούπολη, στάθηκε όμως πιο τυχερός απ΄ αυτόν, έφυγε και σώθηκε. Ο Σουλτάνος τον αμνήστευσε αργότερα και τον έστειλε στον Εύξεινο Πόντο, όπου έζησε λησμονημένος. Με την Ελληνική Επανάσταση τον κάλεσαν πίσω και τον έφεραν διοικητή στη Ρόδο, στη θέση του συνετού Γιουσούφ.

Η Ρόδος είχε ακμή μέχρι τότε. Υπήρχαν έμποροι Τούρκοι κι Έλληνες, κάτω από μια διοίκηση δίκαιη και πρακτική του Γιουσούφ.

Ο Σουκιούρ είχε πολλά πλούτη, ζούσε με ευμάρεια, κι είχε για γιατρό του τον υποπρόξενο της Αυστρίας και Αγγλίας στη Ρόδο Μ. Μας. Ο νέος διοικητής δεν είχε άλλο όνειρο από το να οικειοποιείται αγαθά και η ακόρεστη φιλοδοξία του δεν άργησε να εμφανιστεί με σφοδρότητα.

Τους Έλληνες τους κατηγορούσε για ανταρσία, κι έλεγε ότι έπρεπε να τους σταματήσει, στους δε Τούρκους έλεγε ότι οι περιστάσεις ήταν δύσκολες και χρειάζονταν μεγάλες θυσίες, για να κρατήσουν τον πόλεμο, ενάντια στον επαναστατημένο ραγιά. Χαρακτηριστικό του χαρακτήρα αυτού του τέρατος ήταν το παρακάτω παράδειγμα: Οι Έλληνες και οι Εβραίοι είναι οι μόνοι που είχαν το δικαίωμα να διατηρούν ταβέρνες, αλλά τους ήταν αυστηρά απαγορευμένο να πωλούν σε Τούρκους κρασί ή οποιοδήποτε οινόπνευμα. Τους καταδίκαζε σε θάνατο, είχε ένα πελέκι, λένε, δίπλα του και μ΄ αυτό εκτελούσε τους κατάδικους του.

Ανάλογες διηγήσεις όπως αυτή της Αγγελικής Καζούλλη, έχει διασώσει η προφορική παράδοση: Ένας κύριος από σοβαρή οικογένεια της Ρόδου είχε καταγγείλει στο Σουκιούρ ένα φύλακα ο οποίος παρότι είχε ατονήσει το μέτρο αυτό, είχε  υποχρεώσει τον Ροδίτη να κατέβει από το άλογό του μόλις τον είδε. Ο Σουκιούρ μπέης έδωσε διαταγή να φέρουν όλους τους φύλακες μπροστά του και μόλις τον έδειξε ο παραπονούμενος, σήκωσε το σπαθί του και του έκοψε το κεφάλι αμέσως. Ο Ροδίτης δεν περίμενε τέτοια αντίδραση, κλονίστηκε, και κάποια μέλη της οικογένειας Καζούλλη, είχαν κάνει παράπονα στον Σουκιούρ.

Ο Ροττιέ περιγράφει επίσης μια συνοδεία που πήγαινε μια μέρα στο Ζιμπουλλί (Ροδίνι). Ήταν ο μπέης με το χαρέμι του και πήγαιναν να περάσουν τη μέρα εκεί. Οι φτωχοί χωρικοί του είχαν φέρει δώρα για να τον εξευμενίσουν, όρνιθες, αρνιά σφαγμένα, ό,τι είχε ο καθένας.

Το όνομα του Σουκιούρ μπέη συναντάται πρώτη φορά σε μπουγιουρδί που στέλνει από τη Ρόδο στα 1822 στους κατοίκους της Σύμης και φοβερίζει και απειλεί με καταστροφή του νησιού που άργησαν να στείλουν τους φόρους, το «χαράτζι». Στα 1831 ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ύστερα από επανειλημμένα παράπονα για την κακομεταχείριση των νησιωτών, κι ήρθε αντικαταστάτης του ο Χασάν μπέης, δίκαιος και αυστηρός στο καθήκον του. Ο Σουκιούρ όμως αθωώθηκε και ξαναγύρισε με τον τίτλο του πασά.

Η κατοικία του Σουκιούρ πασά ήταν ένα μέγαρο με κήπο στο σημερινό κέντρο της πόλης, στη θέση όπου έγινε στη συνέχεια το κτήριο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και λεγόταν «του Μουσταφά καπιτάνου το σαράι». Έφυγε από τη Ρόδο το 1835 και λησμονήθηκε κάπου στην Ανατολή.

 

Ο Σουκιούρ πασάς διοίκησε τυρανικά για 14 χρόνια τη Ρόδο
Ο Σουκιούρ πασάς διοίκησε τυρανικά για 14 χρόνια τη Ρόδο