Λεηλάτηση εισοδημάτων  και λυκοφιλίες

Οι συμφωνίες είναι για να αναιρούνται. Αυτό που δεν πρέπει να αλλάζει, λέει, είναι η στοχευμένη από την εξουσία  «θετική  προοπτική» για τον φτωχό κόσμο, γιατί χωρίς αυτόν δεν υπάρχει  ή εκλείπει  η εκμετάλλευση και όλα γυρίζουν μπούμερανγκ για τους πλουσίους.

Έτσι, πετώντας και από ένα μικρό κομμάτι ψωμί, διορθώνοντας τους όρους του εκάστοτε μνημονίου, και η φτώχεια διατηρείται μαζί με τις διακρίσεις, και ο φτωχός, μαθημένος όπως είναι στα λίγα, το εκλαμβάνει ως «θείο δώρο», και τα πάσης φύσεως αφεντικά έχουν το κεφάλι τους ήσυχο να συνεχίσουν τα παζάρια τους.  

Απλό και χωρίς πολλά - πολλά το εν λόγω σχέδιο έχει τεθεί σε εφαρμογή εδώ και δεκαετίες όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι εκάστοτε τραπεζίτες και άλλοι γνωστοί – άγνωστοι που συσκέπτονται πυρετωδώς στα φόρα και τις διεθνείς συναντήσεις, και φτάνουν διά των υπαλλήλων τους να σε ρωτούν γιατί θέλεις να σηκώσεις τα λεφτά σου, όλοι αυτοί συνωμοτούν για τον αυριανό σου εγκλωβισμό και απόγνωση που ελέγχουν ακόμη και αν έχεις φυλάξει ως κόρην οφθαλμού κάποιες οικονομίες για ώρα ανάγκης.  

Όμως το παιχνίδι είναι γνωστό: πρώτα οδηγούμε τη  χώρα στην πτώχευση, έπειτα την δανείζουμε για να ξεχρεώσει παλαιούς λογαριασμούς και στο τέλος της κόβουμε και τη χρηματοδότηση για να αγοράσουμε σε είδος.

Γνωστά από παλιά τα τερτίπια της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ, σε Ανατολή και Δύση, από τότε που ο τεχνητός διαχωρισμός του ελεεινού καπιταλισμού είχε λεηλατήσει τα λαϊκά εισοδήματα, τότε που οι δήθεν κομμουνιστές της Ανατολής και οι  ολιγάρχες της Δύσης καταρράκωναν από κοινού το εναπομείναν ηθικό των λαών.

H πίεση αυτή συνεχίστηκε μέχρι σήμερα όπου τα δεδομένα έχουν μεταβάλει σε κυριολεκτική ζούγκλα την ανθρώπινη επικοινωνία, σήμερα όπου το να πεις πως μπορείς να βγάλεις συμπέρασμα από τις ανθρώπινες σχέσεις, θεωρείται περίπου ανδραγάθημα. Έχουν αλλάξει τα πάντα τη σημερινή εποχή και οι όποιες προσφορές που δίδονται με το σταγονόμετρο, φαντάζουν τοπίο στην ομίχλη. Ποιοι θα πάρουν την πρωτοβουλία να αλλάξουν τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι με τις συνθήκες αυτές δεν υφίσταται καν φυσιολογική ζωή;

Πόσοι από τους πολίτες μπορούν ακόμη να λογοδοτούν σε ένα άθλιο σύστημα εξουσίας  που κερδίζει από αυτήν ακριβώς την εξελισσόμενη επικοινωνιακή αθλιότητα;  Αν ρίξουμε μια ματιά στις ανθρώπινες συναλλαγές, αν προσπαθήσουμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα ως προς το γιατί οι άνθρωποι χαθήκαν μεταξύ τους, αυτό που θα εισπράξουμε δεν είναι παρά ένα τεράστιο κενό.

Το κενό  αυτό δημιουργείται από την αδυναμία απάντησης στα εν λόγω ερωτήματα λόγω της πολυπλοκότητας των εκδοχών που υπεισέρχονται σε αυτήν ακριβώς την υλοποίηση των επικοινωνιακών στάνταρ.

Με λίγα λόγια, πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει και να διαπιστώσει με ποιους έχει να κάνει στην πραγματικότητα, με ποιους μπορεί να συνδιαλλέγεται και ποιους όχι.

Οι ελάχιστες παροχές όμως προς τους πολίτες, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη συλλογική αυταπάτη, στην εντύπωση πως η κρατική εξουσία προσφέρει από το διαθέσιμο οικονομικό πλεόνασμα, στη  λογική ότι ποτέ το επίσημο κράτος δεν αφήνει εκτεθειμένους στη φτώχεια τους πολίτες του. Αυτό όμως δεν ισχύει σε καμία περίπτωση.

Η κάθε μονάδα του κράτους, η κάθε ΔΕΚΟ, ο κάθε Οργανισμός, μελετά κάθε χρόνο με τη βοήθεια ειδικών, όχι τι συμφέρει τους πολίτες, αλλά τι συμφέρει τον ίδιο τον Φορέα.

Οι ψευδαισθήσεις ξεκινούν και τελειώνουν τη στιγμή αυτή, οι αμφιβολίες το ίδιο ακριβώς. Στο τέλος χάνεται ακόμη και η ισχυρή εντύπωση του ξεγελάσματος, όταν η παντεσπάνι πετιέται για ακόμη μια φορά στο φιλοθεάμον κοινό.

Κατά τα άλλα, όλα είναι στην ώρα και τη θέση τους. Και εννοώ με αυτό το τερατώδες της γραφειοκρατίας, από την στιγμή που απώτερος στόχος είναι το κέρδος του κράτους και σε καμία περίπτωση οι απώλειες.     

Αφήνω για το τέλος τις λυκοφιλίες, γιατί αυτές είναι που τελικά δίνουν την χαριστική βολή.  
Το γεγονός δηλαδή ότι τελικά οι φτωχοί πολίτες συμπεριφέρονται μεσσιανικά στην θέα μακρινών θεωρητικών στόχων από τις ελεεινές  υποσχεσιολογίες των ισχυρών αυτού του κόσμου.