Να κοστολογήσουμε το μέλλον

Γράφει ο Ηλίας Καραβόλιας

Mπορεί να ακούγεται ως υπεραπλουστευμένη εκδοχή για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας όμως οφείλω, φίλε αναγνώστη, να τη διατυπώσω: το πρόβλημα της χώρας είναι πώς θα απαγκιστρωθεί από τα στοχευμένα υψηλά πλεονάσματα ώστε να πέσουν οι φορολογικοί συντελεστές και να γίνουν επενδύσεις.

Mε αυτό ως δεδομένο πράττει καλώς που αναφέρεται σε συνεντεύξεις του για το θέμα αυτό ο αρχηγός της ΝΔ. Κατ’ εμέ, πρέπει να απαιτήσει ευρεία διακομματική συναίνεση (άμεσα και πριν τις εκλογές) ώστε να κατατεθεί αίτημα στους θεσμούς που θα εξηγεί με μέθοδο οικονομετρικής ακρίβειας πώς θα οδηγήσει σε υψηλότερη ανάπτυξη (άρα και σε αντίστοιχα πλεονάσματα) η μείωση του ετήσιου στόχου για 3,5 % στο κρατικό ταμείο. Εκεί αρχίζει και τελειώνει η ουσία του προβλήματος: το θηριώδες πλεόνασμα ροκανίζει την ανάπτυξη, όπως έχω ξαναγράψει και εγώ και δεκάδες άλλοι αναλυτές.

Όλοι απορούν πώς η πραγματική διάσταση της κυβερνητικής φθοράς δεν απεικονίζεται στις δημοσκοπήσεις όταν ο κόσμος έχει τρελαθεί στους φόρους και στην απόγνωση. Το εισόδημά του μειώνεται διαρκώς και η αναιμική ανάπτυξη δεν γίνεται ορατή στις τσέπες μας ενώ το τραπεζικό σύστημα απλά υπάρχει χωρίς να εξυγιαίνεται και χωρίς να δίνει πιστώσεις για επενδυτικά σχέδια επιχειρήσεων. Το δε υψηλό επιτόκιο στα ελληνικά ομόλογα θα ρυθμίζει συνεχώς το κόστος χρήματος στην ζωή μας. Γνωστά αυτά και χιλιοειπωμένα.

Η νέα κυβέρνηση, όποτε προκύψει, δεν θα μπορέσει χωρίς συνεργασίες ευρύτερες να παλέψει απέναντι στο Βερολίνο και την ακαμψία των Θεσμών. Και η δήθεν σταθερότητα που πρέπει να επικρατήσει στην χώρα για να έλθουν επενδύσεις και να μην ξαναφοβίσουμε τις αγορές, η δήθεν αποτελεσματικότητα της πολυετούς κοινωνικής θυσίας, είναι απατηλές όψεις της πραγματικότητας. Η χώρα κινείται στα όρια μιας ''στατικής ισορροπίας'' με οριακή ροπή προς την ''ανίσχυρη ανάπτυξη''. Καλά θα κάνουν να εξηγούν οι τεχνοκράτες στα ΜΜΕ ποιά η διαφορά να τρέχει μια χώρα με 4% αντί 2% και τι θα σήμαινε αυτό για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών της.

Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα όταν μιλάμε για πτώση ΑΕΠ 25% μέσα σε λίγα χρόνια και όταν ο μέσος πολίτης έχασε το  60% του διαθέσιμου εισοδήματός του, βλέποντας την περιουσία του, τις σπουδές και τον μόχθο του να απαξιώνονται. Ακόμη και αυτή η αύξηση του κατώτατου μισθού μοιάζει μεν να την αντέχει η αγορά (οι εργοδότες δηλαδή) αλλά όταν αυξάνεται ο μισθός ονομαστικά 5 φορές περισσότερο από το ΑΕΠ της χώρας, τότε πρέπει να δούμε την πραγματική του αύξηση και πως μεταφράζεται σε αγοραστική δύναμη. Οι πρώτες ενδείξεις δεν είναι κακές.

Όμως τα χρέη προς δημόσιο και τράπεζες θα εξανεμίσουν το διαθέσιμο εισόδημα και έτσι θα παραμείνουν οριακές οι αναγκαίες αυξήσεις στην κατανάλωση. Και χωρίς αυξημένη κατανάλωση, τα έσοδα επιχειρήσεων και κράτους θα μειώνονται. Αυτό θα απεικονισθεί ξανά στα εισοδήματα μισθωτών και αυταπασχολούμενων.

Επιπροσθέτως, η μέση ροπή προς αποταμίευση είναι αρνητική (κοινώς δεν περισσεύουν λεφτά για να τα βάλουμε στην άκρη και από αυτά οι τράπεζες να δανείσουν τις επιχειρήσεις). Χρειάζεται πλέον ο τόπος συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς μια κυβέρνηση θα πείσει πλούσιους  Έλληνες να δείξουν πατριωτικό φιλότιμο και να δώσουν δουλειές σε άνεργους, φέρνοντας τα λεφτά τους από το εξωτερικό.

Μια κυβέρνηση που θα πείσει το Βερολίνο και την Ουάσιγκτον να μας στηρίξουν ώστε να αυξήσουμε ΑΕΠ και παραγωγή. Και να επισημάνω εδώ ότι αντίβαρο στις αριστερές ιδεολοηψίες που φρενάρουν τα μεγάλα έργα είναι οι δήθεν σωτήριες ορθόδοξες αντιλήψεις για κενές περιεχομένου γενικόλογες μεταρρυθμίσεις.

Η χώρα χρειάζεται συγκεκριμένα μέτρα οικονομικής πολιτικής και όχι ένα πλαίσιο πλήρους απορρύθμισης των αγορών. Το αόρατο και αυτόματο χέρι είναι πράγματι αόρατο (γιατί δεν υπάρχει) και καθόλου αυτόματο (γιατί δεν θα κινηθεί από μόνο του ώστε να ενώσει προσφορά και ζήτηση χρήματος και εργασίας)

Παράδειγμα: Μπορούμε άραγε σήμερα να δώσουμε βιώσιμη λύση με τα κόκκινα δάνεια χωρίς να δημιουργήσουμε προηγούμενο ηθικού κινδύνου (moral hazard) για τις επόμενες γενιές δανειοληπτών;

Μπορούμε  να προτείνουμε συγκεκριμένες πολιτικές με τις οποίες μια οποιαδήποτε κυβέρνηση θα πείσει τους «πάνω» της κοινωνίας να δημιουργήσουν απασχόληση για τους «κάτω»; Τέτοιες προτάσεις είναι έτοιμο πλέον να τις συνυπογράψει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, εάν αυτές είναι ρεαλιστικές και εφικτές.

Όσο κυνική και αν ακούγεται η λέξη «κοστολόγηση» προθέσεων τόσο περισσότερο πείθομαι ότι περισσεύει η λαγνεία για τα θεωρητικά ευχολόγια και τις πολιτικές αμπελοφιλοσοφίες. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς λάτρης ενός θεωρητικού κεϋνσιανού μοντέλου και πολέμιος τόσο του νεοφιλελεύθερου όσο και του ακραίου κρατικίστικου παραγωγικού μοντέλου.

Πέθαναν αυτές οι ταμπέλες. Οι ετικέτες πολιτικής διαχείρισης της κρίσης μια μή κανονικής οικονομίας (σημ: τέτοια οικονομία είμαστε) είναι διαφορετικές από αυτές σε καιρό ευμάρειας.

Ζούμε την πλήρη απεικόνιση της φουκωικής σύλληψης της βιοπολιτικής και της κατάρρευσης της ντελεζιανής μηχανικής των επιθυμιών.

Αλλά αυτά απαιτούν από την ελληνική διανόηση περισσότερο στοχασμό και κάτι παραπάνω από τη  μακρόχρονη αναφορά στην φαντασιακή θέσμιση του πολυπόθητου Κέντρου που λειτουργεί πλέον ως παράξενος ελκυστής μεταξύ των παρωχημένων διπολικών σημαινόμενων Αριστεράς-Δεξιάς...