Πορεία και προοπτικές  της Ελληνικής Οικονομίας

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

 

O ρυθμός ανάπτυξης της Οικονομίας μας - σε συνέχεια της αναπτυξιακής πορείας του 2017 κατά 1,4%, έναντι προβλεπόμενης αύξησης κατά 2,7% - επιταχύνθηκε το 2018 και εκτιμάται ότι θα κλείσει το 2018 μεταξύ 2 και 2,2% του ΑΕΠ, χάρη στο δυναμισμό του τουρισμού και των εξαγωγών που έφτασαν σε αρκετά υψηλό επίπεδο, αντιστοιχώντας στο 34% του ΑΕΠ περίπου, έναντι 21% κατά μέσο όρο την προηγούμενη δεκαετία, έχοντας δηλαδή αυξηθεί σχεδόν κατά το ένα τρίτο σε σταθερές τιμές, μέσα σε μία δεκαετία (στοιχεία ενεαμήνου).

Παρουσιάστηκε δηλαδή, δειλά- δειλά, επιστροφή της δραστηριότητας της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η οποία πρωτοξεκίνησε το 2014, αλλά ανακόπηκε και υποχώρησε ξανά σε αρνητικούς ρυθμούς το 2015 και 2016.

Συγκεκριμένα, το 2018, βασικός πυλώνας της ανάπτυξης, όπως προανέφερα, ήταν οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, η ιδιωτική κατανάλωση παρουσίασε θετική μεταβολή με μικρή αυξητική τάση μετά από μία μακρά περίοδο στασιμότητας και κινήθηκε γύρω στο 1%, το ποσοστό της αποταμίευσης συνέχισε την αρνητική μεταβολή παρά τη μικρή βελτίωση των καταθέσεων, οι πάγιες επενδύσεις παρουσίασαν επιβράδυνση με σημαντική πτώση της τάξεως του 7,7% (Citibank, Lykavitos, 21-2-2019), η απασχόληση ενισχύθηκε αισθητά με την ανεργία να υποχωρεί στο 18,5%, ενώ η τραπεζική πίστωση, η οποία αποτελεί την ατμομηχανή της οικονομίας, εξακολουθεί να παραμένει ανεπαρκής, με αυστηρά περιορισμένες δανειοδοτήσεις, καθώς οι τράπεζες επιβαρύνονται από τα υψηλά επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τέλος, στο δημοσιονομικό τομέα, διατηρήθηκε η θετική πορεία των επιδόσεων, βασιζόμενη κυρίως στην υπερφορολόγηση (άμεση και έμμεση) των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Από την περιγραφή των στοιχείων προκύπτει, ότι η αύξηση του ΑΕΠ το έτος 2018 προήλθε, κατά το μεγαλύτερο μέρος από τις εξαγωγές των αγαθών και υπηρεσιών και εν μέρει από την ιδιωτική κατανάλωση.
Αξίζει, ίσως, να σημειωθεί παρενθετικά, ότι η αποεπένδυση, δηλαδή το έλλειμμα επενδύσεων (οι επενδύσεις που χάθηκαν) στη χώρα μας την περίοδο της 10ετούς κρίσης, κυμάνθηκε μεταξύ 80 και 100 δισ. ευρώ.

Οι προοπτικές, όμως, της οικονομίας μας ενδέχεται να επηρεαστούν από την προβλεπόμενη επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης, λόγω των αναταραχών στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και κυρίως λόγω των πολιτικών εφαρμογών προστατευτισμού που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ.

Ακόμη, στην αρνητική έκβαση ενδέχεται να συμβάλλουν και εγχώριοι παράγοντες που συνδέονται με την υψηλή φορολογία, τα κόκκινα - μη εξυπηρετούμενα δάνεια, καθώς και η επιβράδυνση υλοποίησης των ιδιωτικοποιήσεων.

Εμπόδιο επίσης αποτελούν και τα πρωτογενή πλεονάσματα του τρίτου μνημονίου, κατά 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και κατά 2,2% μέχρι το 2060, όταν δηλαδή θα ολοκληρωθεί η εξόφληση του χρέους μας προς τις 18 υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης που μας δάνεισαν..

Όμως, η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων σε υψηλά επίπεδα, τα οποία τροφοδοτούνται κυρίως από την υψηλή φορολογία και το μεγάλο χρονικό διάστημα, αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη, η οποία οικονομικά ορίζεται, ως ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας.

Η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής (εργασίας, κεφαλαίου, εδάφους) αποτελεί το βασικό προσδιοριστικό παράγοντα της προσδοκώμενης ανάπτυξης. Η αύξηση αυτή της συνολικής παραγωγικότητας, μετρά τη συνδυαστική επίδραση της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου, ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου και της συσσώρευσης ανθρώπινου κεφαλαίου.

Διαχρονικά, από εμπειρικές μελέτες, οι περίοδοι της υψηλής ανάπτυξης παγκοσμίως συνδέονται με την υψηλή παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής. Στην ελληνική οικονομία, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης μεταπολιτευτικά, παρατηρήθηκαν την περίοδο 1995-2007, με κατά μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,5%, οι οποίοι συνδέονταν με ρυθμούς μεταβολής της παραγωγικότητας κατά 1,4%.

Ωστόσο, η ανάπτυξη της περιόδου αυτής εξανεμίστηκε, γιατί προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τους τομείς των μη εμπορεύσιμων διεθνώς προϊόντων και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την απώλεια της ανταγωνιστικότητας και κατά συνέπεια, τη σημαντική επιδείνωση του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας αναμένεται να επανέλθει σταδιακά σε επίπεδα της περιόδου πριν από την κρίση.

Ειδικότερα:
• Μετά την έξοδο της οικονομίας από τη δεκαετή κρίση, θα ανακάμψει ο βαθμός χρησιμοποίησης των απασχολούμενων παραγωγικών πόρων.

• Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν αυξήσει την ευελιξία των αγορών εργασίας, αγαθών και υπηρεσιών και γενικά, έχουν βελτιώσει το οικονομικό ρυθμιστικό περιβάλλον.

• Υπάρχουν ενδείξεις ανακατανομής των πόρων προς τους παραγωγικούς εμπορεύσιμους κλάδους, στοιχείο που υποδηλώνει ότι θα οδηγήσει στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας.

• Οι νέες επενδύσεις στρέφονται σε νέες τεχνολογίες αιχμής, με υψηλότερη παραγωγικότητα.

• Έχουν οδηγηθεί σε έξοδο, λόγω της παρατεταμένης ύφεσης, πολλές μη παραγωγικές επιχειρήσεις, κυρίως μικρές και εσωστρεφείς, επιδρώντας θετικά στη μέση παραγωγικότητα κάθε κλάδου, ανεξάρτητα από τη ζημιά που προκλήθηκε στην οικονομία της χώρας, από την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση των φορολογικών εσόδων, κ.ά.

Η Οικονομία μας οφείλει να αναδιαρθρωθεί και να μεταβεί σε νέο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης, που θα βασίζεται στις εξαγωγές, στους σύγχρονους τρόπους παραγωγής και στην καινοτομία. Για την επίτευξη του στόχου αυτού πρέπει να χρησιμοποιηθούν, εκτός από τα ιδιωτικά εγχώρια κεφάλαια και εκείνα των στρατηγικών επενδυτών, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία από τους ευρωπαϊκούς πόρους και τα ευρωπαϊκά κονδύλια, καθώς και οι συνεργασίες με τις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς αναπτυξιακές τράπεζες.

Έτσι, θα εξασφαλιστεί μια μεσομακροπρόθεσμη βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη, βαδίζοντας δηλαδή η χώρα μας σε μία τροχιά ισχυρής και διαρκούς ανάπτυξης.

Όμως, παρά τις σημαντικές και επίπονες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και μία τεράστια εσωτερική υποτίμηση σε παγκόσμιο επίπεδο όπου το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 25%, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας βελτιώθηκε λιγότερο από ότι σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Τα προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ώστε η οικονομία μας να επιστρέψει στην ανάπτυξη, είναι:
• Η υψηλή και μακροχρόνια ανεργία, παρά τη σημαντική της υποχώρηση.
• Τα μη εξυπηρετούμενα (κόκκινα) δάνεια.
• Το πολύ υψηλό Δημόσιο Χρέος.
• Η μεγάλη υστέρηση των επενδύσεων.
• Η υψηλή φοροδιαφυγή.
• Οι συσσωρευμένες και μεγάλες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, κ.ά.

Οι προκλήσεις αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν, προκειμένου να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή της χώρας και παράλληλα να διευκολυνθούν, τόσο η επιχειρηματικότητα μέσω της χρηματοδότησης και του φιλικού κλίματος προς αυτή, όσο και η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Το κακό όμως νέο είναι, ότι οι εισαγωγές μας αυξάνοντα με μεγαλύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές και το εμπορικό μας έλλειμμα βρίσκεται στο δυσθεώρητο ύψος των 18,5 δισ. ευρώ. Αυτό υποδηλώνει ότι η ανταγωνιστικότητά της οικονομίας μας αντί να ενισχυθεί, βυθίζεται. Και αυτό, γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε να προσελκύσει μεγάλες παραγωγικές και στρατηγικές επενδύσεις.

Πολλά, βέβαια, θα εξαρτηθούν μεσοπρόθεσμα από τις διαθέσεις των διεθνών επενδυτών, καθώς οι οικονομικές προοπτικές όλων των χωρών εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τις ροές διεθνών κεφαλαίων, αφού οι ροές αυτές αποτελούν τον κύριο μοχλό χρηματοδότησης των οικονομιών. Και, δεδομένου ότι οι αποταμιεύσεις της χώρας μας υπολείπονται των επενδύσεων, απαιτούνται ξένα κεφάλαια για να καλυφθεί το εγχώριο αποταμιευτικό κενό, παράλληλα με το επενδυτικό μας κενό.

Για να επανεκκινηθεί, λοιπόν, η Οικονομία μας και να φτάσει σε δυναμικούς παραγωγικούς ρυθμούς ανάπτυξης, απαιτείται πρώτα ο εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ώστε να ανταποκριθούμε στις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθορίσει, ως κορυφαίο στόχο της, την Οικονομία της Γνώσης, η οποία βασίζεται στη λειτουργική αναβάθμιση της δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της. Ακόμη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει καθορίσει και την ουσιαστική αύξηση του ποσοστού του ΑΕΠ, το οποίο θα κατευθύνεται προς την παιδεία.

Κατά συνέπεια, η χώρα μας δεν πρέπει να χάσει το τρένο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, γιατί τότε η απόστασή της από την υπόλοιπη Ευρώπη θα διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Αν, όμως, εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας, θα ωφεληθεί σημαντικά, καθώς οι νέες τεχνολογίες μπορούν να ενδυναμώσουν την οικονομία μας με πολλαπλασιαστικά οφέλη. Επομένως, θα είναι σε θέση να δημιουργήσει προϊόντα και υπηρεσίες που θα την απογειώσουν αναπτυξιακά.

Η Ελλάδα, λοιπόν, επιβάλλεται να αλλάξει αναπτυξιακό μοντέλο και από οικονομία της κατανάλωσης και των εισαγωγών πρέπει να ανασυνταχθεί και να γίνει οικονομία της παραγωγής και των εξαγωγών. Για να επιτευχθεί όμως αυτό, απαιτείται μία ισχυρή κινητοποίηση των επενδύσεων, οι οποίες μαθηματικά, αποτελούν την ασφαλέστερη διαδρομή της ανάκαμψης.

Απαιτούνται επομένως επενδύσεις σε καινοτομία, στο σύγχρονο βιομηχανικό εξοπλισμό και γενικά, σε ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες με εξωστρεφή προσανατολισμό, που συνδέονται με τις απαιτήσεις των διεθνών αγορών και οι οποίες θα  είναι άμεσα συνδεδεμένες με την ανάπτυξη της χώρας.

Παράλληλα, απαιτείται και επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, η οποία θα μεταφέρει την ελληνική οικονομία σε τροχιά υγιούς και βιώσιμης ανάπτυξης.  Ευτυχώς, στη χώρα μας, έχουμε επιχειρηματίες που ψάχνονται, που έχουν οράματα, που καινοτομούν, που δημιουργούν και που διαπρέπουν στον επιχειρηματικό τους τομέα.

Κατά συνέπεια, η επιχειρηματική πρωτοβουλία έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει υγιείς και κερδοφόρες παραγωγικές δραστηριότητες, οι οποίες θα αυξήσουν τον εθνικό πλούτο της χώρας, θα αυξήσουν την απασχόληση με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, θα βελτιώσουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών, ενώ παράλληλα, θα πολλαπλασιάσουν και τα έσοδα του Κράτους.

 Πηγές:
Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Έκθεση 2017, Τράπεζα της Ελλάδος.
Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Έκθεση 2018, Τράπεζα της Ελλάδος (Δεκέμβριος 2018).