Ευρωσκεπτικισμός: Ένας  μεγάλος  αντίπαλος για τις  Ευρωεκλογές…

Γράφει η Ελευθερία Φτακλάκη
Πολιτικός Επιστήμων/Διεθνολόγος, Υποψήφια βουλευτής  Δωδεκανήσου με το Κίνημα Αλλαγής, Περιφερειακός Σύμβουλος-τ. αντιπεριφερειάρχης Ν.Αιγαίου


Η Ευρωπαϊκή Ένωση  βρίσκεται σε ένα κομβικό σταυροδρόμι και οι ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου 2019 αποτελούν ορόσημο για την πορεία της, όπου ανάλογα με την επικράτηση και τους  συσχετισμούς των πολιτικών  δυνάμεων, η Ευρώπη είτε θα αναπτύξει πλέον νέες ταχύτητες  για την ολοκλήρωσή της, είτε θα βάλει χειρόφρενο με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Ένας μεγάλος αντίπαλος αποτελεί το κύμα του ευρωσκεπτικισμού που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή και που συνεχώς κερδίζει οπαδούς δημιουργώντας ένα κλίμα αμφισβήτησης σχετικά με το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Καθώς δεν υπάρχει ένα κοινά αποδεκτός ορισμός της έννοιας του “ευρωσκεπτικισμού”, αναλύοντας ετυμολογικά τα δύο συνθετικά της λέξης,  «ευρώ» + «σκεπτικισμός», αντιλαμβανόμαστε πως ως όρος επί της ουσίας δηλώνει πως δεν είναι δυνατή η πλήρης γνώση και αντίληψη του πολιτικού περιεχομένου των διεργασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και  ως φυσικό επακόλουθο ακολουθεί η αμφισβήτησή της.

Τα βασικά κίνητρα που συνθέτουν τον πυρήνα της ευρωσκεπτικιστικής θέσης αφορά την ανησυχία για την εθνική ταυτότητα και την εθνική ανεξαρτησία/κυριαρχία και τον οικονομικό φόβο, δηλαδή το φόβο απώλειας ευημερίας και οικονομικής ανέχειας.

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι ως προς την άνοδο αυτής της θέσης καθώς σε κοινοβουλευτικό επίπεδο η εκπροσώπηση των ευρωσκεπτικιστικών τάσεων καταγράφεται από πολιτικά κόμματα στα 22 από τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είτε είναι  κόμματα της αριστεράς,  είτε της δεξιάς, αν και η πλειονότητα αυτών των κομμάτων αφορά το ακραίο δεξιό πολιτικό φάσμα.

Ειδικότερα για την Ελλάδα που παραδοσιακά ο ευρωσκεπτικισμός δεν είχε ιδιαίτερα μεγάλη απήχηση, η μεταστροφή της άποψης των πολιτών είναι χαρακτηριστική στα πορίσματα πρόσφατης έρευνας της ΔιαΝΕΟσις που έγινε στις αρχές του 2018 και που κατέγραψε τα εξής:

- Το 48,9% των Ελλήνων θεωρούν πως η Ελλάδα έχει βγει ζημιωμένη από τη συμμετοχή της στην Ε.Ε. στον τομέα της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας.

- Το 57% των Ελλήνων θεωρεί λανθασμένη την απόφαση ένταξης της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, αλλά το 66% θεωρεί καλύτερη την παραμονή στο ευρώ.

- Το 84% των Ελλήνων πιστεύουν ότι σε 10 χρόνια η Ελλάδα θα είναι ακόμα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ποσοστό αυξημένο κατά 25% σε σχέση με το 2017),

- Το 52,4% των Ελλήνων πιστεύουν ότι σε 10 χρόνια δεν θα έχουμε βγει από την οικονομική κρίση (από 60,5% το 2017).

Τα πορίσματα αυτά αναδεικνύουν μια σαφή αντίφαση σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των Ελλήνων με την Ευρώπη που σίγουρα θα πρέπει να μας προβληματίσει και να αφυπνίσει τα πολιτικά κόμματα του δημοκρατικού τόξου.

Σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν αναπτυχτεί σχετικά με τον ευρωσκεπτικισμό, τα κύρια ζητήματα που τον ενδυναμώνουν και τον ανατροφοδοτούν  είναι η θεσμική και πολιτική αμφισβήτηση, η οικονομική κρίση και η μεταναστευτική/προσφυγική κρίση.

Ειδικότερα, η  κρίση εμπιστοσύνης που υπάρχει σε εθνικά πολιτικά συστήματα και εκκινεί από την περιορισμένη βελτίωση ή και μείωση της ευημερίας των πολιτών, ερχόμενη σε αντιπαράθεση με τις ιστορικές μνήμες «καλύτερων εποχών.

 Η απόσταση μεταξύ πολιτών και θεσμών και η δαιδαλώδης γραφειοκρατία τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν καταστήσει τους πολίτες, επ’ ονόματι των οποίων υπάρχουν και λειτουργούν τα εθνικά και ευρωπαϊκά θεσμικά και πολιτικά συστήματα, απλούς θεατές εξελίξεων.

Άλλωστε, η δημοσιονομική πειθαρχεία που επιβάλλει η ΟΝΕ κάνει ακόμα πιο έντονη την αμφισβήτηση για την ΕΕ. Ειδικά όταν, μάλιστα, η οικονομική κρίση ανέδειξε δομικές και συστημικές αδυναμίες της ΟΝΕ  και επέβαλλε τη λήψη μέτρων προσαρμογής που άλλαξαν ριζικά την καθημερινότητα των πολιτών, επιδεινώνοντας τους όρους διαβίωσης και μειώνοντας σημαντικά τα στοιχεία ευημερίας.

Τέλος, η προσφυγική/μεταναστευτική κρίση εξάντλησε κάθε όριο αντοχής της κοινωνίας. Τόσο οι τραγικές εικόνες των προσφύγων και των μεταναστών στη Μεσόγειο να προσπαθούν με αντίξοες καιρικές συνθήκες να φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος, με συχνά δραματική κατάληξη, όσο και οι συνθήκες διαβίωσης όσων πέτυχαν να φτάσουν σε μια ευρωπαϊκή χώρα, με τις αδυναμίες που καταγράφηκαν και την αίσθηση παντελούς έλλειψης ελέγχου ως προς τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, έπληξαν το κύρος της ΕΕ ως φορέα ασφάλειας, προάσπισης δικαιωμάτων και παροχής αποτελεσματικής συνδρομής. Η ΕΕ φάνηκε και εδώ απροετοίμαστη και ως εκ τούτου ενδυνάμωσε κι άλλο το κλίμα αμφισβήτησής της.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ανασφάλειας, όπου τα κόμματα του ακραίου δεξιού φάσματος-σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις- έχουν μια ανοδική τάση,  σίγουρα το ενδιαφέρον όλων των ευρωπαϊστών και των κομμάτων που τάσσονται υπέρμαχοι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος είναι επικεντρωμένο στις επικείμενες ευρωεκλογές του 2019.

Οι προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές θα είναι οι πιο ιστορικές από όλες. Θα δανειστώ τη δήλωση  του Frans Timmermans (υποψήφιος των Ευρωπαίων σοσιαλιστών για την Προεδρία της Επιτροπής στις Ευρωεκλογές του 2019) «πως αυτές οι εκλογές αφορούν την ψυχή της Ευρώπης. Η επιλογή που μας τίθεται είναι εάν θα συνεχίσουμε να βασίζουμε τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων ή αν θα τα απολέσουμε …»

Είναι σημαντικό να υπάρξει μεγάλη συμμετοχή στις κάλπες των ευρωεκλογών και σίγουρα οι Ευρωπαίοι πολίτες πρέπει να ψηφίσουν με γνώμονα την ενοποιητική διαδικασίας της Ένωσης και όχι τον κατακερματισμό της. Η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της Ένωσης.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες οφείλουν να ενημερωθούν, να προβληματιστούν και να συνειδητοποιήσουν πως το μέλλον των κρατών τους είναι μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η οποία θα πρέπει να θεραπεύσει τις στρεβλώσεις της και να στρέψει τις πολιτικές της εγγύτερα στον πολίτη και στις ανάγκες του.