Πριν 168 χρόνια... Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Γράφει ο Δανιήλ Σπάρταλης
sparta1@otenet.gr

Πολλοί στάθηκαν και άλλοι τόσοι εικόνισαν κι έγραψαν για «τά πάθια και τούς καημούς» που γυροφέρνουν τήν ανθρώπινη ψυχή και τήν τυραννούνε. Μελέτησαν, ιστόρησαν και με τήν γραφίδα τους, διετράνωσαν τήν «Μοίρα» ενός ολόκληρου κόσμου.

«Σάν νάχαν ποτέ τελειωμό
τά πάθια κι οι καϋμοί τού
κόσμου».
(από το μοιρολόγι της φώκιας)
Τά πάθια... τά πάθια τά έρμα!

Έτσι, μ' αυτόν τόν στίχο και μ' αυτές τίς λίγες λέξεις, ένας ταπεινός κι ανεπανάληπτος κοσμοκαλόγερος Σκιαθίτης, από τά χρόνια τού «εξατάξιου», χαράχθηκε βαθειά μέσα σ' εκείνη τήν ξεχασμένη μας εφηβεία... Στο πρωτοσκάλισμά μας με τήν ελληνική λογοτεχνία και ποίηση.

Ναί, εκείνος ο ξεχωριστός, γερο - Δάσκαλος και απαράμιλλος «μαΐστωρ» και λεξιπλάστης τής ανόθευτης γλώσσας μας. Όπως, επίσης και της ντοπιολαλιάς τών νησιών και τής υπαίθρου μας.

Μοναδικός εραστής και ποιητής της... Και πόσον όμορφα, ταιριαστά και σπουδαγμένα πάντρεψε εκείνη την όμορφη γλώσσα τού Ομήρου με τήν ελληνοχριστιανική μας παράδοση! Επιτυχημένο μπόλιασμα που, στα χρόνια που ακολούθησαν, πρόσφερε καρπούς ανεκτίμητους στήν διηγηματογραφία μας. Και ήταν τότε μόλις... πάνω που έσβηνε ο 19ος κι ο κόσμος έμπαινε στόν άλλον αιώνα, πού μαζί του κουβάλησε τόσες ανατροπές και τόσους ανελέητους κι ανθρωποκτόνους πολέμους...

Μά, και τόσες φρούδες και ψεύτικες «φιλοσοφίες»... Μικρή, σ' έκταση, η Ελλάδα της εποχής. Και μάλιστα, μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897... Συρρικνωμένη κι αιμάσσουσα... Χρόνια δύσκολα τότε και πολύ στερημένα. Συντρόφισσα στόν άνθρωπο η ανέχεια, η κακομοιριά και ή φτώχια. Συνοδός του, πάλι - ολόιδια κολλημένη «πανούκλα» - ο βραχνάς κι ο πνίχτης για τήν πιό στοιχειώδη επιβίωση...

Μόνο στην μετανάστευση βρισκόταν τότε, κάποια έστω, λύση. Τόσο στό εσωτερικό τής μικρής μόλις κι ελεύθερης καθημαγμένης χώρας, όσον και σε τόπους μακρυνούς κι άγνωστους... Αίγυπτος, Παλαιστίνη... Ρουμανία, Αυστραλία... Αμέρικα... Το απατηλό μά, κι ελπιδοφόρο όνειρο! Ρήμωνε ο τόπος...

Εξουθενωμένος ο ξωμάχος, είτε τής γής ήταν, είτε ταξιδευτής θαλασσοδαρμένος στα πέλαγα... Φορτωμένος πάντα με τίς έγνοιες και τήν «κακομοιριά», κρεμούσε στο ζιπούνι το «φυλαχτό», φιλούσε τό γέρικο χέρι και παίρνοντας τήν ευχή τής μάνας «μπάρκαιρνε»... Τί άλλο να κάνει;

Άφηνε πίσω του ένα νησί, έναν τόπο... μιά μικρή Ελλάδα, πού'καμνε προσπάθεια κι αγώνα να σταθεί όρθια και να κρατά σφιχτά, βαθειά μέσα της, τον μοναδικό «θησαυρό» πού κάτεχε: Τά όσια και τά ιερά της... Τά προγονικά φυλαχτά που για αιώνες ατέλειωτους, δεν τήν άφησαν να σβήσει, μήτε να χαθεί... Όλα, εκείνα που τήν κράτησαν ζωντανή!

Και τούτο, γιατί ή τρεμουλιαστή φλόγα τού καντηλιού τής Πίστης ποτέ δεν έσβησε. Ευώδιαζαν τά ρημοκλήσια με τ' αγιοκέρι τής «μαυρομαντηλούς» μάνας πού, γονατιστή στίς πλάκες και «δακρυρροούσα», γυρνούσε ικετευτικό το βλέμμα, ψηλά στό εικόνισμα, στην χαροκαμμένη Μάνα του Χριστού... Κι άρχιζε, τότε, ανάμεσα τους, μιά μυστική κουβέντα... Και πώς, αλήθεια! Λίγο - λίγο, γλύκαινε ή κουβέντα τους κι ενώνονταν και τών δυονών μανάδων τά δάκρυα...

Μοναδικός ό έντεχνος λόγος, πλούσιος και συναρπαστικός τού κυρ - Αλέξανδρου. Ωσάν «κάλαμος γραμματέως οξυγράφου» ξεχύνεται να καλύψει και νά συμπληρώσει τό κενό. Αυτό πού λείπει απ' τούς ανθρώπους κι απ' ό,τι ή ζωή τούς εστέρησε... Νά πάψει, πιά, νά'ναι πικρό τό ψωμί και ή Μοίρα τής ψυχής τού καθενός, να γίνει καλύτερη. Σύμμαχος στόν τραχύ αγώνα, σ' αυτό τό πάλεμα, ή βαθειά πίστη. Στεργειωμένη στήν μοναδική και θεήλατη αρετή...

Στήν ολόχρυση κι αδαπάνητη αρετή τού ήθους! Σ' αυτήν που φέρνει τά βήματα στό ελπιδοφόρο και φωτεινό μονοπάτι κάποιου ήλιου οδηγητή... Πού δεν είναι κανείς άλλος παρά Εκείνος, που αγκαλιάζει τά, όπου γής, σκορπισμένα παιδιά του... Όπου κι άν αυτά βρίσκονται... Τά «εγγύς», μά και τά «μακράν»... Κι έφθασε ή γραφή, τό διήγημα... Τό χρονογράφημα... ή ποίηση και ή ακαταμάχητη γλώσσα αυτού τού ταπεινού αγίου τών ελληνικών γραμμάτων, ίσαμ' εμάς εκεί κάτω: τούς τότε ξερριζωμένους και τούς «μακράν»...

Συναρπαστικές, όμορφες σκηνές... Παραστάσεις μοναδικές που ή οξύνοια και ή ευρηματικότητα, μαζί με τήν καταπληκτική περιγραφή τής πέννας του, ξεδιπλώνονται εικόνες χαρισματικές κι απαράμιλλες πού εκπλήσσουν και καθηλώνουν τόν αναγνώστη. Ωσάν χρωστήρας καταξιωμένου καλλιτέχνη με τήν αρμονία και συμμετρία τών χρωμάτων παρουσιάζονται και τέρπουν.

Ζωντανές τίς ζωγραφίζει κι ανάγλυφες... Μάλλον τίς αγιογραφεί με τήν ξεχωριστή δική του «μανιέρα»: Μιάν ιδιαίτερη παπαδιαμάντεια τεχνοτροπία... Περιγραφές που ευωδιάζουν με τήν χαρισματική οσμή τής γύρης που ή μέλισσα πηδώντας από λουλούδι σε λουλούδι τρυγάει... Κι έτσι ή γλυκύτητα να φθάσει στόν αναγνώστη: «μελίου και κηρίου ηδύτερον κι απολαυστικώτερον...»

Εύμορφες γραμμές και πρωτότυπες... Με αφορμή ένα επίκαιρο «χρονικό» ή μία «Δεσποτική» ή και «Θεομητορική» γιορτή και με δύο - τρεις ποιητικούς στίχους, θα διανθίσει, κάποτε, ένα άλλο μακρύτερο και πολύστηλο διήγημα... Και σάν συμπληρωθούν οί γραμμές όλες, θα σταλλούν τότε στήν βαριά πρέσσα και στήν διαπεραστική μυρωδιά του αντιμόνιου...

Στην εφημερίδα ή σε κάποιο άλλο πνευματικό «έντυπο» να τυπωθούν και διαβάζοντας τες, να τίς χαρεί ό αναγνώστης. «Ή πνευματική» κι εξίσου καρδιακή του ενασχόληση με τήν καλλιέργεια τών «ελληνικών γραμμάτων» στήν νεώτερη λογοτεχνία μας, θα έχει, για τόν ίδιον, τήν εξασφάλιση κάποιου πενιχρού και λιτού «επιούσιου άρτου»...

Ή, το πολύ - πολύ, ό «άρτος» του αυτός, να συνοδεύεται και με τήν «γλυκείαν απόλαυσιν, ολίγου οίνου...» Κι αυτή ή μικρή κούπα με τό ευλογημένο κρασί, πόσον αλήθεια, θα ευφράνει τήν κουρασμένη καρδιά και κάθε σκοτούρα τού νού!

Και νά, τώρα! Τά βήματα τού ολιγομίλητου αυτού και ταπεινού «προβεβηκότος» πνευματικού καλλιεργητή τής «μετεπαναστατικής» μας λογοτεχνίας, τον φέρνουν ώς εκεί: στην γνωστή «Δεξαμενή»… Για κάποια πνευματική ανάπαυλα.

Σημείον και τόπος αναφοράς και συνάθροισης «ομότεχνων» πνευματικών φίλων, τό στέκι εκείνο… Τήν συντροφική σύναξη, με τούς πεντέξη ομοτράπεζους και στούς «μετά τήν Εθνεγερσία» σύντεχνους, ολίγες ωφέλιμες στιγμές να χαρεί…

Δύο λόγους ν’ ανταλλάξουν για τά τρέχοντα και τά «μηδέποτε ελλείποντα» προβλήματα και βάσανα, που εξανέκαθεν τυραγνούν τήν πολύπαθη και πληγωμένη Ρωμιοσύνη. Και στόν μικρό τους εκείνο «κύκλο» όλα τά τότε «πνευματικά» και τ’αδυσώπητα «φλέγοντα γεγονότα» να προσπαθούν να βρούν μιάν απόκριση…

Μιάν, έστω, δικαιολογία! «Πάθια… Πάθια κι εκείνα τά έρμα!»

Πού νάβρει τα «λογικά» του ο κόσμος;

Και πόσες φορές, τό φεγγοβόλο φώς τής Εθνεγερσίας «εκείνων» τών μετρημένων και «πολλών» μαζί, δεν έφθανε ώς εδώ, στήν «Δεξαμενή»… Για μιάν ελπιδοφόρα κι ολόλαμπρη μελλοντική πορεία… Για μιάν ελεύθερη κι ολόσωμη, αδιαίρετη πατρίδα πρός τό δικό της αδιάγραφο «πεπρωμένον!» Ένα πεπρωμένο, πού γιόμιζε και χαροποιούσε τίς καρδιές και τίς πνευματικές τους γραφίδες…

Τόν κύκλο της συμπλήρωνε σιγά – σιγά, ή ημέρα… Κι έφθανε ή ώρα που ό ήλιος, βιαστικός για τήν συνηθισμένη του ρότα… στό γέρμα τό βασιλικό του να φθάσει και τόν ακύμαντο ασημοστρωμένο καθρέφτη τής ήρεμης θάλασσας να γλυκοφιλήσει… Και λίγο πριν παραδώσει στόν ανυπόμονο «Αποσπερίτη» τήν σκυτάλη…

Τότε, ακριβώς, που οί πλουμιστές πινελιές τού αόρατου Δημιουργού ξεχυθούν στο ουράνιο νεφέλωμα και ζωγραφίσουν τό θαυμαστό και θεήλατο «Φώς ιλαρόν»… Σκυφτός τότε εκείνος, πάντα συλλογισμένος κι ολοκληρωτικά δοσμένος στόν εσωτερικό και μυστικό του κόσμο… διασχίζει τήν σαρακοφαγωμένη παμπάλαιη πόρτα τού αγίου Ελισαίου…

Βαδίζοντας στ’ακροδάκτυλα, αθόρυβα προχωράει και με καρδιά και νούν, χώνεται στόν δικό του, αγαπημένο και κρυφό χώρο. Τριγυρισμένος από γλυκές, αλάλητες φωνές και ψιθύρους μυστικούς… Μέσα στό δικό του, τό οικείο και τό κατάδικό του γαλάζιο φώς…

Ανάμεσα στήν διάχυτη μυρωδιά τού αγιοκεριού πού, στό χαμηλό μανουάλι, στάζει αργά τό δάκρυ κι απλώνει τριγύρω περίεργες κι αμίλητες σκιές… Τό κρεμασμένο καντήλι τού άγιου, μπροστά στήν βυζαντινή παλιά εικόνα αντικρίζει, πού τρεμάμενο σπιθάει να κρατηθεί στήν ζωή και μέσα του, βαθειά, νοιώθει να τόν περιβάλλει ένα παράξενο ρίγος.

Μιά κατάνυξη, σάν γλυκειά ιερή μέθεξη, να τόν περιτυλίγει σύγκορμο. Δεν θ’αργήσει και πολύ, να φθάσουν σερνάμενες οί χαμηλές σκιές: κεφαλοσκεπασμένες με τό παραδοσιακό «τσεμπέρι», προχωρούν τώρα αθόρυβα. Τό κερί ν’ανάψουν… Να σκύψουν, ν’ασπασθούν τό χρυσό Βαγγέλιο και τήν εικόνα τής Παναγιάς… Να γονυκλιθούν… Κι ύστερα να προχωρήσουν στα παμπάλαια, πού ακόμα τρίζουν θρονιά τους. Έτοιμες μαζί κι αυτές να συμπροσευχηθούν...

Είναι ή ώρα ή μυστική τού απόδειπνου και τού αποσπερνού…

Έξω, στήν δροσερή αυλή, με τίς λίγες ευωδιαστές αλτάνες να καλοδέχονται τούς μετρημένους προσκυνητές, ακούγεται από ψηλά, στό κλαρί τής φλαμουριάς, ένας αλήτης καλλικέλαδος κορυδαλλός – ολόιδιος φτερωτός αοιδός – να δοξολογεί ακαταπαύστως τόν πλάστη του…. «Πάσα πνοή αινεσάτω Σε, Κύριε!»

Κι ό κυρ-Αλέξανδρος, όρθιος στό παλιό αναλόγιο… Παρέα, πολλές φορές, με τόν συμπατριώτη του και συνώνυμο, φίλο Μωραΐτίδη, ταπεινά συλλογάται και γλυκόηχα χαρμονικώς συμπληρώνει: «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ώς θυμίαμα…»

Και πώς τότε ή κατανυκτική εκείνη ψαλμουδιά ενώνονταν με τόν μυρωδάτο άσπρο καπνό τού θυμιατού τού κατάλευκου λευίτη και πλημμύριζε τήν εκκλησιά και χαροποιούσε τίς καρδιές τους…

Κι αλήθεια!... Πόσον εκείνες οί στιγμές τού δειλινού, γέμιζαν με κατάνυξη και ταπείνωση αυτόν, τόν φτωχό «άγιο» τών γραμμάτων μας και πόσον δημιουργικές υπήρξαν και παρέμειναν αληθινός πλούτος στήν ελληνική λογοτεχνία!...

(απόσπασμα από: «Το παλιό Τετράδιο…»)