Η Τουρκία και εμείς: Έχουμε στρατηγική;

Του Πρέσβη επί τιμή Αλέξανδρου Π. Μαλλιά
Υποψήφιου Ευρωβουλευτή  με τη Νέα Δημοκρατία

 

Η  αποτροπή, ο περιορισμός και η ανάσχεση - με την ευρεία δηλαδή έννοια-  είναι αρχές  αναπόφευκτες  και αναγκαίες.  Δεν είναι όμως αποτελεσματικές εφόσον χρησιμοποιούνται μόνο όταν βρεθούμε στο «κατώφλι της σύγκρουσης». Δεν περιορίζονται μόνο στον αμυντικό /επιχειρησιακό τομέα. Πριν φτάσουμε εκεί θα πρέπει να έχουμε  σχεδιασμένο πίνακα πολιτικών και διπλωματικών  δράσεων.

 Σωρευτικά, τα στοιχεία  αυτά αποτελούν μέρος  της εθνικής μας πολιτικής  την οποία παρά τις ουσιαστικές ενίοτε  διαφοροποιήσεις έχουν ακολουθήσει  οι  κυβερνήσεις μας. Των  προσπαθειών δηλαδή κατευνασμού, συνεννόησης,  συνεργασίας και διαλόγου – στη βάση του διεθνούς δικαίου και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου  – με την Τουρκία. Η Ελλάδα προτάσσει το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία κατά παράδοση προτάσσει τη στρατιωτική ισχύ, την απειλή πολέμου και καθημερινές στρατιωτικές προκλήσεις.

Ως  αναπόφευκτη σχεδόν επιλογή μας, εφαρμόζεται   η πολιτική της «υπομονής και επιμονής». Κάποιοι  την  ονομάζουν «στρατηγική  υπομονή και ψυχραιμία».

Η  κατάσταση απώλειας ψυχραιμίας των ηγητόρων της Τουρκίας, η έλλειψη θεσμικού πολιτικού αντίβαρου και δημοκρατικού αντίλογου στη γειτονική μας χώρα και η  ψυχολογική ετοιμότητα  του Προέδρου Ερντογάν να  κάνει ακόμα και την πιο απρόβλεπτη κίνηση προκειμένου να πετύχει τους προσωπικούς του πολιτικούς στόχους, επιβάλλει την εξάντληση όλων των υπαρκτών  διαύλων επικοινωνίας μας με την Τουρκία.

Θεωρώ  συνεπώς χρήσιμη  την άμεση και συνεχή επικοινωνία  στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο.  Όμως, κάθε συνάντηση πρέπει να είναι καλά προετοιμασμένη. Να μην έχουμε δηλαδή επανάληψη της αποτυχίας του Δεκεμβρίου 2017. Κυρίως όμως να μην έχουμε  δυσάρεστα προηγούμενα, τετελεσμένα ή δεδικασμένα  σε βάρος μας.

Η στάση μας δεν είναι δυσνόητη  και περίπλοκη. Η στρατιωτική εμπλοκή δεν ήταν και δεν είναι επιλογή της Ελλάδος. Εάν όμως καταστεί αναπόφευκτη με πρωτοβουλία της απειλητικής Τουρκίας, η Ελλάδα διαθέτει τη θέληση και την επιχειρησιακή ετοιμότητα να απαντήσει. Αυτό πρέπει να λέγεται σε κάθε περίπτωση.

Να προσθέσω   επίσης  και  την “αρχή της αναλογικότητας”, η οποία φαίνεται ότι διέπει τη δέσμη  των δικών μας απαντήσεων στις καθημερινές επιθετικές οχλήσεις και ενέργειες των Τούρκων στο Αιγαίο και στην Κύπρο.

Ας σημειώσουμε όμως  ότι η επίκληση  της εν  λόγω αρχής δεν είναι  απολύτως ακριβής. Αναλογικότητα σημαίνει η επιλογή ανάλογης με την πρόκληση απάντηση. Αναχαιτίζουμε μεν τις επιχειρήσεις του αντιπάλου στο καθημερινό αεροναυτικό θέατρο επιχειρήσεων στο Αιγαίο, αλλά δεν προβαίνουμε σε παραβιάσεις του Τουρκικού εναερίου χώρου. Η αρχή της αναλογικότητας ως θέση  αφορά κυρίως  την ευέλικτη απάντηση.

Η συμμετρία και η αναλογία υπάρχουν μεταξύ ισοδύναμων. Ή έστω μεταξύ δυο παικτών ενός μαθηματικού παιγνίου, οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν  όσες ευκαιρίες προώθησης  και εν τέλει  επιβολής των θέσεών τους. Ισχύει αυτό;

Υπάρχει σήμερα το Ευρωπαϊκό πλαίσιο;

 Η ριζική αναθεώρηση της  εθνικής μας πολιτικής έναντι της Τουρκίας  ταυτίσθηκε εδώ και 20 χρόνια  με την ορθή και  επιβεβλημένη  από τις τότε επικρατούσες συνθήκες  απόφαση  «Κοινοτικοποίησης» των Ελληνο-Τουρκικών  προβλημάτων. Δρομολογήθηκε με τις Αποφάσεις Κορυφής της Ε.Ε. στο Ελσίνκι τον Δεκέμβριο του 1999. Άνοιξε επίσης ο δρόμος του  ιστορικής σημασίας εγχειρήματος για  την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Οκτώβριο του 2005, βρήκε την πληρέστερη  καταγραφή  των έναντι της Ελλάδος  και της Κύπρου δεσμεύσεων που  ανέλαβε η Τουρκία προκειμένου να ανοίξουν οι ενταξιακές  διαπραγματεύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αν  δεκαπέντε  χρόνια αργότερα κάνουμε μια αποτίμηση  των δεσμεύσεων  που ανέλαβε η Άγκυρα και των πράξεών της διαπιστώνουμε ότι: οι περισσότερες έναντι της Ελλάδος και της Κυπριακής Δημοκρατίας υποχρεώσεις που ανέλαβε δεν έχουν υλοποιηθεί. Άρα;

Το Ευρωπαϊκό πλαίσιο  υπήρξε  περίπου για δυο δεκαετίες  το θεμέλιο της πολιτικής μας έναντι της Άγκυρας.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή  αυτή  διάσταση  λόγω των εξελίξεων στην Ένωση, κυρίως όμως  στην προβληματική πλέον δημοκρατία στην Τουρκία  περιορίζεται και υποχωρεί. Εμείς, καλά κάνουμε και συνεχίζουμε να  λέμε δημόσια – μόνοι ξανά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ότι   «η πλήρης και συνολική εφαρμογή από την Τουρκία των δεσμεύσεων που έχει  αναλάβει θα την  οδηγήσει σε πλήρη ένταξη». 

Άλλοι δρόμοι και λύσεις δεν ήταν και δεν είναι η δίκη μας βέλτιστη επιλογή. Παρότι γνωρίζουμε – η Άγκυρα επίσης το αντιλαμβάνεται – ότι σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την εξαίρεση ίσως της Ελλάδος και της Κυπριακής  Δημοκρατίας  για δικούς  τους λόγους, ουδείς συμφωνεί ή αποδέχεται ότι η  σημερινή Τουρκία του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της δικής του ομάδας, έχει  κοινά σημεία με την άλλη Τουρκία, που οι κύριοι Ερντογάν, Γκιουλ και Νταβούτογλου  έπεισαν ότι είχε θέση στην Ευρώπη.

Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη τη  μετωπική πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ της ηγεσίας και του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας εναντίον ηγετών και χωρών κρατών - μελών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης  πρέπει να αντιληφθούμε ότι: η πολιτική της Ελλάδος που χαράχθηκε έναντι της Τουρκίας από το 1998 και μετά, χρήζει αναθεώρησης.

Επιβάλλεται μια πλέον πραγματιστική  προσέγγιση  που αντανακλά την πραγματικότητα και όχι τις δικές μας επιθυμίες. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η ένταξη της γειτονικής μας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ορατή ούτε δε εφικτή.

Μέρος της  ευθύνης  έχει και η Ευρώπη.  Με τα σοβαρά  σφάλματα και την έλλειψη πολιτικής διορατικότητας και σχεδίου για την  Επομένη Ημέρα  ακολούθησε αλλοπρόσαλλη, ανομοιογενή, αντιφατική  και εν τέλει λάθος πολική στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης». Οι επεμβάσεις έφεραν το χάος. Οι επιπτώσεις του χάους,  μεταξύ άλλων και μέσω του προσφυγικού, κλονίζουν σήμερα την ίδια την Ευρώπη. Χάσμα μεταξύ στόχων και αποτελέσματος.

Άρα, για ποια  ευρωπαϊκή πολιτική μιλάμε. Η Ελλάδα –προφανώς δε και η Κύπρος- θα εξακολουθούμε να λέμε – διότι αυτό μας συμφέρει – ότι  υποστηρίζουμε την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση. Έχοντας όμως συνειδητοποιήσει πλέον ότι είμαστε οι μόνοι που το πιστεύουμε. Κυρίως όμως ότι δεν πρόκειται να γίνει πραγματικότητα στο ορατό – μια 30ετία – τουλάχιστον μέλλον.

Xρειάζεται μια συνολική παραχάραξη της Ελληνικής πολιτικής απέναντι στην νέα Τουρκία. Eάν ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, διολισθαίνουμε  προς τη «διμεροποίηση» του πλαισίου αναζήτησης λύσεων τότε η πολιτική αυτή προϋποθέτει ένα θεμελιώδη όρο.

Την  αποκατάσταση της κλονισμένης  ισορροπίας ισχύος η οποία δεν είναι αποκλειστικά στρατιωτικής μορφής.