Ένας παλιάτσος είμαι εγώ...

Γράφει η Νάντια Σαρρή

 

Ένας παλιάτσος είμαι εγώ καλή σας μέρα,
ξέρω να κλαίω, να γελάω, να πονώ.
Ξέρω να λέω την αλήθεια πέρα ως πέρα
 Γι’ αυτό μπορώ να σας το πω…

Να πω για εκείνα τα όνειρα που έθαψες στο κοιμητήριο του ρεαλισμού σου, για την τρέλα που ξόρκισες και την σκανταλιά που δεν τόλμησες.

Να πω για τις αναμνήσεις που στρίμωξες στην αποθήκη, τα ένστικτα που με αντικαταθλιπτικά πήγες για ύπνο και τη ζωή που έμαθες να κοιτάς από την κλειδαρότρυπα της ασφαλούς ζωής που υποτάχθηκες.

Να πω για όσα δεν είπες, για όσα δε έκανες ποτέ…. Για την κραυγή που ο φόβος  έκρυψε πίσω από μισόλογα, μίζερη γκρίνια, δακρύβρεχτα παιδικά χρόνια και μια φυγή.

Να πω για τη ζωή που σου κλείνει το μάτι χωρίς να το καταλάβεις, βγάζοντας το τρενάκι της ζωής σου από τις σκουριασμένες ράγες  της ανασφάλειας και της συνήθειας, ενώ εσύ γαντζώνεσαι από βεβαιότητες και αλλάζεις φορά.

Να πω για αγκαλιές, απωθημένα, ξενύχτια, φευγαλέα αγγίγματα που σε παρασύρουν στο περίπου και το άπειρο συνάμα, με την ελπίδα να αντέξεις το συμβιβασμό, την ευθύνη, τα πρέπει, τον κόσμο. Ή καλύτερα  για τον κόσμο.

Ξέρεις όμως κάτι… Αυτός ο κόσμος με άδειασε κι έτσι πια βαρέθηκα να τον δικαιολογώ, να τον αναλύω, να τον καταλαβαίνω!

Ίσως ήρθε η ώρα, να πιάσω μια παλέτα γεμάτη χρώματα και να φτιάξω από την αρχή έναν ολόδικό μου κόσμο. Έναν κόσμο ρευστό και έτοιμο με περηφάνια να παραδοθεί στον δυνατό αέρα. Έναν κόσμο που στις θάλασσες επιπλέουν μπουκάλια με ευχές, αντί για παιδικά κορμιά.

Έναν κόσμο που ο καπνός του τσιγάρου μυρίζει λιβάνι, εξαγνίζοντας σκέψεις και διλήμματα.  Μια διαπραγμάτευση ο  κόσμος μου, ένας συνεχής απεγκλωβισμός του πληγωμένου παιδιού που ζητάει εκδίκηση μέσα σε σώματα ενηλίκων.  

Στον κόσμο μου οι άνθρωποι μεθούν με ιδέες συλλογικές και ξεδιψούν πίνοντας κρύα μπύρα.. Κοιτούν τα αστέρια και βλέπουν μικρούς πρίγκιπες, που αγαπούν εκείνο το τριαντάφυλλο ίδιο με χιλιάδες άλλα, όμως στα μάτια τους πάντα θα φαντάζει μοναδικό.

Στον δικό μου κόσμο η αγάπη ανθίζει μέσα σε ισόγεια γεμάτα υγρασία στους τοίχους. Η σκιά ενός ανεπαρκούς πατέρα και ιλιγγιώδης η φορά σ’ ένα τοίχο από τσιμέντο.

Όμως ο δικός μου κόσμος είναι φτιαγμένος από καλάμια και δεύτερο χέρι ρούχα, που φτύνουν ξιπασμένες βιτρίνες καταστημάτων. Συνεχόμενα χαστούκια και κριτική από ανθρώπους που ψάχνουν καβάντζες και δεκανίκια.

Ένα ταξίδι ο κόσμος μου σε δουλείες του ποδαριού, συναντήσεις απρόσμενες κι ένα ξυπνητήρι που σε επαναφέρει σε θρανία γεμάτα χαρακιές.
Στον κόσμο μου η μοναξιά κάνει δυο τζούρες από τσιγάρα φίλων και χορεύει στο ρυθμό του οργανοπαίχτη.

Σκοτάδι πηχτό ο κόσμος μου που δεν φτιασιδώνεται με τέχνη, αλλά απλώνει το χέρι στο φως και με παλάμες ενωμένες ψάχνουν να βρουν την αλήθεια.

Εμένα ο κόσμος μου… Δεν θα τον μάθεις ποτέ.

Αντίο.