Η διφορούμενη στάση των “φίλων” Άγγλων  και το δωδεκανησιακό ζήτημα 1912-1945

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Η δυσκολότερη περιπέτεια του Δωδεκανησιακού ζητήματος στα χρόνια της δουλείας που πέρασαν ήταν η χρονική περίοδος 1912-1945, 33 ολόκληρα χρόνια.

• Είναι γνωστό, ότι στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας τα Δωδεκάνησα ήταν στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα Αυτόνομη και Αυτοδιοίκητη περιοχή. Ωστόσο, κατά τον διακανονισμό των συνόρων του 1830, τα Δωδεκάνησα περιήλθον στην Τουρκία μαζί με τη Σάμο, με αντάλλαγμα την Εύβοια, την οποία κρατούσαν οι Τούρκοι.

• Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1911 η Ιταλία, προκειμένου να κατακτήσει την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή (τη σημερινή Λιβύη) αποικία της, κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατία, καθόσον η τελευταία είχε υπό την κυριαρχία της τα προαναφερθέντα εδάφη. Και για να εμποδιστεί ο ανεφοδιασμός των Αράβων πολεμιστών από τους Τούρκους, με τη δικαιολογία, ότι οι εκεί παράκτιες αραβικές φυλές πρόβαλλαν αντίσταση στα Ιταλικά στρατεύματα, οι Ιταλοί κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα τον Μάιο του 1912, εκτός του Καστελλορίζου, υπό τύπον, καθώς έλεγαν, της προσωρινότητας.

• Όταν ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος τελείωσε, η Συνθήκη Ειρήνης πρόβλεπε, ναι μεν να παραχωρηθούν στους Ιταλούς τα Οθωμανικά εδάφη στην Αφρική, όπου υπήρχαν Ιταλικά εμπορικά και άλλα ζωτικά συμφέροντα, οι Ιταλοί, όμως, θα έπρεπε να εκκενώσουν τα Δωδεκάνησα που είχαν καταλάβει, ως προαναφέρεται.  

• Έτσι, ενώ οι Ιταλοί πήραν αυτό που ήθελαν, δεν έφυγαν από τα Δωδεκανησιακά εδάφη.

• Στις 29 Ιουλίου 1919 υπογράφεται Συνθήκη μεταξύ των Κυβερνήσεων Ελλάδας-Ιταλίας. Η Συνθήκη αυτή, γνωστή υπό το όνομα Tittoni-Βενιζέλου αναπτέρωσε τις ελπίδες του Δωδεκανησιακού λαού, καθόσον σύμφωνα με τους όρους της, η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα αμέσως την κυριαρχία της Δωδεκανήσου, εκτός της Ρόδου, η οποία θα παραδιδόταν μετά πενταετία με δημοψήφισμα. Με την ίδια Συνθήκη η Ιταλία, εκτός από τα Δωδεκάνησα παραχωρούσε στην Ελλάδα και τη Βόρειο Ήπειρο.

• Ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Ιουλίου 1920, καταγγέλλεται από την Ιταλία η προαναφερθείσα Συνθήκη. Τον Αύγουστο, όμως, του ίδιου έτους υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών και με τη συμφωνία Bonino-Βενιζέλου επικυρώνεται, σχεδόν, η προηγούμενη Tittoni-Bενιζέλου, με τη διαφορά ότι, το δημοψήφισμα για τη Ρόδο θα διενεργόταν μετά 15 χρόνια.

• Η ζηλότυπη, όμως, μοίρα του Δωδεκανησιακού λαού θέλησε άλλη τροπή των πραγμάτων. Με την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου, το Νοέμβριο του 1920 και αφού εν τω μεταξύ μεσολάβησε η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 η Ιταλία καταγγέλλει τη Συνθήκη των Σεβρών και αθετεί την υπογραφή της.

• Με τη Συνθήκη της Λωζάνης, 24 Ιουλίου 1923, η Τουρκία παραχωρεί στην Ιταλία τα δικαιώματά της στα Δωδεκάνησα, κι έτσι “μονιμοποιείται” η Ιταλική κατοχή.

• Εν τω μεταξύ, με την άνοδο στην εξουσία του φασισμού στην Ιταλία, τον Οκτώβριο του 1922, ο Μουσολίνι αντιμετώπιζε το Δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, ως Ιταλική, πλέον, κτήση και με διάφορα μέτρα προσπαθούσε να καταπνίξει το Ελληνικό φρόνημα, ενισχύοντας και το Καθολικό στοιχείο σε βάρος των Ορθόδοξων.

Την τάση αυτή του Ιταλικού παράγοντα άρχισαν να την αποδέχονται και οι πολιτικοί της Ελλάδας. Σε επιστολή του Μητροπολίτη Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος, ο Πρωθυπουργός-Ελευθέριος Βενιζέλος, αφού τον ευχαριστεί για τα συγχαρητήριά του, αναφέρει: “...Όσον αφορά τα εν τη Υμετέρα από 5 Σεπτεμβρίου επιστολή εκτιθέμενα, έλαβον γνώσιν αυτών μετ’ ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος. Αι γενόμεναι αφ’ ενός υπ’ εμού δηλώσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως καθάς αύτη θεωρεί το Δωδεκανησιακόν ζήτημα ουχίως υφιστάμενου μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας, αλλ’ ως ζήτημα αφορών αποκλειστικώς την Ιταλίαν και τους Δωδεκανησίους, και αφ’ ετέρου η δια της υπογραφής του ελληνοϊταλικού συμφώνου εκκαθάρισης της πολιτικής ατμοσφαίρας και παγίωσις των φιλικών μεταξύ των δύο λαών δεσμών, θέλουσιν ασφαλώς συντελέσει, όπως διαλυθή ευχερώς πάσα παραξήγησις.


“Προς τούτο, αρκεί η καλή θέλησις των ενδιαφερομένων μερών ήτοι της τε Ιταλικής διοικήσεως και του ομογενούς στοιχείου, είμαι, δε, πεπεισμένος ότι δεν στερείται η πρώτη τοιαύτης, λελιγισμένη και ειλικρινής προσφυγή του Δωδεκανησιακού λαού εις ταύτην δεν είναι δυνατόν παρά αγαθούς να αποδώσει καρπούς...”.
Εν τω μεταξύ, ο διορισμός του Ντε Βέκκι, το Νοέμβριο του 1936, ως Πολιτικού και Στρατιωτικού Διοικητή Δωδεκανήσου επιδεινώνει την κατάσταση. Κλείνουν τα Ελληνικά Σχολεία και η Παιδεία προσαρμόζεται, ως προς τη διδακτέα ύλη, με εκείνη της Μητροπολιτικής Ιταλίας.

Πολλοί Δωδεκανήσιοι, με πρώτη ευκαιρία εγκαταλείπουν την Πατρώα γη, κι έτσι ο πληθυσμός των νησιών μέσα σε πενταετία από 143.080 που ανερχόταν το 1912, μειώθηκε στις 100.180. Αρχές, δε, το 1939 ο Μουσολίνι με τους συνεργάτες του επινοούν σχέδιο εγκατάστασης στη Δωδεκάνησο εντός μιας πενταετίας 100.000 Φασιστών. Λόγω, όμως, κήρυξης του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου-αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, το σχέδιο δεν υλοποιείται.

Οι Δωδεκανήσιοι ποτέ δεν έπαψαν να ζητούν από την Ιταλία ότι πρέπει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η Ιταλία, όμως, με παρελκυστική τακτική, λόγω και των συγκυριών του Μεσοπολέμου κατά τον 20ό αιώνα, κατάφερε να κρατήσει το όλο θέμα σε εκκρεμότητα μέχρι 1940, οπότε κήρυξε τον Οκτώβριο τον πόλεμο στην Ελλάδα.

* * *
Πολλές φορές είδαν το φως της δημοσιότητας πληροφορίες, ότι εκ μέρους του Ουΐνστον Τσώρτζιλ προσφέρθηκαν στον Ιταλό Δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι, μεταξύ των άλλων περιοχών και τα Δωδεκάνησα. Αυτό, εξάλλου, προκύπτει, εάν συνδυαστεί και με την όλη τακτική και διφορούμενη στάση που κράτησε η Αγγλία έναντι του Δωδεκανησιακού Ζητήματος, τόσο κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, όσο και μεταπολεμικά μέχρι το 1947, όταν, πλέον στις 10 Φεβρουαρίου υπογράφηκε Συνθήκη Ειρήνης, Ιταλίας και Συμμάχων και τα Δωδεκάνησα εκχωρήθηκαν οριστικά από την Ιταλία, εν πλήρει κυριαρχία στην Ελλάδα.

Έτσι, ενώ από μια μεριά η Αγγλία τηρούσε ίσες αποστάσεις, ως προς το Δωδεκανησιακό Ζήτημα, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η ουδετερότητα της τελευταίας, κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, δεν παρέλειπε να υποθάλπει, έστω και αόριστα, την ιταλική βουλεμία. Είναι, ωστόσο, πλέον βέβαιο πως, εάν ο Ιταλός δικτάτορας δεν ήταν στο πλευρό των Γερμανών, τα Δωδεκάνησα δεν θα περιέρχονταν στην Ελλάδα.

Η Αγγλική Διοίκηση
Από της 9 Μαΐου 1945 μέχρι 31 Μαρτίου 1947 μεσολάβησε η Αγγλική Διοίκηση. Την περίοδο αυτή απαλλάχθηκε μεν το εμπόριο από τη μονοπώληση των εισαγωγών-εξαγωγών από μέρους των Ιταλών και Λεβαντίνων, αλλά υπήρχαν άλλα εμπόδια, όπως ήταν η γενική ύφεση των Διεθνών εμπορικών συναλλαγών της εποχής εκείνης, η κρίση των μεταφορών, η απομόνωση της Δωδεκανήσου σαν χωριστής οικονομικής μονάδας κ.ά.

Πέραν, ωστόσο, των άλλων οι Άγγλοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα σύστημα όμοιο με την παραμονή τους στην Κύπρο, προκειμένου να εξασθενίσει το αίτημα της Ένωσης, που ήταν η αμετακίνητη θέληση του Δωδεκανησιακού λαού. Είναι γνωστό ότι για να εξουδετερωθεί η κίνηση αυτή των Άγγλων διοργανώθηκε από την τοπική Δωδεκανησιακή Ηγεσία κατά τον Εσπερινό του Πάσχα (21 Απριλίου 1946), Δημοψήφισμα υπέρ της Ένωσης.

Μεταφέρω εδώ στιχομυθία που διεξήχθηκε το 1946, επί Αγγλοκρατίας, μεταξύ του Άγγλου Αξιωματικού Mackibens και του Μιχάλη Κουγιουμτζή, Δωδεκανήσιου, μόνιμου κάτοικου Κω, η οποία αναγράφεται σε βιβλίο του ιστορικού-ερευνητή Βασίλη Χατζηβασιλείου και την οποία ανέφερε σε ανάλυσή του στην Αθηναϊκή εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της 5.3.2001 ο δημοσιογράφος Βίκτωρας Νέτας:

«- Mackibens: Πες μου Μιχάλη, τι θέλει ο λαός της Κω: την Αγγλία, την αυτονομία ή την Ένωση με την Ελλάδα;
- Κουγιουμτζής: Περί Αγγλίας και αυτονομίας ουδείς λόγος να γίνεται. Ένωση και μόνον Ένωση με την Ελλάδα.
- Mackibens: Θα έρθει μια μέρα που θα μετανιώσετε.
- Κουγιουμτζής: Δεν θα μετανιώσουμε ποτέ, αν και ξέρουμε ότι η Μάνα μας είναι φτωχή, αλλά δεν παύει να είναι Μάνα!»

* * *
Ο Δωδεκανήσιος, από την Κω, συγγραφέας και δημοσιογράφος Ι.Ε. Γκίκας, ο οποίςο κατά την περίοδο 1926-1940, ζούσε στη Ρώμη και διετέλεσε Διευθυντής Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στο έργο του: “Ο Μουσολίνι και η Ελλάδα”, Αθήνα 1982, αναπτύσσοντας την επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδας, υπογραμμίζει, “πως τα Δωδεκάνησα, με προτροπή των Άγγλων, θα παραχωρούνταν από τους Συμμάχους στην Τουρκία όλα ή τα κυριότερα”.

Εξάλλου, ο Παναγιώτης Πιπινέλης, εξαίρετος διπλωμάτης, ο οποίος υπηρέτησε κατά τη διάρκεια της διπλωματικής του σταδιοδρομίας σε διάφορες Πρεσβείες και πολλές φορές διετέλεσε και Υπουργός το 1941-1942 ήταν επικεφαλής της Ελληνικής Πρεσβείας στη Μόσχα. Στο έργο του, “Γέωργιος Β’”, Αθήνα 1951, αναφέρει τα ακόλουθα: “Τας αρχάς Ιανουαρίου 1942 η Ελληνική Κυβέρνηση είχε πληροφορηθεί από τηλεγράφημά μου εκ της Ρωσικής πρωτεύουσας, ότι κατά τη συνάντηση του Στάλιν μετά του επισκεφθέντος αυτού τας τελευταίας ημέρας τον Δεκέμβριο Άγγλου Υπουργού των Εξωτερικών είχε γίνει λόγος περί παραχωρήσεως εις την Τουρκίαν εις το τέλος του πολέμου, μέρους της νοτίου Βουλγαρίας, της Δωδεκανήσου και των παρακτίων νήσων Χίου, Μυτιλήνη.

Αι παραχωρήσεις αυταί θα εγίνοντο εις την Τουρκίαν εις ανταμοιβήν διά την ουδετερότητα, την οποίαν τότε ετήρει και η οποία ήτο εκτάκτως επωφελής είς την Ρωσίαν. Δια να ικανοποιηθή, δηλαδή, η Τουρκία, διά την ουδετερότητά της θα ελαφυραγείτο η Ελλάς! Η Ρωσία, έχουσα μάλιστα, πάντα λόγον να ενθαρρύνη τότε την Τουρκίαν, εις την πολιτικήν της ουδετερότητας, έσπευσεν ολίγον κατόπιν να ανακοινώση εμπιστευτικούς εις τον Τούρκον Υπουργόν των Εξωτερικών αντίγραφου του πρακτικού της συνομιλίας Στάλιν-Ήντεν”.

Η παρατεινόμενη παραμονή των Άγγλων στα Δωδεκάνησα που ήρθαν σαν ελευθερωτές τον Μάϊο του 1945, σε συνάφεια και με την αμφιλεγόμενη στάση στα πλαίσια της διοίκησής τους, άρχισε να προξενεί δυσαρέσκεια στους Δωδεκανήσιους, καθόσον έντεχνα εφάρμοζαν την πάγια βρετανική πολιτική “του διαίρει και βασίλευε”.
Οι Άγγλοι, κατά την εδώ παραμονή τους, ακολούθησαν, σε γενικές γραμμές, το διοικητικό σύστημα της φασιστικής Ιταλίας. Διατήρησαν τους ιταλούς υπαλλήλους στις θέσεις τους και έδειξαν απροθυμία και αναβλητικότητα να βοηθήσουν να επανέλθουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους οι Δωδεκανήσιοι, που ζούσαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Κι ενώ ο Ελληνισμός των Δωδεκανήσων αδημονούσε, πότε θα έφευγαν οι Άγγλοι, αυτοί συνέχιζαν την φλεγματική, ασυγκίνητη πολιτική τους. Σε έγγραφο του Αγγλικού Υπουργείου των Εξωτερικών, το οποίο ήρθε στη δημοσιότητα, διατυπωνόταν η απορία: “Οι Έλληνες της Δωδεκανήσου επιθυμούν τόσο πολύ την Ένωση, που τούς έχει γίνει νεύρωση”.

Καθώς,  επιπρόσθετα, αναφερόταν στην έκδοση του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, “Η Δωδεκάνησος- “Η μακριά πορεία προς την Ενσωμάτωση”, Αθήνα 1996, “...Η διφορούμενη στάση των Βρετανών δεν παρεξηγήθηκε μόνο από τους Έλληνες, αλλά και από τους Ιταλούς της Δωδεκανήσου. Ο Α. Μάκκι, επικεφαλής της Επιτροπής που δημιουργήθηκε για την προστασία των ιταλικών συμφερόντων στη Δωδεκάνησο, έγραφε στο ιταλικό Υπουργείο των Εξωτερικών το δεύτερο εξάμηνο του 1945: “Οι Βρετανοί απέδειξαν την κατανόηση και τη συμπάθειά τους για τους Ιταλούς που διαμένουν εδώ.... Κατέστρεψαν, δε, πολλές ρόδινες ψευδαισθήσεις των Ελλήνων.

Και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις δημιούργησαν την εντύπωση, ότι δύσκολα θα επιτρέψουν την Ενσωμάτωση των μεγαλύτερων τουλάχιστον-νησιών στην Ελλάδα”. Καθώς, δε, συμπληρώνει η ερευνήτρια-ιστορικός Λένα Δεβάνη, “έφτασαν στο σημείο να σκεφτούν οι Ιταλοί, ότι η Βρετανία ετοιμάζει ένα ιδόμορφο και πάντως  ελεγχόμενο απ’ αυτούς καθεστώς για τη Δωδεκάνησο.

Τα όσα προαναφέρονται δεν ήσαν μόνο σκέψεις και εκτιμήσεις των Ιταλών. Και οι Δωδεκανήσιοι είχαν τις δικές τους πληροφορίες. Κι επειδή υπήρξαν ενδείξεις ότι οι Άγγλοι σκόπιμα κωλυσιεργούσαν την αναχώρησή τους από τα Δωδεκάνησα και άρχισαν να κυκλοφορούν ευρέως οι ψίθυροι για αυτονομιστικό καθεστώς πραγματοποίηση το προαναφερθέν Δημοψήφισμα “υπέρ της ταχείας επίλυσης του Δωδεκανησιακού Ζητήματος”.

(Αύριο η συνέχεια)

 

Οι σημειούμενες περιοχές, μεταξύ των οποίων και τα  Δωδεκάνησα, είναι αυτές που προσφέρθηκαν στον ιταλό  δικτάτορα Μουσολίνι από τον Τσώρτσιλ, προκειμένου να μην εισέλθει η Ιταλία στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Οι σημειούμενες περιοχές, μεταξύ των οποίων και τα Δωδεκάνησα, είναι αυτές που προσφέρθηκαν στον ιταλό δικτάτορα Μουσολίνι από τον Τσώρτσιλ, προκειμένου να μην εισέλθει η Ιταλία στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.