Επανεκκίνηση της Οικονομίας μας και Ανάπτυξη

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

 

Η Ελλάδα είναι μία μικρή αλλά ανοικτή Οικονομία κυρίως λόγω της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Έχει περιορισμένη παραγωγική βάση, χαμηλή προστιθέμενη αξία και μικρή ένταξη σε αλυσίδες πολυεθνικών εταιρειών.

Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες της έχουν βελτιωθεί σημαντικά, η ανεργία - αν και είναι ακόμη υψηλή - έχει αποκλιμακωθεί και γενικά, η οικονομία τα δύο τελευταία χρόνια ανακάμπτει σταδιακά, έστω και με αργούς ρυθμούς.

Ένα από τα αρνητικά στοιχεία της Οικονομίας της είναι η μικρή βαρύτητα (συμμετοχή) στον τομέα της απασχόλησης και του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), στους κλάδους των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Οφείλει, επομένως, να δώσει προτεραιότητα, ως κοινωνία και ως οικονομία, στην παραγωγή, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, δηλαδή χρειάζεται ένα γρήγορο παραγωγικό μετασχηματισμό και μία στροφή στους κλάδους εκείνους που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και κυρίως, χρειάζεται μία στροφή στην πρωτογενή παραγωγή, στη μεταποίηση και στις νέες τεχνολογίες.
Αυτό θα επιτευχθεί με αναπτυξιακές επενδύσεις, οι οποίες αρχικά θα μεγεθύνουν το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) και στη συνέχεια θα προσφέρουν νέες αλλά και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Η δεκαετής οικονομική κρίση θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στη χώρα μας ως καταλύτης, ώστε να προωθηθούν οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις που θα μας έθεταν σε τροχιά εξυγίανσης και ανάπτυξης. Θα έπρεπε, δηλαδή, η κρίση να μας προσφέρει ευκαιρίες κάποιας επανεξέτασης των οικονομικών προτεραιοτήτων, ώστε ως λαός, να μην είμαστε προσηλωμένοι στην παρασιτική οικονομία.

Έτσι, η κρίση θα μπορούσε να καταστήσει εφικτό αυτό που τα προηγούμενα χρόνια ήταν σχεδόν ανέφικτο. Θα όφειλαν όμως, η κοινωνία μας και οι πολίτες, να πειστούν ότι γίνεται μια νέα αρχή με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Δυστυχώς, στα οικονομικά, δεν χωράνε ιδεοληπτικές κορώνες και πειραματισμοί.
Τα οικονομικά είναι μία επιστήμη που θεμελιώνει τα συμπεράσματά της σε αριθμούς, σε ποσοστά, σε στατιστικές, δηλαδή σε πράγματα αυστηρά μετρήσιμα και όχι σε ανθρώπινους συναισθηματισμούς.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον, όπως διαμορφώθηκε στην πατρίδα μας μεταπολεμικά, ήταν σχεδόν εχθρικό στο κοινό, τόσο στις ιδιωτικές επενδύσεις όσο και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Ακόμη και σήμερα, υπάρχουν δυνάμεις που δαιμονοποιούν την επιχειρηματική δράση και φρενάρουν κάθε επενδυτική πρωτοβουλία, μη γνωρίζοντας ότι η ενέργειά τους αυτή αποτελεί ένα φονικό εργαλείο για την ανάπτυξη της χώρας.

Οι μηχανές της ελληνικής οικονομίας πρέπει να ξαναζεσταθούν και να οδηγήσουν τη χώρα μας σε τροχιά ανάπτυξης, δηλαδή να θέσουν τις βάσεις για μία ανταγωνιστική οικονομία, η οποία θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας με την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, ενώ, παράλληλα, θα ενθαρρύνει και τον εξαγωγικό τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Είναι αυτονόητο, ότι ο εθνικός πλούτος μιας χώρας πηγάζει κυρίως από τη δραστηριότητα των παραγωγικών επιχειρήσεων και των υγιών επιχειρηματιών. Αυτό προϋποθέτει, ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον, σταθερό φορολογικό σύστημα, διαφάνεια στις συναλλαγές, καλή θεσμική οργάνωση με σεβασμό στους νόμους και με σταθερούς κανόνες, ευελιξία με προσαρμογή στις κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, αναδιάρθρωση του ιδιωτικού τομέα σε βιώσιμες και καινοτόμες επιχειρήσεις, κ.λπ.

Οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας, ότι η κατανάλωση μιας κοινωνίας εξαρτάται από την παραγωγική της δραστηριότητα, δηλαδή από τη μεγέθυνση του πλούτου της.

Συνεπώς, σύμφωνα με την οικονομική εμπειρία, παγκοσμίως, δεν υπάρχει κατανάλωση χωρίς παραγωγή, όπως δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς επενδύσεις.

Οι ειδήμονες υποστηρίζουν ότι απαιτείται ένα επενδυτικό σοκ από μεγάλες ελληνικές και ξένες πολυεθνικές επιχειρήσεις, ώστε να επιτευχθεί η πολυπόθητη ανάπτυξη της οικονομίας και έτσι να διασωθεί ο αφανισμός της μεσαίας τάξης, η οποία αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας μας.

Η επέλαση της παγκοσμιοποίησης, με τις συνακόλουθες μετεγκαταστάσεις ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικούς προορισμούς, χαμηλού εργατικού κόστους και χαμηλής φορολογίας, οδήγησε σταδιακά σε μία βαθμιαία αποδόμηση του παραγωγικού ιστού της χώρας μας, καθώς η ελληνική οικονομία γενικότερα, αλλά και πολλές επιχειρήσεις  δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Το αποτέλεσμα αυτών των διαδικασιών, ήταν ολόκληρες περιοχές της χώρας να οδηγηθούν σε πλήρη αποβιομηχάνιση και χιλιάδες εργαζόμενοι να μείνουν άνεργοι, υφιστάμενοι την ανέχεια και την αβεβαιότητα.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, το επιχειρηματικό κεφάλαιο είναι αυτόνομο, γιατί έτσι λειτουργεί ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, ως αξιακό σύστημα.

Ζούμε, έτσι, σε μία εποχή αμηχανίας, που επιτρέπει στους προνομιούχους και ισχυρούς λαούς να σχεδιάζουν τα πράγματα στα μέτρα τους. Στις ημέρες μας, ζούμε ως λαός σε μία αναγκαστική ψευδαίσθηση ευημερίας, ενώ είμαστε αλυσοδεμένοι με τις υπερχρεώσεις και τις υποχρεώσεις μας - μέχρι το έτος 2060 που λήγουν τα δανεικά μας - οι οποίες μας κάνουν να νιώθουμε αδυναμία, ώστε να ξεφύγουμε από το οικονομικό αδιέξοδο, δηλαδή από τα «πέτρινα» χρόνια των μνημονίων και από τα δεσμά των πιστωτών μας.

Οι θιασώτες του φιλελευθερισμού - ο οποίος εφαρμόζεται στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα – υποστηρίζουν, ότι η οικονομία της αγοράς είναι το αποδοτικότερο σύστημα για την εθνική οικονομία και το δικαιότερο για τους καταναλωτές. Το κέρδος, υποστηρίζουν, είναι το ισχυρότερο κίνητρο για τους επενδυτές, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας και ο ανταγωνισμός διασφαλίζουν χαμηλές τιμές στα προσφερόμενα προϊόντα, καθώς και σταθερότητα στις τιμές.

Υποστηρίζουν, ακόμη, ότι μία διόρθωση ενός τομέα της οικονομίας ή ολόκληρης της οικονομίας, η οποία ονομάζεται είτε ύφεση είτε κρίση, έχει πάντα, εκτός από τα άμεσα κακά αποτελέσματα και μεσομακροπρόθεσμα θετικά- διορθωτικά αποτελέσματα. Γιατί, λένε, η κρίση ή η ύφεση, συντελεί στη μεταφορά πόρων από τις λίγο αποδοτικές π.χ. επενδύσεις στις πιο αποδοτικές. Έτσι, λοιπόν, δεν συντηρούνται τα αντιπαραγωγικά «παράσιτα» της οικονομίας και επομένως, δεν απορροφούν την παραγωγική ικμάδα της οικονομίας.

Ωστόσο, η ελληνική οικονομία, που προσπαθεί να αναδειχθεί από τις στάχτες της μετά από δέκα έτη εσωτερικής υποτίμησης και μιας, έστω, ήσσονος μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας αναπτυξιακής έκρηξης, ικανής να προσεγγίσει διεθνείς επενδυτές, σε συνεργασία με εξωστρεφείς ελληνικές επιχειρήσεις.

Η χώρα μας, έχει άμεση ανάγκη από δημιουργία, η οποία προϋποθέτει παραγωγικές επενδύσεις με φιλικό και ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Η ελληνική κοινωνία έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τα πράγματα, με θέληση, επιμονή, εργασία, με χρηστή διοίκηση και διαχείριση και με δημόσιες επενδύσεις, σε συνεργασία με την υγιή επιχειρηματικότητα.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιστρέψει στα παλιά, δηλαδή σε αντιοικονομικές και αντιπαραγωγικές πρακτικές, αλλά οφείλει να ευνοήσει την ανάπτυξη του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα και να διευκολύνει την εισροή διεθνών υγιών επενδυτικών κεφαλαίων και όχι κεφαλαίων κρατικοδίαιτων και διαπλεκόμενων επιχειρηματικών σχημάτων που λειτουργούν με αδιαφάνεια στις συναλλαγές τους, καθώς και με αθέμιτες πρακτικές που αλλοιώνουν τον υγιή ανταγωνισμό.

Απαιτείται, επομένως, η δημιουργία ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης και ενός σχεδίου προσέλκυσης άμεσων ξένων και εγχώριων καινοτόμων επενδύσεων, που θα υποστηρίζονται από τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά και διαρθρωτικά ταμεία.

Έχουμε, ως λαός, πλεονάζον εργατικό και επιστημονικό δυναμικό, εκπαιδευμένο και τεχνολογικά προηγμένο, ενώ, παράλληλα, η δυναμική της οικονομίας μας ενισχύεται. Επομένως, η χώρα μας έχει τώρα την ευκαιρία και την ευθύνη – σε συνδυασμό με την ενίσχυση του αποκαλούμενου «τριγώνου της γνώσης», δηλαδή της εκπαίδευσης, της έρευνας και καινοτομίας και της ψηφιοποίησης της οικονομίας - να σχεδιάσει και να εφαρμόσει φιλικές προς την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη πολιτικές και μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για την επίτευξη μιας ισχυρότερης και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Κατά συνέπεια, η Ελλάδα οφείλει να γίνει δημιουργική και προηγμένη χώρα, ικανή να προσφέρει ευκαιρίες, δυνατότητες και κυρίως, να διαχειριστεί αποτελεσματικά το διαμορφούμενο νέο οικονομικό περιβάλλον, με κοινωνικό κράτος και με όρους δικαιοσύνης, με την ενίσχυση δηλαδή των πιο αδύναμων στρωμάτων, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί θέμα ζωτικής σημασίας για τη συνοχή της χώρας.

Κοντολογίς, η αναμενόμενη και πολυπόθητη οικονομική ανάπτυξη, θα βελτιώσει τις προοπτικές αύξησης των εισοδημάτων, θα μειώσει την ανεργία, θα ενδυναμώσει την κοινωνική συνοχή και θα αποκαταστήσει την οικονομική και κοινωνική ομαλότητα στη χώρα μας, προσφέροντας οικονομική πρόοδο και ευημερία στους πολίτες...