Ανάγκη επικοινωνίας και fake συνδεσιμότητα

Η προσπάθεια επαναφοράς της χαμένης επικοινωνίας σε εποχές όπου οι λόγοι επικράτησης του διαλόγου και όχι της ατομικής επιβολής κανόνων και τσιτάτων στο όνομα της προσωπικής και μόνο ικανοποίησης θα ευφραίνουν την καρδία, δεν είναι σήμερα παρά η σταγόνα στον ωκεανό, που όμως κάποτε θα κάνει το ποτήρι της αμφισβήτησης να ξεχειλίσει, οδηγώντας σε κοινωνίες όπου ο διαχωρισμός των κάθε λογής ικανοτήτων και δεξιοτήτων δεν θα αποτελούν αποκλειστικό κριτήριο κοινωνικο-οικονομικής ανόδου.

Σε αυτές τις μελλοντικές εποχές όπου οι πάντες θα ξεδιπλώνουν τις αρετές τους, μην κινδυνεύοντας να χαρακτηριστούν ως φαντασιόπληκτοι, σε εκείνο τον τρόπο ζωής που θα διαφέρει άρδην από την σημερινή ζούγκλα, οι άνθρωποι θα είναι σε θέση να μπορούν να ελπίζουν για κάτι καλύτερο, μακριά από αδιέξοδες αναζητήσεις και θεωρίες, και αυτό γιατί ο άνθρωπος κατά βάθος αποζητά πάντα την πεμπτουσία της Δημοκρατίας που είναι η συνεχής διερώτηση για το δίκαιο των εκάστοτε νόμων, που έλεγαν και οι αρχαίοι Αθηναίοι.   

Δεν αναφέρομαι σε κανέναν παράδεισο – εξάλλου για την περίπτωση αυτή μιλούν καλύτερα οι θρησκείες – ούτε για κοινωνίες αγγελικά πλασμένες, καθώς όπως ήδη γνωρίζουμε από την ιστορία, ο άνθρωπος είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο.

Αναφέρομαι στο μοντέλο ζωής εκείνο όπου οι άνθρωποι δεν θα κουράζονται απλώς  να ζουν. Οι λαοί προσπάθησαν στο παρελθόν να αλλάξουν τα δεδομένα, προβάλλοντας σοβαρά κοινωνικά αιτήματα ή κάνοντας επαναστάσεις που δυστυχώς στο τέλος απέτυχαν γιατί επικράτησε το ατομικό συμφέρον και η απουσία πραγματικής συλλογικής πρωτοβουλίας τη στιγμή της ολικής κοινωνικής επαναφοράς.

Αν ομφαλοσκοπήσουμε το σήμερα, αν θελήσουμε με μια γρήγορη ματιά να αναπαραστήσουμε τα αιτήματα των πολιτών για την αλλαγή των κοινωνικών δομών, δεν θα βρούμε και πολλά πράγματα για τον λόγο του ότι και η διάθεση για διεκδίκηση του δικαίου έχει παύσει προ πολλού και η αναδίπλωση μετά τις όποιες εξεγερτικές απόπειρες έχει παγιωθεί στην κοινωνία.

Αυτές όμως οι λιγοστές απόπειρες επικοινωνίας που λαμβάνουν χώρα όχι από απελπισμένους αλλά συνειδητοποιημένους πολίτες, παρά το γεγονός ότι δεν αλλάζουν θεαματικά τις συνθήκες ζωής, εντούτοις δίνουν μια νότα αισιοδοξίας πως τα πράγματα μπορεί κάποτε να αλλάξουν.

Οι νέες γενιές, στις οποίες πέφτει το μεγαλύτερο κάθε φορά βάρος, αρχικά δεν αρνούνται να το επωμιστούν. Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή για το πώς και με ποιους όρους θα διοχετεύσουν τη  δυναμική τους.  Στους νέους ανθρώπους στηρίζουν κατ’ ουσίαν τις ελπίδες τους και όσοι έχουν αποσυρθεί από καιρό, παρά το γεγονός ότι συχνά τους κατακρίνουν ή τους κατακεραυνώνουν.

Η επικοινωνία λοιπόν ως φυσική κλίση της νεολαίας, μπορεί να μην επαρκεί για να ανατρέψει καθολικά τη βαρετή καθημερινότητα, μπορεί ενίοτε να μην είναι μία εναργής σταγόνα στον ωκεανό του λειτουργικά ενεργοποιημένου κομφορμισμού, εντούτοις δεν παύει να προσφέρει ενίοτε τις απαραίτητες ανάσες ελευθερίας.

Από τους νέους ανθρώπους θα ξεκινήσει και πάλι η αμφισβήτηση στην οικογένεια, στην εργασία, στις σχέσεις, στην κοινωνία ολόκληρη. Αν δεν υπήρχαν οι νέοι, όπως μου είχε πει κάποιος κάποτε, αν δεν έστηναν οδοφράγματα στη Γαλλία το ‘68, στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, στις ΗΠΑ την δεκαετία του ‘60 και ‘70, στην Κίνα το ‘89 και όπου αλλού οι νέοι αμφισβήτησαν πραγματικά το κατεστημένο, δεν θα υπήρχαν οι σχετικές ελευθερίες που απολαμβάνει κανείς σήμερα. Αυτοί λοιπόν που μιλούν και αναφέρονται κάθε φορά ανοήτως στην «ασύδοτη και αδιάφορη» νεολαία, θα πρέπει να προσέχουν τι λένε και σε ποιους αναφέρονται.

Ίσως κάποιες απόπειρες επικοινωνίας να φαντάζουν ουτοπία στη συνήθη αποκοιμισμένη μάζα των πολιτών, που έχει αφεθεί  προ πολλού στις αγκάλες του πεισματικής και επαναλαμβανόμενης απόκτησης καταναλωτικών αγαθών. Ίσως να μην πιστεύουν καν πως οι σταγόνες αυτές μπορούν να κάνουν το ποτήρι της αμφισβήτησης να ξεχειλίσει. Ίσως οι ενέσεις αποχαύνωσης να έχουν πετύχει εν μέρει τον σκοπό τους.

Ας μην τα απλοποιούμε όμως όλα. Ας μην κλείνουμε περάσματα, που σε τελική ανάλυση μπορούν να βρεθούν. Αυτό που χάθηκε είναι μάλλον η αξία της αμφισβήτησης και επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό που έχει εκλείψει, είναι η λαχτάρα της συλλογικότητας, η επιθυμία να βρεθούν μαζί επιτόπου οι άνθρωποι και να μην περιορίζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις νέες δυνατότητες που προσφέρουν με την κάθε αναβάθμιση των εφαρμογών τους τα κάθε λογής smart phones και τάμπλετ μέσω μιας fake, σε τελική ανάλυση, συνδεσιμότητας ή προσβασιμότητας.  

Ακόμα και αυτό όμως μπορεί να αλλάξει. Όχι επειδή θα βρεθεί κάτι καινούργιο που θα λανσαριστεί κατάλληλα από τη διαφημιστική βιομηχανία, μειώνοντας περαιτέρω την απόσταση και τον χρόνο (γιατί να ξαναθελήσει άραγε να πέσει κάποιος και πάλι στην παγίδα;), αλλά επειδή οι άνθρωποι θα αποφασίσουν να μην τρέχουν πλέον να τον προλάβουν.

Όταν το ταξίδι δεν θα γοητεύει για την ταχύτητά του αλλά για τη δυνατότητα ήρεμης απόλαυσης των εικόνων που δεν θα εναλλάσσονται με τέτοιο τρόπο ώστε να συνεχίσει ο καθένας να απαντά στημένα πώς «τρέχει όλη μέρα», χωρίς στόχο και σκοπό. Και αυτό μόνο οι νέοι μπορούν να το πετύχουν. Αυτοί και μόνο αυτοί.