Ο ωραίος τρελός, ο Μπαγούρδας!

Είναι χορτάτος ο Μπαγούρδας, κι από γέλια, κι από τρέλες, κι από ζωή γεμάτη, όσο τρεις ζωές. Κι είναι πολύ νέος να ζήσει κι άλλα, αυτός ο ωραίος τρελός που δηλώνει Ρόδιος, που ήταν σωματοφύλακας, και νταλικιέρης, και πορτιέρης, και ο πιο in χωρίς να είναι δήθεν και τάχα μου.

Με 30 χρόνια στη νύχτα- λίγο το μαλλί του χάλασε- και 34 στη μέρα της τράπεζας όπου δουλεύει μέχρι σήμερα ο Γιάννης Μπαγούρδας, λέει τα ελάχιστα από αυτά που έζησε χωρίς να γίνεται παρλαπίπας κι ενώ τσαλακώνεται και ξανασηκώνεται όρθιος.

Λίγο πριν φύγει για την Ολλανδία για να επισκεφτεί τις κόρες του μιλάει για μια ζωή που άλλοι θα πουν ότι είναι τυχοδιώκτη, κι άλλοι ανθρώπου που τόλμησε. Πολύ ψηλός, χωρίς μαλλιά, να τον χαιρετούν όλοι από μακριά και να ανταποδίδει με ατάκα για όλους, αυτός ο τύπος που διαβάζει Ίψεν, που ξέρει ιστορία, που δεν συναντάς σχεδόν ποτέ!

Αθήνα γεννηθήκατε, Κολωνάκι μεγαλώσατε ανάμεσα στα φουστάνια της Αλίκης και της Λαμπέτη! Ωραία παιδικά χρόνια!
Αθήνα, Κολωνάκι. Αλωπεκής 41, ο δρόμος του Ευαγγελισμού απ’ όπου περνάνε τ’ ασθενοφόρα. Από την πολλή τη σειρήνα αποτρελάθηκα τελείως. Η μητέρα μου ήταν μοδίστρα, έραβε τις ηθοποιούς, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Ξένια Καλογεροπούλου, τη Μαίρη Χρονοπούλου, την Κατερίνα Βασιλάκου, την Έλλη Λαμπέτη. Δεινοπάθησαν μαζί μου. Ήμουν πολύ ζωηρός μ’ άρεσε και το γυναικείο φύλο από μικρός, χαλούσα τις πρόβες.

Όλες τους έρχονταν με τους άντρες ή τους συνοδούς τους, εγώ ήμουνα γύρω στα δέκα κι έκανα τέτοια πράγματα που με πήγαιναν βόλτα στην πλατεία Κολωνακίου, στο ζαχαροπλαστείο «Λυκόβρυση» να με ταΐσουν πάστα, για να γίνει η πρόβα. Το 1974 που ο Φαίδωνας Γεωργίτσης ήταν παντρεμένος με την Μπέτυ Αρβανίτη, ερχόταν μαζί της και μ’ έπαιρνε μ’ έβαζε στο Alfa Romeo Spider, το πρώτο τότε στην Ελλάδα, και με πήγαινε βόλτα. Τρελαινόμουνα εγώ. Θυμάμαι την Αλίκη που έλεγε «Μάγδα, πάρε το Γιάννη από ‘δω γιατί μου κατεβάζει το φόρεμα». Αυτά τα έκανα σ’ όλες, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, τότε στα 7 με 10 μου.

Εκρηκτικός, από μικρός!
Η μητέρα μου ήταν πολύ απλή γυναίκα. Η αδελφή μου είχε μοιάσει στη μάνα μας, εγώ στον πατέρα μας. Με τον πατέρα μου δεν μας λες και ψώνια, αλλά δεν μπορούμε και την πολλή ταπεινότητα. Ήμασταν φασαριόζικοι τύποι, πλήρης αυθορμητισμός. Της μάνας μου ήτανε πελάτισσά της η Έλλη Λαμπέτη, της έδινε προσκλήσεις για το Εθνικό Θέατρο και μια φορά κάθισε μπροστά, δεξιά-αριστερά κάθονταν οι χάι κλας, οι σουρλουλούδες και ανοίγουν το πρόγραμμα, διαβάζουν «κοστούμια Μαγδαληνή Μπαγούρδα» και λένε, «ποια είναι αυτή πώς μας ξέφυγε, κι έχουμε χαλάσει τόσα χρήματα...»... Κι η μάνα μου δεν γύρισε να πει: «εγώ είμαι...»! Αυτό κράτησε μέχρι το 1979. Μετά πήγαμε σύνορα Μαρούσι- Κηφισιά, άλλαξε η πελατεία και έραβε πια τις πάρα πολύ φανατικές φίλες της, της περιοχής. 

Γιατί αλλάξατε τόσα πολλά σχολεία, και πώς παρόλα αυτά γινόσασταν και πρόεδρος της τάξης;
Άλλαξα 12 σχολεία, έχω παγκόσμιο απόλυτο ρεκόρ, κάθε χρόνο κι άλλο. Ήμουνα πάρα πολύ ζωηρός. Τα γκρέμιζα στην τάξη, με διώχνανε και πήγαινα σ’ άλλο σχολείο. Από τον πατέρα μου πήρα την τρέλα, την καλή μνήμη, το χιούμορ. Μόνο που εκείνος έτρωγε αργά σαν τους Γάλλους, κι εγώ έτρωγα και με τα χέρια από τη γρηγοράδα. Πρόεδρος, έβγαινα κάθε χρονιά. Πήγαινα την τάξη εκδρομή και με βροχή. Έλεγα στους καθηγητές: «Ή μας πάτε ή το γκρεμίζουμε...»!

Περνούσα τις τάξεις απλά. Δεν γινόταν να μου πεις «διάβασε αυτό...», γιατί τότε διάβαζα το άλλο. Στην πορεία της ζωής μου διάβασα πάρα πολλά βιβλία, αλλά αυτά που μ’ ενδιέφεραν εμένα. Στο Μαρούσι είχα καθηγητή τον Σαράντο Καργάκο, κι ήμουνα καλός, έγραφα καλή έκθεση, κι ήμουν καλός και στην ιστορία κι αυτό οφείλεται σ’ εκείνον. Είναι αυτός που μου μετέδωσε τη φλόγα της μάθησης, το ενδιαφέρον για διάβασμα.

 

Με τις κόρες του, τις μικρές Ολλανδέζες
Με τις κόρες του, τις μικρές Ολλανδέζες


Τι θέλατε να γίνετε, δεν νομίζω σωματοφύλακας από την αρχή!
Μ΄ άρεσε πολύ η δικηγορία! Πάω με τον πατέρα μου το 1982 Θεσσαλονίκη, να δώσω εξετάσεις για δικηγόρος του Στρατού (ΣΣΑΣ). Δηλαδή πήγαν δυό τρελοί Θεσσαλονίκη. Ενώ είχα προετοιμαστεί καλά, γιατί το ήθελα, σκάω μέσα στο αμφιθέατρο του Αριστοτελείου όπου είχε 200 τόσους υποψηφίους, κρατώντας τα παράνομα τότε βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου: «To εγχειρίδιο του καλού κλέφτη». «Τούρκικος καιρός εν Ελλάδι», «Τα καλιαρντά» και το «Μπουρδέλο» που ήταν το πιο γνωστό τότε. Βλέποντάς με, μ’ αυτά τα βιβλία, μου τα παίρνουν αμέσως πριν καν κάτσω. Επειδή τους τα «φυλάω», βρίσκω αφορμή ότι κάνει υπερβολική ζέστη, και ξεσηκώνω την αίθουσα ότι δεν είναι συνθήκες αυτές για να δώσουμε εξετάσεις. Οι εξεταστές οι οποίοι ήταν αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού, φωνάξανε τη Στρατονομία, με βγάζει έξω, κι έτσι άδοξα τελείωσε το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη και το όνειρο της δικηγορίας! Γύρισα και δούλεψα για ένα χρόνο σε θυγατρική του Βαρδινογιάννη. Τον Δεκέμβρη του 1983 πήγα Στρατό.

Κι εκεί ξεκίνησαν όλα!
 Στις Ειδικές Δυνάμεις. Ανδραγαθήματα, τρέλες, φάρσες πολλές, έτρωγα φυλακές, έτρωγα κρατήσεις πάρα πολλές, αλλά έμειναν οι αναμνήσεις. Μέχρι το 1985 είχα πάει και στα αλεξίπτωτα ως λοχίας, έχω 15 άλματα. Προς το τέλος πήγα στον Αντώνη Δροσογιάννη, Αναπληρωτή Υπουργό Εθνικής Άμυνας με υπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου, κι αυτό γιατί ο υπουργός ως στρατηγός που υπήρξε είχε μόνο κομάντα για σωματοφύλακές του.

Στην πάντα, στην πάντα περνάνε τα κομάντα δηλαδή!
Με τον υπουργό τι κορυφαίο έχω κάνει. Το 1984 στις φωτιές του καλοκαιριού, ο Νίκος Κουρής, αρχηγός ΓΕΕΘΑ τότε έδωσε εντολή ενώ βρισκόμασταν στο Πεντάγωνο να ξεκινήσουμε επειγόντως για τη Βουλή. Είναι να φύγει ο υπουργός για τη Βουλή επειγόντως, με το συνήθη τρόπο. Μπροστά η Μερσεντές με τον υπουργό, πίσω εμείς με το συνοδευτικό. Χάνω εγώ το συνοδευτικό! Ήμουν τουαλέτα, χάζευα, πάντως δεν άκουσα ότι φεύγουμε. Βγαίνω έξω στην πύλη του Πενταγώνου, στη Μεσογείου με το αυτόματο και το πιστόλι, στέκομαι στη μέση του δρόμου και  σταματάω ταξί.

Λέω στον ταξιτζή: «ακολούθα το συνοδευτικό που ακολουθεί το Υπουργικό...». Σαν τώρα το θυμάμαι αυτό. Οπότε είναι μπροστά η Μερσεντές του Δροσογιάννη με τις πέντε κεραίες, το μόνο αυτοκίνητο υπουργού με πέντε κεραίες και  περνάει η Μερσεντές με κόκκινο, ακολουθεί το συνοδευτικό με κόκκινο, κι ακολουθεί το ταξί με κόκκινο! Κι έτσι φτάσαμε σε χρόνο ρεκόρ στη Βουλή. Λέω στον ταξιτζή «τι σου χρωστάω, αδελφέ μου...», λέει «Μου χρωστάς; Εγώ σου χρωστάω, θα το λέω και στα εγγόνια μου...».

Κι άλλα κάνατε...
Του Στρατού δεν θα τελειώσουμε ούτε μεθαύριο. Σε άσκηση της 1ης Μοίρας Αλεξιπτωτιστών, φεύγουμε με τις βάρκες από την ακτή Νέας Μάκρης για να κάνουμε επιβίβαση σε σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού. Ο λοχαγός, ο πασίγνωστος Βασίλης Γκιόκας, δίνει εντολή στις βάρκες να κάνουνε μέσα στη θάλασσα ένα τετράγωνο και μου λέει: «Μπαγούρδα, σε διατάζω να κάνεις τη μικρή Τερέζα»!  Εγώ την έκανα τη «μικρή Τερέζα», αλλά εκεί; Μου ήρθε ξαφνικό! Του λέω, «λοχαγέ μου, θα περάσουμε στρατοδικείο»! Μου λέει, «εγώ είμαι εδώ...»!

Κι αρχίζω να πατάω από βάρκα σε βάρκα και να τραγουδάω τη μικρή Τερέζα:  «Μια κατσαριδούλα, η μικρή Τερέζα, πάτησε στο Teza και τέζα, πήγαν οι δικοί της να πάρουν την Τερέζα, μα πάτησαν στο Τeza και τέζα»,  βγάζοντας ταυτόχρονα τα ρούχα μου και στο τελευταίο «και τέζα»  έπρεπε να τα έχω βγάλει όλα. Γιατί ή κάνουμε σόου ή δεν κάνουμε! Στο τέλος, έπεσα και βούτηξα κι εγώ γυμνός. Φανταστείτε την έκπληξη των επιτελείων που περίμεναν στην ακτή και κάνανε σήματα για την καθυστέρηση η οποία δεν καταλάβαιναν από τι προέρχεται. Οι δε αξιωματικοί από τα πλοία πάνω όντας πιο κοντά στις βάρκες, είχανε λυθεί στα γέλια. Η άσκηση καθυστέρησε 10 λεπτά, όσο κράτησε το σόου και να ξαναστηθούν οι βάρκες για να  ξεκινήσουμε.

Είστε ανεξάντλητος λένε, δεν επαναλαμβάνεστε, αυτή είναι η επιτυχία σας!
Κάθε μέρα είναι διαφορετική ή την κερδίζουμε ή τη χάνουμε. Εγώ δεν είμαι των μεσαίων καταστάσεων ή όλα ή τίποτα. Είμαι πολύ σοβαρός μέσα μου, στη σχέση με τις κόρες μου, με την πρώην γυναίκα μου, τους φίλους μου, τους συναδέλφους μου, αλλά τρελός έως προκλητικός στις εξωτερικές μου αντιδράσεις. Τα μεσαία με λιμνάζουνε.

Ήμουνα τυχερός που έζησα στην Αθήνα έντονες καταστάσεις που με στιγμάτισαν και με διαμόρφωσαν ως άτομο όπως τότε το 1973 όταν η μάνα μου έφευγε συχνά για το Παρίσι για να φέρει πατρόν για τη δουλειά της, κι ο πατέρας μου με πήγαινε καθημερινά στο Πολυτεχνείο, τις μέρες της εξέγερσης από τις οποίες μέρες έχω τραυματικές εμπειρίες.

Ή όπως τον Φεβρουάριο του 1981 που στη Θύρα 7 με τους 21 νεκρούς στο 6-0 με την ΑΕΚ ήμασταν οι πρώτοι τυχεροί, οι 20-30 που βγήκαμε έξω από τη Θύρα και μετά από εμάς είχε φρακάρει η Θύρα, με αποτέλεσμα το θάνατο τόσων φιλάθλων εκ των οποίων τρεις-τέσσερις νεκρούς μετέφερα κι εγώ ενώ έναν τον έχασα μέσα στα χέρια μου. Τις περισσότερές μου αναμνήσεις τις οφείλω όμως στο ότι όταν ήμουνα μικρός, έκανα παρέα με πολύ μεγαλύτερους που μ’ έκαναν να γίνω αντιφατική προσωπικότητα. Να είμαι ρεαλιστής, αλλά και συναισθηματικός, να συγκινούμαι πολύ εύκολα, αλλά και να είμαι πέτρα εκεί που θέλω και να μη με κουνάει τίποτα.
 

Με τον Βαγγέλη Πάχο (δεξιά) στη LA SCALA
Με τον Βαγγέλη Πάχο (δεξιά) στη LA SCALA


Μεγάλη ιστορία έχετε διαγράψει και στη νύχτα, στα καλύτερα μαγαζιά της Αθήνας, της Μυκόνου, της Ρόδου κι αλλού όπου διασκεδάσατε αλλά και δουλέψατε!
Είναι οι αναμνήσεις μου εξωπραγματικές. Πήγαινα Bora-Bora, Αυτοκίνηση, Εργοστάσιο, Disco 14, 1,90 ήμουνα, ο πιο κοντός της παρέας και ο πιο άσχημος από τους φίλους που βγαίναμε που ήταν αρχαίοι θεοί, όλοι. Αγαπούσαν όμως την αυθεντική μου τρέλα. Δεν υπήρξα άτιμος άντρας, δεν χρωστούσα σε κανέναν, δεν δάγκωσα κανέναν, δεν δανείστηκα, δεν έδωσα λαβές και είμαι δοτικός με τους ανθρώπους που αγαπάω.
 
Με τις γυναίκες πώς είστε, μου είπαν ότι έχετε κι εκεί… μεγάλες ιστορίες! 
Για εμένα η γυναίκα για να με συγκινήσει τώρα πια έτσι όπως έχω ζήσει και μετά τους έρωτες που είχα πρέπει να έχει επίπεδο, ψυχικό υπόβαθρο, ταμπεραμέντο, γρήγορη αντίληψη και αξιακό σύστημα. Γιατί πρέπει να μιλάμε κιόλας, να επικοινωνούμε, μόνο έρωτα θα κάνουμε; Λόγω των εμπειριών μου είμαι σίγουρος ότι είναι δύσκολο να τη βρω και να με βρει. Είναι πολύ υψηλά τα στάνταρντ μου, Έχω περάσει καταπληκτικά με γυναίκες που ήμουν, σπανίζουν όμως αυτές. Πάντοτε κατά την ταπεινή μου γνώμη.

Στη Ρόδο πότε εγκατασταθήκατε;
Πρώτη χρονιά το 1988, δούλευα τότε στην Ιονική Τράπεζα και ήρθα με απόσπαση. Ήρθα ως ασφάλεια συναλλάγματος, με πιστόλι. Παράλληλα δούλευα πορτιέρης στο La Scala με το Βαγγέλη Πάχο και το συγχωρεμένο Στηβ Ηλιάδη. Πριν τη Ρόδο ήμουνα στο Rementzo στη Μύκονο, στο Bora Bora στην Κέρκυρα, στον Σκορπιό στην Ίο, στο Kailua στην Κω. Γράψαμε ιστορία. Το Νοέμβρη του 1988 τελειώνει η απόσπαση για Ρόδο. 

Σωματοφύλακας του Γιάννου Παπαντωνίου πότε γίνατε;
Το 1989 πήγα με απόσπαση στο Υπουργείο Εμπορίου ως σωματοφύλακας του Γιάννου. Και μετά απ’ αυτό πάλι ήρθα δύο μήνες δουλεύοντας στο La Scala. Το 1990 παίρνω μετάθεση από την τράπεζα για τη Ρόδο, κι από τότε συνεχίζω τη νύχτα στα μαγαζιά των αδελφών Ραπτάκη και παραιτούμαι από την τράπεζα το 1992 για να πάω Ολλανδία. Είχα ζητήσει άνευ αποδοχών άδεια δεν μου την δώσανε και δήλωσα παραίτηση για να πάω να βρω τη γυναίκα μου και τις δύο κόρες μου. 

Εκεί είναι που γίνατε νταλικέρης;
Γράφω χρυσή σελίδα ως νταλικέρης. Ήμουνα σε εταιρεία ελληνικών συμφερόντων τροφοδοσίας πλοίων και γύριζα όλη την Ευρώπη με νταλίκα. Πέρασα καταπληκτικά. Ενάμιση χρόνο οδηγούσα σ’ όλη την Ευρώπη, αλλά δεν άντεχα τη μουντάδα και τη συννεφιά. Γίνεται επιστροφή του μετανάστη Στέλιου Καζαντζίδη στην Αθήνα όπου πήγα να δουλέψω στο κορυφαίο μαγαζί όλων τότε στο «Αίγλη Prive»  του Ζαππείου ως υπεύθυνος. Ήταν του Ραπτάκη. Ο Μίνως Κυριακού όταν ερχόταν εκεί καθόταν σε σκαμπό. Κι εφοπλιστές, πολιτικοί, πρεσβευτές… Το καλοκαίρι του 1994 δούλεψα στο «Ακρωτήρι Prive», αλλά βαριόμουνα δεν μ’ άρεσε η Αθήνα και κατεβαίνω στη Ρόδο ως εποχικός δασοκομάντο.
 

Στις ηρωικές εποχές της LA SCALA
Στις ηρωικές εποχές της LA SCALA


Εποχικός δασοκομάντο μετά από αυτή τη ζωή;
Ήμουν επαγγελματίας οδηγός και ο μόνος μη μόνιμος οδηγός σε αυτοκίνητο άμεσης επέμβασης του Δασαρχείου. Το καλοκαίρι στον Ραπτάκη, Amazon, La Scala. To 1994 γυρνάω Αθήνα και πηγαίνω οδηγός-σωματοφύλακας στον επιχειρηματία Δημήτρη Θεοδωρόπουλο. Την 1η Μαρτίου 1995 προσλαμβάνομαι στην Εμπορική Τράπεζα. Αυτά δεν έχουν σχέση με εγωισμό, με ωραιοπάθεια, σου λέω την ιστορία όπως έγινε και πιο πολύ για τους φίλους και για κοινές μας αναμνήσεις, σεβόμενος πάντα τον κόσμο που έχει προβλήματα οικονομικά και άλλα.

Δεν θέλω να προκαλέσω κανέναν. Άλλοι έχουν ως εφόδιο τη φορολογική τους δήλωση και το Ε9 τους, εμείς τις αναμνήσεις μας. Γράφουμε τα πιο λάιτ. Στη Ρόδο μόνιμα ήρθα το 2001. Taj Mahal, Desnuda, Angel, Dome, και Paradiso όπου εκεί Κυριακή του Πάσχα το 2011 λιποθυμώ από υπερκόπωση, αφού το πρωί δούλευα κανονικά στην τράπεζα. Σταματώ τη νύχτα. Τώρα πια δεν με συγκινεί γιατί την έζησα πάρα πολύ έντονα, την έζησα στα καλύτερά της και τώρα δεν είναι στα καλύτερά της. Τόσα χρόνια νύχτα όμως ούτε αυτόφωρο, ούτε ρουφιάνος.

Πού έχετε καταλήξει τελικά σ’ αυτή τη ζωή;
 Με 34 χρόνια στην τράπεζα όπου συνεχίζω να εργάζομαι και 30 χρόνια στη νύχτα, τελικά έχω καταλήξει ότι μισώ την υποκρισία, την αχαριστία και θέλω η γενική ευχή να είναι «καλή υγεία» για όλους και να υπάρχουν αληθινές ανθρώπινες σχέσεις και όχι οι σχέσεις του internet και του Facebook. Το νησί πάσχει από παιδεία και από μόρφωση. Μια πλειοψηφία των νέων δεν διαβάζει βιβλία, δεν βλέπει καλό κινηματογράφο, δεν γνωρίζει την ιστορία μας.

Οπότε παραμένουμε κενοί άνθρωποι, χωρίς ουσία, με άναρθρες κραυγές, μιμητισμό και παρακμιακές συμπεριφορές. Έχει χαθεί ο αυθορμητισμός και ο ρομαντισμός, κι αυτό γιατί ο άντρας η πρώτη του σκέψη είναι το σεξ και της γυναίκας η πρώτη σκέψη είναι ο μόνιμος δεσμός. Άρα χάνεται η μαγεία των κινήσεων, των βλεμμάτων, των αγγιγμάτων. Υπάρχει βιάση και από τις δυό πλευρές. Εγώ δεν αισθάνομαι Ροδίτης, Ρόδιος αισθάνομαι. Είναι ένα μέρος παραδεισένιο η Ρόδος που πάσχει στον ανθρώπινο παράγοντα όπως κι άλλα μέρη της Ελλάδας.

Ένα τέτοιο χαρακτήρα πώς τον διαμορφώσατε τελικά, σπάνιο!
Από μικρός ο φίλος μου ο Αλέκος έλεγε «μην του μιλάτε αυτουνού, πήρε φως στη γέννα...»... Είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτά που έχω περάσει και τη μέρα και τη νύχτα, είτε με πελάτες, είτε με συναδέλφους. Μεγάλο πράγμα να είσαι γεμάτος. Κι έχουνε την αγάπη μου, και τον σεβασμό μου, τους είμαι ευγνώμων.