Το επάγγελμα και το marketing της πολιτικής

Περιμένει ο κόσμος τις προεκλογικές παροχές μέσα στην απογοήτευσή του για την κατάσταση που έχει περιέλθει εδώ και τόσα πολλά χρόνια.

Οι συνταξιούχοι εξακολουθούν να συντηρούν ολόκληρες οικογένειες, η ανεργία πλήττει τα νεότερα ζευγάρια που δεν κάνουν πλέον παιδιά γιατί δεν μπορούν να τα θρέψουν και όλα αυτά τη  στιγμή που το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα διογκώνεται, με προεξάρχουσα την υπογεννητικότητα αλλά και τη μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό.

Είναι περίεργο αλλά στην Ελλάδα κάποιοι πολιτικοί επιμένουν ακόμη να φανφαρίζουν περί «ανάδυσης της χώρας από τις στάχτες» και δυνατότητα οικονομικής ανόδου, αφού προηγουμένως σχεδόν από το ξεκίνημα της κρίσης τα κόμματα εξουσίας υπόσχονταν ανενδοίαστα σύντομη  επιστροφή στις αγορές και σταδιακή ομαλοποίηση των οικονομικών δεικτών.

Αυτού του είδους το σατανικό παιχνίδι επηρεάζει βέβαια κάποιους πολίτες, η πλειονότητα όμως δεν φαίνεται να μην το πιστεύει. Παρόλα αυτά ο κόσμος - όπως προείπα - περιμένει την παροχολογία της κυβέρνησης κρεμόμενος στην κυριολεξία από τα διαγγέλματα Τσίπρα, την ίδια στιγμή που οι υποσχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη - παρόλο που είναι πενιχρές – τους κάνουν να ελπίζουν πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

Εδώ είναι όμως το κλειδί της όλης υπόθεσης: Για μια ακόμα φορά τα κόμματα πετυχαίνουν να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο στο όνομα μιας αόριστης υποσχετικής ανάπτυξης που είτε θεωρούν πως έχει ήδη επιτευχθεί, είτε διαδίδουν πως με κάποια σοφίσματα και λειψά προγράμματα μπορούν να την πετύχουν. Το κλειδί της υπόθεσης, με λίγα λόγια, είναι το πόσο επαγγελματικά κάνουν τη δουλειά τους τα κομματικά επιτελεία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Αλήθεια, γιατί να περιμένει κανείς παροχές τις οποίες δικαιούται εδώ και πολλά χρόνια;
Γιατί να αναμένει την εξαγγελία της επιστροφής χρημάτων, όταν με την εφαρμογή της πιο σκληρής λιτότητας που έλαβε χώρα τα τελευταία χρόνια εκλάπησαν στην κυριολεξία από την τσέπη τους;

Όλα αυτά που τάζουν τα κόμματα στους πολίτες δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος από όλα όσα τους ανήκουν δικαιωματικά. Τα συνεχή μέτρα λιτότητας που διέλυσαν τον κοινωνικο-οικονομικό ιστό, έχουν δημιουργήσει μια ασύλληπτη κατάσταση στα νοικοκυριά.  Αυτό βέβαια το παραδέχονται τα κόμματα καθώς δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Για τον λόγο αυτό και ρυθμίσεις εξακολουθούν να γίνονται και μέτρα για την καταπολέμηση της φτωχοποίησης ολοένα και συχνότερα μονοπωλούν την επικαιρότητα, και όλα αυτά για να διαφανεί προς τα έξω πως οι μνημονιακές κυβερνήσεις δεν ξεχνούν τους πολίτες ακόμα και στις πιο δύσκολές τους στιγμές.

Τι ειρωνία άραγε και αυτή... Πρώτα σπρώχνουν στον γκρεμό τη χώρα και έπειτα ομολογούν πως πρέπει το κακό να χτυπηθεί στη ρίζα του.

Η απορία μου είναι για ποιο κακό μιλούν περισσότερο, γι’ αυτό που προκάλεσαν τα εννέα αυτά χρόνια ή την υποκρισία που μοίρασαν αφειδώς ότι τάχα τα μνημόνια ήταν μονόδρομος;

Κάποτε ο ιστορικός του μέλλοντος θα καταγράψει την κοροϊδία σε όλες της τις διαστάσεις. Κάποτε τα βιβλία θα γράψουν για τις επιεικώς αστειότητες που ακούμε όλα αυτά τα χρόνια πως άλλοι ευθύνονται για τα δεινά του τόπου. Αυτή η μετάθεση και ο καταλογισμός ευθυνών σε άλλους, η υπόδειξη συγκεκριμένων μέτρων για το ξεπέρασμα της κρίσης αλλά και οι κορωνίδες επιχειρημάτων πως δήθεν κάποιο «αόρατο χέρι» ευθύνεται για την οικονομική παρωδία και όχι η ανεξέλεγκτη διακυβέρνηση της χώρας εδώ και τόσα πολλά χρόνια, δεν είναι παρά το κερασάκι στην  τούρτα που προκαλεί δικαίως την οργή στις τάξεις των πολιτών.

Βέβαια πολλοί από αυτούς αναμένουν με αγωνία την επιστροφή μέρους των κλοπιμαίων, την ίδια στιγμή που με τις ρυθμίσεις όχι μόνο δεν μειώθηκαν τα χρέη παρά κατατμήθηκαν δεόντως και οι τράπεζες εξακολουθούν να καταγράφουν κερδοφορία από τους τόκους και τις προμήθειες.

Δυστυχώς, με το να υιοθετείται η λογική του «ό,τι πάρεις καλό είναι» δεν καθομολογείται απλώς μια ακόμα ήττα αλλά νομιμοποιείται με τη βούλα μια ακόμα εξαπάτηση. Και το θέμα είναι ότι όλα αυτά γίνονται εξαιτίας μιας βαθιάς απογοήτευσης και όχι θυμού που έχει προκαταλάβει τους πολίτες.

Γιατί αν πράγματι ήταν θυμωμένοι, δεν θα κατέφευγαν σε άλλα κόμματα στις δημοσκοπήσεις, υπηρετώντας τη λογική του παραλόγου ότι πάντα κάποιο κόμμα πρέπει να κυβερνά και όχι αυτοί που ούτε στην θέσπιση νόμων συμμετέχουν ούτε στη διακυβέρνηση της χώρας, έχοντας παραχωρήσει το δικαίωμα αυτό στους επαγγελματίες πολιτικούς, οι οποίοι τυγχάνουν πάντα του ανάλογου marketing.