Λεξιστορείν: Τον τσαλαπάτησε!

Το ρήμα τσαλαπατώ έχει τη σημασία «ποδοπατώ κάτι με βίαιο τρόπο και το καταστρέφω» αλλά και μεταφορικά «καταστρέφω κάποιον ηθικά, τον ξευτιλίζω».

 Πρόκειται για σύνθετη λέξη με β’ συνθετικό το ρήμα πατώ ενώ ως α’ συνθετικό έχει προταθεί είτε η λέξη «έξαλλα» είτε η λέξη «άτσαλα».