Τo xελινοδόπτερο

Γράφει η  Ρένα Στεφανάκη
Φιλόλογος

Όποιος δε χωράει στα ρούχα του βγάζει φτερά. Γκρι ως παιδί, καστανά πιο μετά και στην ενήλικη φάση λευκά. Με πλουμίδια αίματος στην ουρά από τη μάχη με το ανθρώπινο είδος.


ΦΛΑΜΙΝΓΚΟ

Φοινικόσχημα ράμφη, χρωμοσύνθεση ρέμβης και υφή μεταξωτή. Κάτι ανάμεσα σε μετάξι και σε άμμο απαλή από την έρημο Σαχάρα. Μια υποψία άλικου στο βάθος του πεδίου κι οι Αλυκές της Κω, Κυριακή πρωί, στον αστερισμό των ρόδων. Τόσο σπάταλη η φύση στους έρωτές της.

Τα τηλεσκόπια στήσανε κανόνια αγάπης στο παρατηρητήριο. Εκπυρσοκρότησαν τα μάτια κατά ζευγάρια. Μία, δυο, τρεις... μέχρι εξαντλήσεως αφής. Ψηλάφησαν πόδια, φτερά και ράμφη. Φλαμίνγκο. Η ομορφιά τους ορθόδοξη, καθολική και καθηλωτική. Κόσμος πολύς γύρω απ’ αυτά τα κάλλη. Τηρουμένων των αποστάσεων πάντα. Ρηχά τα νερά, το αίσθημα όμως βαθύ. Πιο αναμενόμενο από την αλμύρα της θάλασσας. Πιο επαναστατικό κι από την καταιγίδα.

Κόσμος πολύς. Άντρες, γυναίκες, παιδιά. Κάπου εκεί κι  η Λήδα με το αυγό της αναστημένη από τα ψηφιδωτά της Πάφου. Τα Φλαμίνγκο γεννάνε ένα αυγό και ταΐζουν το νεοσσό τους κόκκινο γάλα. Η Λήδα ήταν εκεί με το αυγό της χωρίς  κύκνο, χωρίς Δία, χωρίς κουστωδία. Μέσα σε μια αφαίρεση που ό,τι της περίσσευε ήταν η αρμονία. Οι ακτίνες του ήλιου φλογερό σαξόφωνο και η προσδοκία μαράζι για την υποψήφια μάνα, που όλο γίνεται κι όλο πολύ απέχει. Πάντα υποψήφια, ποτέ βραβευμένη. Είναι μια τιμή κι αυτή, δε λέω.

Η Λήδα μάζεψε τα φτερά της. Κόσμος πολύς... Βάλθηκε να παρατηρεί. Όχι το Γολγοθά της. Το ξεφάντωμα της ομορφιάς, τις ταπεινές συνήθειες, την αναζήτηση τροφής και το φιλτράρισμά της. Έχουνε δίχτυ μέσα στο ράμφος αυτά τα πτηνά. Κάπως έτσι ξεδιαλέγουν την τροφή τους. Κάπως έτσι μία μία  φτάνουν κι οι λέξεις στα χείλη.

Η κουβέντα άναψε και τα παιδιά με τα κιάλια και τους φακούς στις μηχανές τους μεγέθυναν το θαύμα με το ταλέντο τους ανεξάντλητο στην υπερβολή. Παλάτια φτιάχτηκαν και κατέρρευσαν ασκαρδαμυκτί. Πόσο κρατάει αυτό, αλήθεια; Γέλια πολλά, υφάλμυρα γέλια στην Αλυκή. Γέλια πολλά που καταλήξανε σε κλάματα. Κι ο τελευταίος δεν έκλεισε την πόρτα. Ήθελε να τον βλέπουνε κι οι άλλοι.

Η Λήδα άκουσε τις φωνούλες των παιδιών. Τα φλαμίνγκο που αιχμαλωτίζονται και δεν έχουνε μικρά, όταν ακούν τσιρίδες νεοσσών παράγουν  κόκκινο γάλα. Οι νεοσσοί όμως δέχονται την τροφή μόνο από τους γονείς τους. Η Λήδα άκουσε τις τσιρίδες. Και έτσι όπως ζούσε στην αιχμαλωσία, γιατί και το ανεκπλήρωτο σε δένει μ’ αλυσίδες, γύρισε στο σπίτι της μ’ ένα ποτήρι γάλα. Είχε εξασφαλίσει το βραδινό της.