Το χελιδονόπτερο: Παγόνι ο χρόνος

Γράφει η Ρένα Στεφανάκη
Φιλόλογος


Συγκεντρώθηκαν και πάλι τα πουλιά. Το παγόνι κατέβηκε τα σκαλοπάτια με εμφάνιση οσκαρική, όπως πάντα. Ως εστεμμένο είχε ένα κύρος παραπάνω στις τελετές και στις απονομές χαράς και λύπης. Πένθιμη ήταν η ατμόσφαιρα απόψε.

Στις πρώτες θέσεις καθόταν ο σπίνος με τα λευκά του γαλόνια και παραδίπλα, στους επισήμους πάντα, οι βασιλίσκοι. Είχαν κι αυτοί περάσει από καλλιστεία και οι τίτλοι τους τιμητικά κοσμούσαν τα λοφία. Η πάπια καθυστέρησε ….την νησσαν εποιείτο, ως συνήθως.

Και το καναρινάκι, που έστειλε σε όλους τις προσκλήσεις με τη λαγαρή φωνή του, τώρα ήταν σιωπηλό. Πλησίαζαν οι διακοπές του Πάσχα και κάποιοι θα φευγαν, για να ξαναγυρίσουν, ενδεχομένως….
Έτσι κι αλλιώς όλα επιστρέφουν κι επιστρέφονται στο τέλος. Και τα πουλιά και οι αναμνήσεις σαν πουλιά και η ζωή η ίδια.

Όταν φεύγεις από έναν τόπο, μην γυρίσεις να τον κοιτάξεις. Δεν ξεριζώνονται τα δέντρα ούτε η θάλασσα μπαίνει μες το ποτήρι. Οι νεκροί σου, εξάλλου, είναι εν ζωη. Τους κουβαλάς στις φλέβες σου, αγγίζεις τις χορδές τους. Σε σκοπούς τραγουδιών συναντιέστε ακόμη. Τους φέρνει η κιθάρα κάτι απομεσήμερα και τα γελαστά τους πρόσωπα λάμπουν στο φως των ήχων. Τους φέρνει και το ακορντεόν, έτσι νωχελικά καθώς ανοίγει την αυλαία. Ενίοτε έρχονται με τα κύματα, στων δελφινιών τους τη σέλα ιππείς. Παγώνει ο χρόνος.

Παγόνι ο χρόνος αρσενικό που ερωτοτροπεί κι ανοίγει τα χαρτιά του .Ένα άλλο είδος τράπουλας τα λάβρα του τα μάτια. Πόσα να  ‘ναι άραγε, έτσι καθώς σαλεύουν; Πόσα έχουν δει και πόσα ακόμη σου γυρεύουν; Σ΄αυτό το μέτρημα μην μπεις, αν δεν αντέχεις  να αλωθείς και στρατούς αναρίθμητους να χάσεις. Του χρόνου την ερυθρά θάλασσα αβρόχοις ποσί δεν θα περάσεις.

Όταν αφήνεις έναν τόπο, μην περιβλέψεις οπίσω σου. Η σύζυγος του Λωτ, η Ιουδήθ, δεν τιμωρήθηκε για ανυπακοή. Δεν κρίθηκε αμαρτωλή γιατί παρέβη εντολή. Δεν είναι αυτή η απάντηση στο γρίφο. Τα Σόδομα αγάπησε με πάθος χαρτοπαίκτη και τη ζωή της έπαιξε κορώνα γράμμα. Δεν ήταν απειθής αλλά ηδυπαθής. Όχι, η ανυπακοή δεν ήταν η αιτία. Η τρυφηλότητα ήταν και η ακολασία. Ο  Λαοκόων πάλι εκτίει την ποινή του στην ίδια στάση της οδύνης  χρόνια τώρα. Άγαλμα έγινε κι αυτός .Θέλει κι ο θαυμασμός τα βάθρα του. Βαθιά το βλέμμα κάρφωσε στα σπλάχνα του αλόγου κι ήταν αμαρτωλότης η τόση διορατικότης.

Κι άλλοι πολλοί μαρτύρησαν την αλήθεια τους λέγοντας. Δεν είναι μία, όπως ξέρεις. Ο Πυθαγόρας, όμως, ο φιλόσοφος, έδωσε στην αλήθεια του το σχήμα μιας κούπας. Όποιος το όριο υπερβεί και  την παραγεμίσει, όποιος περάσει τη γραμμή θα ανοίξει την καταπακτή και η κούπα θα αρχίσει να τρέχει απ’  τον πάτο. Αν αρχίσει η μπαμπεσιά ή κάτι άλλο, η πονηριά θα πληρωθεί μ’ αυτόν τον τρόπο .Κι αυτό το μαρτύριο δεν θα σταματήσει, μέχρι ν’ αδειάσει εντελώς το ποτήρι, μέχρι να καθαρίσει.

Όταν προδίδεις έναν τόπο ή έναν άνθρωπο ορεινό - πεδινό, δεν προδίδεις την εμπιστοσύνη του, προδίδεις τη θάλασσα που σου εμπιστεύτηκε και η μνήμη της θάλασσας δεν σβήνει ούτε αδειάζει ο βυθός της.