«Περίμενε ότι θα τον πιάσουν, δεν ήθελε να δω τη σύλληψή του, κι ούτε να κρυφτεί ήθελε...»!

Δεν μιλούσε ποτέ ο Πάνος Μιχαηλίδης για τις φυλακές και τις εξορίες, για τα 15 χρόνια από τη ζωή του που στερήθηκε την ελευθερία και για τα ενδιάμεσα που τον παρακολουθούσαν συνεχώς, εκείνα τα άγρια χρόνια που για τον ίδιο ξεκίνησαν στις αρχές του 1940 και έληξαν αργά μέσα στη δεκαετία του ΄70.

Αυτοί που κάνουν δεν μιλούν. Νόμος! Σήμερα όμως 21 Απριλίου 2019 ημέρα που έγινε η χούντα, μιλάει για πρώτη φορά η σύζυγος του Πάνου Μιχαηλίδη, η Μαίη για τη μέρα που τον έπιασαν για μια φορά ακόμα. Ήταν 21 Απριλίου 1967 και τον πήγαν στο Παρθένι της Λέρου, εξορία που αυτή τη φορά κράτησε για εκείνον τρία χρόνια!

Η Μαίη, που έμεινε πίσω έγκυος, μόνη της στη Ρόδο, η Ντέπυ η κόρη του που παρακολουθεί σιωπηλά την αφήγηση της μητέρας της και για πρώτη φορά εξομολογείται ότι ως παιδί ντρεπόταν που όλοι ήξεραν ότι ο πατέρας της έκανε 15 χρόνια στις φυλακές!

Ανοίγει το σπίτι του Πάνου Μιχαηλίδη κι αυτή η όμορφη γυναίκα που όμορφα μεγαλώνει,  διηγείται  και νοσταλγεί και δεν θυμώνει όπως κι εκείνος δεν θύμωνε και δεν μετάνιωνε γιατί πάνω απ΄ όλα ήταν ο Αγώνας όπως εκείνος τον αντιλαμβανόταν και η ηθική του, του επέβαλε.


Τι έγινε εκείνη τη μέρα σαν σήμερα που πήραν τον Πάνο Μιχαηλίδη;
Ήμουν τριών μηνών έγκυος στο πρώτο μας παιδί όταν τον πήρανε, το 1967 μόλις έγινε η χούντα. Τον είχαν πάρει πολλές φορές άλλωστε, πέρασε  χρόνια στις φυλακές και μια φορά έκανε χρόνια στην εξορία. Δεν ήμουν μέσα σ΄ αυτά, δεν είχα ιδέα τι γίνεται, δεν μου μιλούσε για να με προστατέψει. Εκείνη την ημέρα το περίμενε ότι θα τον πιάσουν, γύρισε στο μέσον της μέρας στο σπίτι, χωρίς να τον περιμένω, με κοίταξε ερευνητικά  και με ρώτησε αν είμαι καλά, προσπαθούσε να καταλάβει αν είχα μάθει κάτι, αν ήξερα για τη χούντα. Πήγε στους γείτονές μας, τον  διευθυντή της Ολυμπιακής τότε τον Ανδρέα Κυριακόπουλο.

Αργότερα έμαθα ότι τους είπε «θα με πιάσουν, έχετε το νου σας στη γυναίκα μου». Ήμουνα μόνη μου τότε στη Ρόδο, η μητέρα μου στην Αμερική, ο πατέρας μου που ήταν διευθυντής στο Grand Hotel είχε γυρίσει πια στην Αθήνα. Δεν με χαιρέτησε, κι έφυγε απ΄ το σπίτι, δεν ήθελε να δω τη σύλληψή του. Κι ούτε να κρυφτεί ήθελε. Είχα ένα προαίσθημα εκείνες τις ώρες, σε λίγο βγήκα, πήγα στη δουλειά του να τον βρω, μου είπε να επιστρέψω πίσω, του είπα να μην αργήσει. Δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι, πήγα στις καφετέριες του Δημητριάδη που ήταν ξαδέλφια του.

Εκεί ήρθε ένας χωροφύλακας και μου παρέδωσε αυτό το χαρτί:    
Δια την οικογένειαν του Μιχαηλίδη Παναγιώτου: 
«Παρακαλούμεν όπως τα κάτωθι είδη δέον να προσκομισθώσι μερίμνη σας μέχρις της 15:30 της 21-4-1967 προς την Υπηρεσίαν μας προς χρήσιν του συλληφθέντος
1. Δύο κλινοσκεπάσματα, 2. Τρόφιμα 3 ημερών, 3. Αγγείον φαγητού, κουτάλι - πιρούνι - κύπελον - προσόψιον, εσώρουχα. Ουδέν έτερον είδος θα προσκομισθεί».

 Παρέλυσα και μετά άρχισε ο Γολγοθάς. 

Τι σας έλεγε, τον βλέπατε τις πρώτες μέρες;
Τις πρώτες μέρες τον κράτησαν όπως και τους άλλους, εδώ στην Ασφάλεια. Του πήγαινα φαί, τον έβλεπα για λίγα λεπτά. «Κάνε υπομονή μου έλεγε, δεν θα κρατήσει η Χούντα». Κι όμως κράτησε. Την 1η Μαΐου που πήγα στο επισκεπτήριο τους είχαν πάρει. Πήραν γύρω στα 20-25 άτομα είχαν συγκεντρώσει εδώ και από τα άλλα νησιά. Ένα όνομα θυμάμαι μόνο από τους άλλους, τον Ηλία Παραδείση. Μετά γνωρίστηκα με τις γυναίκες κάποιων για να μαθαίνουμε νέα τους.

Πού τους πήγαν;
Τους πήγαν στα Γιούρα, ένα ξερονήσι στο πουθενά. Γέννησα στις 2 του Σεπτέμβρη, είχε έρθει η μητέρα μου, κι έμενε μαζί μου, έστειλε τηλεγράφημα με πληρωμένη απάντηση «Η Μαίη γέννησε κόρη, καλορίζικη»!  Το ‘μαθε, του το είπανε. Μετά τα Γιούρα, έμαθα ότι τον μετέφεραν στο Παρθένι της Λέρου, με τους «σκληρούς»  όπως έλεγαν τότε. Ήταν εκεί ο Φλωράκης, ο Ρίτσος, ο Θεοδωράκης, ο Τεγόπουλος της «Ελευθεροτυπίας»…  Γύρισε με χάρη το 1970, βγάζανε κόσμο λόγω της παγκόσμιας κατακραυγής. Γύρισε στη Ρόδο, αλλά η χούντα δεν χάιδευε. Φοβόντουσαν να τον χαιρετήσουν στο δρόμο οι άνθρωποι, είχανε δίκιο, κι εκείνος δεν ήθελε να τους φέρνει σε δύσκολη θέση.
 

Κατά τη δεκαετία του ‘70, με τη σύζυγό του Μαίη, λίγο αφότου γύρισε από εξορία τριών χρόνων
Κατά τη δεκαετία του ‘70, με τη σύζυγό του Μαίη, λίγο αφότου γύρισε από εξορία τριών χρόνων


Ήταν ξανά στα Γιούρα φυλακή, χρόνια… τι ξέρετε για τότε;
Ο Πάνος ήταν ξανά στα Γιούρα κρατούμενος από το 1948 έως το 1952. Αυτοί κτίσανε τότε τα κτήρια που βρήκαν όταν τους ξανάστειλε η χούντα το 1967, από τον δικό τους ιδρώτα χτίστηκαν και το δικό τους αίμα. Τότε εκεί πέθαναν πολλοί. Εκεί τον Πάνο επειδή είπε «καλημέρα» σ’ έναν από τους «σκληρούς» κρατούμενους  τον έβαλαν δέκα μέρες μέσα σ’ ένα πηγάδι.  Τον έπιασαν πρώτη φορά το 1946 στην Αγγλοκρατούμενη Ρόδο. Κι ας μην υπήρχε αντάρτικο εδώ, ήταν κομμουνιστής. 

Ας ξεκινήσουμε απ’ την αρχή αυτής της διαδρομής, κι αυτής της ζωής! 
Όλη η οικογένειά του είχε ταλαιπωρηθεί. Ο Πάνος Μιχαηλίδης  γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1926, ο πατέρας του ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία ο οποίος πιάστηκε από τους Ιταλούς  και κρατήθηκε σε στρατόπεδο μέχρι την κατάρρευση του μετώπου.

Ο Πάνος το 1943, στα 17 του όταν ξέσπασε ο πόλεμος, το σκασε με βάρκα από τη Ρόδο για τη Μέση Ανατολή και οργανώθηκε στην ΑΟΝ την Αντιφασιστική Οργάνωση Ναυτικού. Πήρε μέρος στο Κίνημα του Απρίλη του 1945 ενώ εκείνη την περίοδο για 1.5 χρόνο ήταν κρατούμενος σε στρατόπεδο στη Μέση Ανατολή, «στα σύρματα» όπως το έλεγαν τότε γιατί ήταν περικυκλωμένο από σύρματα. Επιστρέφοντας στη Ρόδο, ιδρύει μαζί με άλλους την πρώτη κομμουνιστική οργάνωση στην Αγγλοκρατούμενη Ρόδο και τον ίδιο χρόνο το ΕΜΠΑ το Εθνικό Μέτωπο Πανδωδεκανησιακής Απελευθέρωσης.  

Στις 13 Μαΐου του 1947 συνελήφθη μαζί με άλλους, ήταν σαράντα μέρες μετά την απελευθέρωση και η ζωή του ήταν πια ήταν κυρίως μέσα  στις φυλακές. Το 1948-1952 στα Γιούρα, 1953 Βόλου, 1953-1954 Τρικάλων,1954-1956 Μεσολογγίου, 1956 Πάτρας, 1956-1957 Γιούρα. Έγινε μέλος της ΝΕ της ΕΔΑ και Γραμματέας το 1959-1967. Τον συνέλαβαν το 1967, μέχρι το 1970 τον κράτησαν στα Γιούρα και μετά στο Παρθένι της Λέρου. Όταν βγήκε από το 1970 έως το 1974 τον παρακολουθούσε η Ασφάλεια σε κάθε του βήμα. Ήταν υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ το 1974, το 1977, και το 1981.

Καταδικάστηκε και σε 20 χρόνια που έγιναν 12 χρόνια τελικά!
Το 1947 πιάστηκε με άλλα τέσσερα στελέχη  του ΕΜΠΑ, και καταδικάστηκαν σε 20 χρόνια από το Έκτακτο Στρατοδικείο Δωδεκανήσου για εσχάτη προδοσία, συγκρότηση μαχητικών ομάδων, παράνομο τύπο, παράνομο έρανο, κατοχή όπλων, όλα ψέματα. Στην αναθεώρηση της δίκης το 1953 η ποινή του μειώθηκε στα 12 χρόνια. Το διάστημα από το 1959 έως το 1965 που ήταν ελεύθερος πιάστηκε πάνω από 20 φορές για παράνομη συγκέντρωση, παράνομο έρανο, περιύβριση αρχών και άλλα.          
 

Το 1964 με τον  ποιητή Κώστα Βάρναλη (δεξιά)
Το 1964 με τον ποιητή Κώστα Βάρναλη (δεξιά)


Μέσα σ’ αυτή τη ζωή που είχε εσείς πώς γνωριστήκατε;
Γνωριστήκαμε τον Απρίλιο του 1964 στη Ρόδο. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής στο Grand Hotel, είχα πάει στην Αμερική για σπουδές όπου ζούσε η μητέρα μου και γύρισα στον πατέρα μου ο οποίος από την Αθήνα ήρθε στη Ρόδο για να εργαστεί. Εργαζόμουν κι εγώ  στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Ήμουν 19 χρονών κι εκείνος ήταν πολύ μεγαλύτερος, ευγενικός και ωραίος. Τον ερωτεύτηκα. Μου έλεγε ότι δεν θα παντρευτεί μαζί μου για τρεις λόγους:  γιατί η ζωή του ήταν αυτή, γιατί είχε αδελφές ανύπαντρες και γιατί είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Όμως με ζήτησε από τον πατέρα μου, κι εκείνος επειδή δεν ήξερε κόσμο στη Ρόδο πήγε και ρώτησε τον Δρεμπέλα στην Ασφάλεια «ποιος είναι αυτός ο Μιχαηλίδης;». Eκείνος του απάντησε «είναι απ΄ τα καλά παιδιά, ένα ελάττωμα έχει, είναι κομμουνιστής»! Τον πατέρα μου τον ενδιέφερε μόνο ότι ήταν καλός άνθρωπος και το 1965 παντρευτήκαμε.  

Τον χάσατε τo 2007, είναι πολλά χρόνια!
Για εμένα υπάρχει γιατί τον ζωντανεύω εγώ με τις αναμνήσεις μου. Έχω τα γράμματά του των χρόνων που τον είχαν στο Παρθένι, βρίσκω ακόμα σημειώματά του διπλά και τριπλά όπως έκαναν τότε για λόγους ασφάλειας...  Ήταν  διαστήματα που δεν μου έστελναν τα δικά του γράμματα από το Παρθένι ή δεν του έδιναν τα δικά μου. Μια φορά πέρασαν μήνες για να πάρω γράμμα του, ανησυχούσα αν ζει. Έστειλα τηλεγράφημα: «Ανησυχώ για υγείαν συζύγου μου», κι αυτό με πληρωμένη απάντηση. Το 1968 χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνω, μου λέει μια αντρική φωνή «ανησυχείς για υγείαν συζύγου σου;» και μου τον δίνει στο τηλέφωνο! Κι εκείνος μου λέει «κάνε ό,τι σου πουν...»!

Η άγνωστη φωνή μου είπε: «Έλα στη Λέρο, μην πεις τίποτα σε κανέναν και πάρε με σ΄ αυτόν τον αριθμό»! Έμεινα άφωνη. Παίρνω την επομένη τη μάνα μου, το μωρό και το καράβι για Λέρο, το «Μιαούλης» το «Κανάρης» δεν θυμάμαι ποιο ήταν και φτάνω στη Λέρο. Στο ξενοδοχείο, μου λέει ο ξενοδόχος: «τι ήρθατε να κάνετε εδώ;» λέω «παραθερισμό». Την επόμενη μέρα καλώ τον αριθμό. Ήταν ο ίδιος ο στρατοπεδάρχης, αυτή η φωνή. Μου λέει «στις 12 το μεσημέρι θα πάρεις ταξί, θα φτάσεις στο Ταχυδρομείο της Λέρου και θα περιμένεις...». Πήρα το μωρό, έκανα ό,τι μου είπε, περίμενα δεν φαινόταν κανείς.

Πήρα δήθεν τουριστικές κάρτες να τις γράψω για να τις ταχυδρομήσω, δήθεν να στείλω σε θεία μου. Ήρθε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο, κατέβηκαν έξι-επτά άτομα και ξαφνικά βλέπω τον άντρα μου. Με πλησίασε, και μέχρι να ξεκινήσει η αναστάτωση που δημιουργήθηκε επειδή ένας εξόριστος μιλούσε με μια γυναίκα με μωρό, μίλησα τρία λεπτά μαζί του!

Όλος αυτός ο κίνδυνος για τρία λεπτά!
 Γύρισα στο ξενοδοχείο και τότε αυτός ο ίδιος ο στρατοπεδάρχης ήρθε να με ανακρίνει. Έκλαιγα, έλεγα ότι το ο λόγος που ήρθα ήταν για να ζητήσω άδεια να τον δω και ότι  ξαφνικά στο Ταχυδρομείο που πήγα να στείλω κάρτες τον είδα μπροστά μου. Αυτός ο ίδιος ο στρατοπεδάρχης τον είχε βάλει σε θέση άλλου για να τον δω. Και το έκανε για ένα σερβίτσιο πορσελάνης! Όταν γύρισε στη Ρόδο ο Πάνος μου είπε ότι ο συγκεκριμένος έμαθε ότι ο Μιχαηλίδης ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος σε κρύσταλλα και πορσελάνες. Έκρυβε λοιπόν τα γράμματά του για να μην φτάσουν ποτέ σ΄ εμένα, αντέδρασα εγώ και τότε εκείνος ζήτησε από τον Πάνο ένα σερβίτσιο πορσελάνης. Ένα σερβίτσιο πορσελάνης που το πήρε τελικά για τρία λεπτά!

Σας μιλούσε; Σας έλεγε για τους σπουδαίους ανθρώπους που γνώρισε στις φυλακές, για τους ποιητές, τους ζωγράφους, αυτούς που έγραψαν την ιστορία στην Ελλάδα;
Δεν μιλούσε γι αυτά, τον παρακαλούσα κάτι να μου πει, για το Βάρναλη, για τον Τσαρούχη, τον Κατράκη για τις συνθήκες, για το ξύλο με το βούρδουλα σ’ εκείνες τις πρώτες-πρώτες φυλακές,  δεν το κανε ποτέ. Κι η κόρη μου όταν τον ρωτούσε της έλεγε «ν’ ανοίξεις τα βιβλία να διαβάσεις». Ένας μορφωμένος άνθρωπος που ήξερε ξένες γλώσσες, που ποτέ δεν επέβαλε την  άποψή του, δεν έκανε κήρυγμα, κι ήταν διακριτικός. Σ’ έβλεπε όμως και με το πρώτο βλέμμα ήξερε τι είσαι!  

Τον τίμησε η Ρόδος ενώ ήταν εν ζωή και μάλιστα δίνοντας και τ’ όνομά του σε οδό!
Τον τίμησε η Ρόδος πράγματι. Και μια φορά, το 2014 είχα ανοιχτή την τηλεόραση και ήταν ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ ο Κουτσούμπας και μιλούσε για την ευχετήρια κάρτα εκείνης της χρονιάς του κόμματος. Έτρεξα γιατί ως κείμενο είχε το γράμμα του Μιχαηλίδη προς τους γονείς του στις 23-12-1953, αναγνώρισα τα γράμματά του, ήταν ένα ποίημα για την άνοιξη που τους έγραψε  από τις φυλακές των Τρικάλων και η ζωγραφιά του μ’ ένα περιστέρι!          

Με τον Μάνο Κατράκη
Με τον Μάνο Κατράκη