Η ποινική προσέγγιση των Παθών του Ιησού

Του Μάνου Τεχνίτη
Δικηγόρου - εγκληματολόγου

Όπως όλοι γνωρίζουμε, πλησιάζουν οι ημέρες που το Θείο Δράμα κλιμακώνεται, ώστε κατόπιν της Σταύρωσης του Ιησού Χριστού, να φθάσουμε στη «Ζωοποιό Ανάσταση».

Πέραν του μυσταγωγικού κλίματος και της συναισθηματικής φόρτισης που μας προκαλούνται αυτές τις ημέρες λόγω των Παθών, μας δημιουργούνται και πολλά ερωτήματα, για τον τρόπο με τον οποίο η καταδίκη του Ιησού έλαβε χώρα. Το άρθρο αυτό θα επιχειρήσει να φωτίσει κάποια από αυτά.

Ξεκινάμε από το γεγονός ότι την εποχή που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, η Ιουδαία βρισκόταν κάτω από τη Ρωμαϊκή κυριαρχία. Αυτό σημαίνει ότι εφαρμοζόταν τόσο ο Ρωμαϊκός Νόμος όσο και ο Ιουδαϊκός, εφόσον ο δεύτερος δεν αντίκειτο στον πρώτο. Αυτή όμως η σύγκρουση του εφαρμοστέου δικαίου ήταν ένας από τους λόγους που περιέπλεξαν την εν λόγω δίκη αλλά και τις διαδικασίες που δικονομικά ακολουθήθηκαν.

Διότι αφενός το Ρωμαϊκό Δίκαιο είχε ως κέντρο του το ανθρώπινο αυτεξούσιο (και άρα προσεγγίζει περισσότερο τα σύγχρονα νομικά συστήματα), ενώ αντίθετα το Ιουδαϊκό ήταν θεοκρατικό. Συνεπώς, δεν επρόκειτο απλώς για μία σύγκρουση δικαίων, αλλά διαφορετικών δικαϊκών-αξιακών συστημάτων με τους Ιουδαίους να θεωρούν το δικό τους σύστημα ανώτερο. Ήδη κατά τη σύλληψη του  Ιησού, με βάση το Ρωμαϊκό Δίκαιο έπρεπε να προηγηθεί ένταλμα σύλληψης έστω και προφορικό.

Όμως, όπως μας διηγούνται οι Ευαγγελιστές, το Σανχεντρίν (το Συνέδριο του Ιερατείου) παρόλο που είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε συλλήψεις, δε συνεδρίασε εκείνη τη νύχτα με σκοπό να αποφασίσει για να εκδώσει ένταλμα σύλληψης. Αντίθετα, σκοπός της συνεδρίασης ήταν να καταστρώσει το σχέδιο εξόντωσης του Θεανθρώπου (Μθ. κστ’ 3-5). Μάλιστα, το Συνέδριο δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπως συνηθιζόταν και ήταν το νόμιμο, αλλά μετά τη δύση του ηλίου.

Σε κάθε περίπτωση, μετά την ολοκλήρωση της σύλληψης, το Συνέδριο είχε τη δικαιοδοσία να επιβάλλει ποινές, δεν είχε όμως την εξουσία να επιβάλλει τη θανατική ποινή. Τούτο διότι οι Ιουδαίοι δεν είχαν το Jus Gladii (δικαίωμα της άσκησης εξουσίας). Αυτή η εξουσία, ανήκε απ' ευθείας και αποκλειστικά στον Ρωμαίο έπαρχο της Ιουδαίας.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, με σημερινούς όρους, λόγω της «επαπειλούμενης ποινής», το Συνέδριο ήταν καθ’ ύλη αναρμόδιο να λάβει απόφαση ανευ επικύρωσης από τον Έπαρχο. Εάν, οι Ιουδαίοι είχαν την ευχέρεια, θα δίκαζαν και θα καταδίκαζαν οι ίδιοι το Χριστό. Εκ του λόγου αυτού όμως, έπρεπε να τον παραπέμψουν αναγκαστικά στον Πιλάτο, ο οποίος και θα λάμβανε την τελική απόφαση.

Παρόλο λοιπόν, που κατά την κοινή αντίληψη «η δίκη του Ιησού» έγινε ενώπιον του Καϊάφα και του υπόλοιπου Συνεδρίου, για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα μπορούσαμε να πούμε ότι επρόκειτο περισσότερο για κάποιου είδους Κύρια Ανάκριση και σχηματισμό πρότασης για καταδίκη. Μάλιστα, η ακρόαση που έγινε ενώπιον του Άννα, παρέβαινε πλήρως την τότε δικονομική τάξη. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει, ο Άννας ήταν ο Αρχιερέας του προηγούμενου έτους.

Συνεπώς, δεν είχε καμία αρμοδιότητα να κρίνει για οποιαδήποτε κατηγορία ή παραπομπή του Ιησού. Όπως αναφέρουν όλοι οι μελετητές, ο Άννας ήταν ένα πρόσωπο που στη δίκη του Ιησού δρούσε υπογείως χωρίς νόμιμα ανατεθειμένη εξουσία.

Όπως είναι γνωστό, το Συνέδριο προσπάθησε να κάνει χρήση ψευδομαρτύρων αλλά ταυτόχρονα να αποσπάσει και την ομολογία του ίδιου του Χριστού. Ήδη από την εποχή εκείνη, ο κατηγορούμενος για ένα αδίκημα είχε πολλά από τα δικαιώματα που έχει σήμερα ένας κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, όπως το δικαίωμα να επικαλεστεί μάρτυρες, να υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι στις κατηγορίες, ενώ διέθετε ακόμα και το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης.

Εντύπωση κάνει, ακόμα, το γεγονός ότι ήδη από τότε, η ομολογία του κατηγορουμένου δεν ήταν αρκετή για την καταδίκη του (πόσο μάλλον δε για μια τόσο σοβαρή ποινή) αλλά έπρεπε να υπάρχουν μάρτυρες για να υποστηρίξουν την κατηγορία. Αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή, δηλαδή τη θανατική ποινή δια της σταύρωσης, σημαντικό να αναφέρουμε ότι επιβαλλόταν για τα ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα, λόγω του επίπονου, βασανιστικού και εξευτελιστικού χαρακτήρα της.

Επρόκειτο για το κάρφωμα ή το δέσιμο του καταδίκου σε πάσσαλο, δέντρο ή σταυρό σχήματος «Τ». Η σταύρωση ως μέθοδος εφαρμοζόταν και σε αρκετούς άλλους λαούς όπως ήταν οι Καρχηδόνιοι και οι Πέρσες, ενώ έπειτα έφθασε να θεωρείται ως ένα αμιγώς Ρωμαϊκό μέτρο. Καταργήθηκε όμως το 337 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο.  Υπό αυτό το πρίσμα, το πιθανότερο είναι ότι ο σταυρός που σταυρώθηκε ο Ιησούς να είχε σχήμα Τ και όχι το σχήμα του σταυρού όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις ανθρωπολογικές και αρχαιολογικές μελέτες, τα χέρια του καταδικασμένου είτε δένονταν, είτε καρφώνονταν στην οριζόντια δοκό ώστε να στερεωθεί το σώμα. Επίσης, είναι απίθανο το κάρφωμα να γινόταν στις παλάμες αλλά στους καρπούς, δεδομένου ότι οι παλάμες δεν μπορούν να στηρίξουν το βάρος του σώματος.

Η πινακίδα (titulus) με τα αρχικά Ι.Ν.Β.Ι που γνωρίζουμε όλοι να υπάρχει πάνω στο σταυρό, δεν είχε σκοπό τον περίγελο του Χριστού, αλλά αντίθετα προβλεπόταν ως μέρος της διαδικασίας.

Στην πινακίδα αναγραφόταν το ονοματεπώνυπο του καταδικασθέντος καθώς και το έγκλημα για το οποίο είχε καταδικαστεί. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο «Ιησούς ο Ναζωραίος» καταδικάσθηκε για το έγκλημα του να θέλει να καταστεί «Βασιλευς των Ιουδαίων», ήτοι για έγκλημα κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας. Τέλος, η μαστίγωση (flagellatio)  την οποία δέχθηκε ο Ιησούς πριν την σταύρωση, με σημερινούς όρους θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «παρεπόμενη» ποινή που συνόδευε την ποινή του θανάτου.

Πρόκειται για το λεγόμενο «φραγέλιο», δηλαδή βαρύ μαστίγιο στις άκρες του οποίου ήταν δεμένα σφαιρίδια από μέταλλο, μικρά οστάρια ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα ώστε με κάθε χτύπημα να προκαλούνται στο σώμα σοβαρές πληγές.

Τα όσα αναφέραμε, αποτελούν ελάχιστα μόνο από τα ζητήματα που απασχόλησαν τη βιβλιογραφία και την αρθρογραφία σχετικά με τα όσα πράγματι διαδραματίστηκαν στη δίκη του Ιησού, η οποία φαίνεται να σφύζει από δικονομικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι πάρα πολλές ώστε να τις απαριθμήσουμε σε ένα μόνο άρθρο.

Με μία πιο ενδελεχή μελέτη, το σίγουρο είναι ότι ο Ιησούς δεν έκανε σε καμία περίπτωση χρήση των «υπερασπιστικών δικαιωμάτων» τα οποία διέθετε, όπως και κάθε άλλος κατηγορούμενος εκείνη την εποχή. Τούτο βέβαια δεν πρέπει να μας κάνει καθόλου εντύπωση, διότι όπως ήδη μας έχει προετοιμάσει το τροπάριο της Μεγάλης Δευτέρας: «Ερχόμενος ο Κύριος προς το εκούσιον πάθος τοις αποστόλοις έλεγε εν τη οδώ∙ Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο Υιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί αυτού».