Το χελιδονόπτερο: Ο ντράμερ ήταν κύκνος

Γράφει η
Ρένα Στεφανάκη
φιλόλογος

 

Αφύπνιση στις έξι και μισή. Πώς να χωρέσει τόση ενέργεια στο στρώμα; Τη ρίχνει στο φλιτζάνι  του καφέ. Γεύεται άπληστα την κάθε του σταγόνα. Με γλώσσα, με ρουθούνια, με αφή. Χαϊδεύει  το γλουτό της πορσελάνης. Παραμονεύουν μέσα του τα αιλουροειδή. Υπολογίζω γύρω στα σαράντα. Φοράει τα παπούτσια του τσιτάχ  και μ’ ένα μακροβούτι ααααχ.... πετάγεται στην άσφαλτο ευθύς. Μαθαίνει απ’ την αρχή τα βήματά του. Με ταραχή πρωτόβγαλτου μπαίνει μες την αρένα.

Άλλη μια παράσταση θα δει. Με σκηνικά που δεν θα του ταιριάζουν. Δεν θα ‘ναι αυτός το κόκκινο πανί ούτε η λευκή  σημαία. Θα πρέπει λίγο να κοντοσταθεί. Τις ερμηνείες  αξιολογώντας, στην πλούσια του κόμη θα ξυθεί. Υπομονή... Στο τέλος ο φύλακας  θ’ ανοίξει το κλουβί και  η σαβάνα θ’ απλωθεί μπροστά του. Θα βγάλει τα παπούτσια  για να μπει.

Πολύχρωμοι λαοί στην έρημό του. Ήχοι ακατάληπτοι, μια ομιλία μουσική. Λίγο παράφωνη, λίγο σπαρακτική. Καραβάνια αμέτρητα θα τον προσπεράσουν. Νομάς κι αυτός. Γιατί; Από  επιλογή ή μήπως πειρατές Σαρακηνοί  δρυμούς σύλησαν και φαράγγια; Οι  πρόγονοί του; Mήπως κάτι στη σύλληψή του; Ο δρόμος τον καλεί από παιδί  και τα ιστιοφόρα. Με τόση  φόρα, με τόση επιμονή που η εξήγηση φαντάζει περιττή.

Διψάει μες τη ζούγκλα του και γι’ άλλη εμπειρία. Στήνονται παραδίπλα του σκηνές. Το πλήθος απ’ το δρόμο έχει χλομιάσει.  Συνοδοιπόροι, ξένοι, νηστικοί, εταίρες, επαίτες κι άλλοι πολλοί ανάβουν φωτιές και εξομολογούνται.  Τα χρώματα ζωηρεύουν, οι ήχοι γίνονται στιλπνοί. Μεγάλη είναι η Εβδομάδα, όλα τα συγχωρεί. Δεν είναι αυτός το κόκκινο πανί ούτε η λευκή σημαία. Το αμάρτημά του είναι η στιγμή που όλο επιβιβάζεται, όλο αναχωρεί.

Με πλοίο, υδροπλάνο, μ’ ελέφαντα, με τρένο, με τα φλαμίνγκο, με τα χιόνια, που γίνονται λιακάδες, με τη σιγή  και με τη μουσική, με το ελικόπτερο και το χελιδονόπτερο, με τα φτερά, με τη φαντασία, που δεν σταματά, με την έμπνευση από το πουθενά...

Κι  εκεί  στης νύχτας τη μέση 
και στην ποδιά της άμμου 
σφιχτά δεμένη
μια μπάντα σαν λιμάνι
τον προσμένει.

Ο κιθαρίστας  είναι αετός  και βιρτουόζος στις νυκτές τις επελάσεις. Στο πιάνο ζευγαρώνουν άλμπατρος βυθίζοντας τα ράμφη τους στα πλήκτρα. Άσπρα πλήκτρα, μαύρες ουρές. Άσπρα δάχτυλα, μαύρες  μουσικές... Και στ’ ουρανού το ύψος  της νύχτας το ταμπούρλο κάποιος δονεί. Ένας κύκνος τζαμάρει από ‘κει της σελήνης χτυπώντας την κρουστή διαφάνεια......