ΦΛΑΣ  στο παρελθόν

Εν Ρόδω
Παρασκευή 8 Μαΐου 1959
Αριθ. Φύλλου 2421

 


ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΙΤΙΔΑ
Τα σφουγγαράδικα ξεκίνησαν!...
Οι δύτες-μπρουτζόκορμοι-αποχαιρέτησαν το νησί τους
Του Γεωργ. Μαρτίνη

Τα σφουγγαράδικα ξεκίνησαν κι εφέτος. Αρματωθήκανε, ετοιμασθήκανε, κάμανε τις “κουμπάνιες” τους και σταθήκανε αραγμένα στο λιμάνι της Καλύμνου περιμένοντας. Κι η μέρα ήρθε. Οι σφουγγαράδες, οι κουπάδες, οι επιτηρηταί (μακρουτσιέρηδες, και κολαουζιέρηδες) που, πριν λίγες ημέρες τριγυρίζανε στους δρόμους του νησιού μ’ ανοιχτά τα πουκάμισα, γεροί και στιβαροί και που τα βράδυα γλεντάγανε στις ταβέρνες σκορπίζοντας ασυλλόγιστα το χρήμα, συγκεντρωθήκανε ένα πρωί στα καΐκια τους, κρατώντας τους ναυτικούς σάκκους με τις αλλαξιές και τα στρωσίδια τους. Μαζί συγκεντρωθήκανε κι’ οι γυναίκες. Οι γυναίκες τους που θα μείνουν έρημες 6-7 μήνες.

Οι μανάδες τους που θα παρηγοριώνται με τα πολλά συνήθως εγγόνια. Οι αρραβωνιαστικές με τον πόνο του χωρισμού και την αγωνία της προσμονής. Οι κόρες με τ’ όνειρο της καλής δουλειάς που θα φέρη άφθονο το χρήμα και θα φτιάξη τα προικιά της προσδοκίας. Οι αδελφές, οι συγγενείς, οι φίλες. Κι’ ακόμη, συγκεντρωθήκανε οι στερηανοί, που ζηλεύουνε μια φορά το χρόνο αυτούς που παρατούν τα πάντα, που κόβουν τις άγκυρες και ξεφεύγουν στην γαλάζια απεραντωσύνη - την τόσο όμορφη για κείνους που “βρίσκονται έξω απ’ τον χορό”.

Μαζευτήκανε οι γέροι, οι απόμαχοι, που μελαγχολούν και δακρύζουν και αναρρωτιώνται “γιατί άλλοτε ξεκινούσαμε κι εμείς με τα σφουγγαράδικα, φερνέζ, ντεμπόζιτα και βάρκες, κι εφέτος μένουμε εδώ;
Μαζεύτηκε όλος ο κόσμος του νησιού, αφεντικά κι εργάτες, φτωχοί και πλούσιοι.

Ο δεσπότης Ισίδωρος με τα χρυσά του άμφια, οι παπάδες κι οι ψαλτάδες, αρχίσανε τότε την δέηση. Οι μπρουντζόκορμοι σφουγγαράδες, στις πλώρες, στις πρύμες, στις κουπαστές ξυπόλητοι, πιασμένοι απ’ τα ξάρτια, βγάλανε τα κασκέττα τους. Τα καΐκια γεμίσανε πολύχρωμες αντανακλάσεις τα νερά του λιμανιού. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπήσανε, θαρρείς συνοδεύοντες κι αυτές με ευχές τα παλληκάρια του νησιού. Οι σημαίες, ελληνικές και πολύχρωμες κυματίσανε χαιρετιστήρια.

Κι ύστερα, όταν έγινε ο αγιασμός απ’ το δεσπότη αγιασμός κύλησε και το δάκρυ απ’ τα μάτια όλων. Δάκρυ συγκινήσεως αποχωρισμού. Δάκρυ ικανοποιήσεως για κείνους που θα ξανοιχτούν στα πέλαγα με τα μικρά πλεούμενα, και θ’ αναζητήσουν πάλι στα πλούσια παλάτια των νησίδων το χρυσάφι του βυθού, το σφουγγάρι. Δάκρυ νοσταλγίας, για τους απόμαχους...

Η θρησκευτική τελετή τελείωσε γρήγορα. Οι παπάδες κι επίσημοι του νησιού, στέκονται ακίνητα. Ο λαός, με κρατημένη την αναπνοή περιμένει. Και ξάφνου ακούστηκε η πρώτη μηχανή. Κι ύστερα κι άλλες, κι άλλες. Όλα τα καΐκια βάλανε μπρος. Οι σφουγγαράδες, στέκονταν ακόμη γαντζωμένοι στα ξάρτια. Και τα μάτια των γυναικών και των δικών, έμεναν κι αυτά γαντζωμένα στους σφουγγαράδες, θέλοντας ίσως να διατηρήσουν έντονη την μνήμη της δύναμης πούβλεπαν και που -ποιός ξαίρει- αν θα την ξανάβλεπαν....
Αύριον: Το τέλος


ΣΗΜΕΡΟΝ Η ΤΕΛΕΤΗ ΕΙΣ ΣΥΜΗΝ ΕΠΙ ΤΗ ΕΠΕΤΕΙΩ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ
Σήμερον, επ’ ευκαιρία της 14ης επετείου από της υπογραφής της παραδόσεως της Δωδεκανήσου υπό του Γερμανού Στρατιωτικού Διοικητού Βάνγκνερ εις την Αγγλικήν Διοίκησιν Μέσης Ανατολής, η οποία ήτο απαρχή της Απελευθερώσεως, θα ψαλλή Δοξολογία εις Σύμην και θα εποκαλουθήσει κατάθεσις στεφάνων εις το μνημείον της νήσου.

 

ΠΟΛΛΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΑΙ ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΘΕΡΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΣΟΝ
Κατά πληροφορίας εκ Κάσου, ο Δήμος της νήσου, βάσει σχετικών ειδήσεων προβλέπει ότι η εφετεινή κίνησις ξένων εις την Κάσον θα είναι ζωηρά, κατά τους θερινούς μήνας.
Οι επισκέπται της Κάσου, κατά τας αυτάς πληροφορίας, θα προέρχωνται κυρίως εξ Αιγύπτου, αλλά και εκ διαφόρων άλλων χωρών όπου διαμένουν ομογενείς.