Γιώργος Κυπαρισσάκος: Ο πρώτος άνθρωπος που άνοιξε δισκοθήκη στη Ρόδο!

‘Όποιος πει ότι δημιούργησε τη νύχτα στη Ρόδο, δεν ξέρει τον Κυπαρισσάκο!

Τον πρώτο που άνοιξε δισκοθήκη, την “Step by Step” τότε που οι Αρχές δεν ήξεραν πώς να της δώσουν άδεια και έγραψαν «μαγαζί άνευ εδεσμάτων»!

Τον πρώτο που σκέφτηκε να πάρει σκάφος και ως κυβερνήτης που ήταν να κάνει τουρ στις ακτές και κρουαζιέρες στα νησιά για τους τουρίστες και τις… Σουηδέζες, ενώ ακόμα ξεροστάλιαζαν οι άλλοι. Αυτόν που στα 50 του όταν ήταν «επαναστάτησε», κι αρνήθηκε τα μεγαλεία γιατί τα είχε απομυθοποιήσει όλα, κι αυτό που ήθελε ήταν να παρατηρεί  τη ζωή.

Κάνει μοναχικές βόλτες σήμερα, γράφει ποιήματα, ζωγραφίζει, κι έχει την ηρεμία του χορτάτου και το μάτι του ανθρώπου που έζησε τα πάντα, δεν τον κράτησε τίποτα, αλλά δεν έχασε τη ζωντάνια του.
Ο κύριος Γιώργος Κυπαρισσάκος, κυρίες και κύριοι, της Step by Step και της γεμάτης ζωής!

Σας βλέπω κοιτάτε γύρω τη θάλασσα, μέσα από τις τζαμαρίες που έχει το μαγαζί!
Τότε το «Έλλη», το λέγαμε «Θεωρείο της Αγάπης». Από εδώ  περνάγανε όλοι οι νέοι γιατί εδώ έκανε μπάνιο ο τουρισμός της Ρόδου. Έρχονταν οι VIP,  δεν υπήρχαν γκρουπ, έρχονταν με δικά τους μέσα. Ήταν τις εποχές που λειτουργούσε το «Ρόδων».

Δεν γεννηθήκατε εδώ!
Ο πατέρας μου ήταν δικαστικός, ήρθε με μετάθεση στη Ρόδο  το 1953, κι έφερε όλη την οικογένεια, τη μαμά, τρία κορίτσια κι εμένα. Την τελευταία τάξη του Δημοτικού την έκανα στην Αμαράντειο και Γυμνάσιο τελείωσα στο Βενετόκλειο. Ήμουν μέτριος μαθητής, αλλά είχα την τύχη δασκάλους να έχω φωτεινά μυαλά, τον ποιητή Κωνσταντάκη και το Φώτη Βαρέλη. Ήμουν μέτριος μαθητής και ζωηρός. Υπήρξα αθλητής και πρωταθλητής στο ακόντιο, στα 5.000 μέτρα και στην πυγμαχία, με προπονητή τότε τον Αβραμίδη. Αυτά από το 1956 έως το 1960.

Αμέσως μετά βγάλατε διαβατήριο και γυρίζατε την Ευρώπη!
Όταν ήμουν παιδάκι, παρότι ήταν πολυτέλεια αγόραζα τα «Κλασικά Εικονογραφημένα». Άνοιξαν οι ορίζοντές μου, μετά αγόραζα και τα βιβλία, αυτά τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, διψούσα να μάθω, κι όταν τυχαία στράφηκα στον Καζαντζάκη, έχοντας υπόψη μου τα ελληνικά δεδομένα, μου έκανε εντύπωση το εύρος των γνώσεών του και των βιωμάτων του. Απευθύνθηκα στη Λογοτεχνική Εταιρεία, κι έμαθα ότι ήταν ο πιο κοσμογυρισμένος της εποχής του. Είπα τότε ότι «κι εγώ θα ταξιδέψω, θα δω τον κόσμο».

Γεμίσατε το διαβατήριο με σφραγίδες, μιλάτε πέντε γλώσσες!
Από το 1961, όλη την Ευρώπη ήθελα να δω, τη γειτονιά μου. Κι έφαγα φλασιά από το χρυσό περιτύλιγμα της ατομικής τους ζωής. Στο τέλος διαπίστωσα ότι επρόκειτο για περιτύλιγμα, κι ότι ήταν άνευ ουσίας. Η ουσία ήταν εδώ, η Ρόδος, ο ήλιος μας, η ζωντάνια μας, το ταμπεραμέντο.

Γυρίσατε!
Ήθελα να πάρω το σημερινό «Καβαλιέρε» τότε  ήταν πανσιόν, να το κάνω ντίσκο όπως τις έβλεπα στην Ευρώπη. Όμως στην Κοπεγχάγη συνάντησα το Μίκη Αντωνιάδη ο οποίος είχε οίκημα στη Ρόδο, στην οδό Παπαλουκά. Μου λέει «ψάχνεις για χώρο, γιατί δεν το κάνουμε μαζί;». Το 1966 λοιπόν γυρίζω στη Ρόδο, κάνω αίτηση για ντίσκο στο Γραφείο Εμπορίου και αδυνατούν να μου δώσουν άδεια γιατί δεν ξέρουν το είδος. Απευθύνεται το Γραφείο στο Υπουργείο και μου εκδίδουν άδεια με την ονομασία «Μπαρ άνευ εδεσμάτων»! Κι έτσι λειτούργησε το “Step by Step”, στην οδό Παπαλουκά 11, η πρώτη ντίσκο στην Ελλάδα. Μέχρι τότε ήταν οι μπουάτ.

Έρχονταν οι Ροδίτες;
Η κλειστή κοινωνία της Ρόδου, έκανε κριτική στους ανθρώπους που κυκλοφορούσαν μετά τις 12 το βράδυ, τα λεγόμενα  «ματτάρια», τοπική λέξη, γι αυτό ο κόσμος μαζευόταν πριν τις 12 στο σπίτι του. Στην Αθήνα όμως δεν υπήρχε Καζίνο, κι έρχονταν να παίξουν στη Ρόδο. Ρωτούσαν «πού να πάνε μετά τη 1 και 2 τη νύχτα…»  και τους έστελναν στην “Step By Step”. Οπότε από τις 9 μέχρι τις 12 το βράδυ είχαμε τους ντόπιους και μετά τους πλούσιους που έρχονταν να παίξουν στο Καζίνο.

Εξ ου και το παπιγιόν που φοράτε στη φωτογραφία και το ακριβό αυτοκίνητο;
Υπήρχαν μέρες που φορούσα και κελεμπίες. Ήμουν στο μπαρ, συχνά φορούσα την κελεμπία του Ντέμη Ρούσσου. Ντυνόμουν από την Ευρώπη, με ό,τι τελευταίο υπήρχε.  Αυτοκίνητο είχα το Lancia Flavia Centan. Τη δισκοθήκη την έκανα για να μπορέσω να περάσω πέντε χρόνια πιο άνετα ως προς τις συναναστροφές και για να’ χω λεφτά. Κάθε Δευτέρα ήμασταν κλειστά για τους πελάτες μας και πηγαίναμε και κάναμε πάρτι στην παραλία ως “Step by Step”. Στα Κολύμπια πηγαίναμε, τώρα έχουν χτίσει ξενοδοχεία εκεί.

Και τι γινόταν εκεί, χαμός; Ποιες ήταν τότε, οι Σουηδέζες;
Οι Σκανδιναβές. Βάζαμε και βαθμολογία. Όποιος κατάφερνε να βγάλει Ιρλανδέζα ήταν 10! Ήταν καθολικές, κι επομένως δύσκολες όπως οι Ελληνίδες. Για Γερμανίδα έπαιρνες 6, για τις άλλες λιγότερο. Ήταν μεγάλη η «προσφορά». Άσχημη λέξη, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

Ήτανε πράγματι για 10 οι Ελληνίδες, στον βαθμό δυσκολίας;
Ήτανε δύσκολο να βγάλεις Ελληνίδα. Θυμάμαι μια κοπελίτσα που ερωτεύτηκα εγώ. Έμενε κοντά στο ξενοδοχείο Θέρμαι και την ώρα που περπάταγε για το σχολείο, περνώντας δίπλα μου, πέταγε κάτω ένα ραβασάκι. Την άλλη μέρα πέταγα εγώ. Μια μέρα με ειδοποίησε ότι δεν θα βγει στο παράθυρο του σπιτιού της που πήγαινα και την έβλεπα από μακριά. Ζήλεψα. Λέω «βρήκε άλλον». Πήγα και περίμενα να δω τι γίνεται. Ξεκινάει μια βροχή άνευ προηγουμένου. Έμεινα εκεί, βράχηκα  τόσο όσο ποτέ στη ζωή μου και δεν έφευγα. Εκεί εγώ.

Άλλον είδατε;
Όχι.

Υπήρξατε πολύ ωραίος, έχετε κάψει καρδιές, μου είπαν!
Ξέρεις πόσες έχουν αυτοκτονήσει για εμένα; Μου λέγανε πόσο μ΄ αγαπάνε… Φούμαρα, καμιά δεν αυτοκτόνησε. Υπήρξα και είμαι κύριος στη συμπεριφορά μου. Και το γεγονός ότι ανατράφηκα μέσα σε γυναίκες, τρείς αδελφές και τη μητέρα μου, έπαιξε ρόλο. Οι γυναίκες έχουν μυαλό. Καταρχήν δεν υπάρχουν άσχημες γυναίκες, η κάθε μια έχει κάτι. Είναι με τι μάτια τη βλέπεις. Μπορείς να πεις σ΄ ένα παιδί ποια είναι ωραιότερη από τη μάνα του; Τη μάνα του θα πει.

Ωστόσο, ποια είναι όμορφη γυναίκα, εσείς τι λέτε;
Είναι αυτή που θα επιλέξεις όχι τόσο από τα σωματικά της προσόντα όσο για τα ψυχικά. Αν τα συνδυάζει  και  τα δύο είναι η τέλεια. Αλλά αυτήν ακόμα την ψάχνω. Η γυναίκα είναι η αύρα που έχει. Κι εγώ τη γυναίκα δεν θέλω να την κατακτήσω, να γίνει κτήμα μου, την αγαπάω. Κι όταν είμαι με μια γυναίκα δεν βλέπω άλλη.

Έχετε παντρευτεί ποτέ;
 Γάμο έχω κάνει με Φινλανδέζα, κι έχουμε δύο παιδιά που είμαι περήφανος γι’ αυτά. Έρχονται  συχνά στη Ρόδο. Και τώρα έχω κάνει με Γαλλίδα, παιδαγωγό. Ήμασταν  πέντε χρόνια μαζί και πριν πέντε χρόνια παντρευτήκαμε. Με κακομάθανε οι αδελφές μου γιατί μου κάναν όλα τα χατίρια. Εργένης δεν μπορούσα να μείνω για πολύ.

Πόσο μείνατε στη δισκοθήκη;
Από το 1966 έως το 1978. Μετά την κράτησαν άλλοι για ένα-δυό χρόνια ακόμα. Έφυγα και πήρα μόνο δέκα δισκάκια. Αποχώρησα από τις ντίσκο όταν άνοιγαν σαν τα μανιτάρια. Είχα πάει για λίγο, αλλά ήταν τόσα τα χρήματα που παρασύρθηκα κι έμεινα 12 χρόνια, εις βάρος του διπλώματος του κυβερνήτη που είχα. Τους λέω «υπογράψτε σ΄ ένα χαρτί ότι δεν είμαι ούτε στα κέρδη ούτε στις ζημιές»...  

Πότε πήρατε το δίπλωμα του κυβερνήτη και γίνατε ο πρώτος που έφερε τουριστικό σκάφος στη Ρόδο;
Πήρα άδεια κυβερνήτη πλοίου του Εμπορικού Ναυτικού όσο γυρνούσα στην Ευρώπη, Δεν είχα χρησιμοποιήσει. Το χρησιμοποίησα το 1978, εδώ στη Ρόδο όταν πήρα το πρώτο τουριστικό σκάφος, κι έκανα κρουαζιέρες στις ακτές. Αργότερα πήρα άλλο σκάφος και πήγαινα, Σύμη, Κάλυμνο, Μύκονο, Χάλκη, εβδομαδιαίες κρουαζιέρες.

Καπετάνιος εσείς, με στολή μου έχουν πει και με όλο το στήσιμο!
Με όλα. Μετά πήρα άλλη μία αμερικάνικη ακτοφυλακή, κι έκανα Ρόδο-Τουρκία. Εκείνη την εποχή όμως έπαθα ζημιά στο σκάφος ενώ είχα κάνει κι άλλα οικονομικά ανοίγματα, είχα αγοράσει σπίτι, ας πούμε. Έτσι αναγκάστηκα να μπαρκάρω κυβερνήτης σε ρυμουλκά.

Και πήγατε στα καράβια όπου ξαφνικά είχατε πολύ ελεύθερο χρόνο!
Ζωγράφιζα και έγραφα. Μικρός ήμουνα μαθητής του Καραμπάτη, του ζωγράφου που δίδασκε στην Παιδαγωγική Ακαδημία και κατόπιν στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο φίλος μου, ο Νεοφύτου που ζωγραφίζαμε μαζί, μου έλεγε ότι θα μπορούσα να δουλέψω μαζί του, αλλά ήμουν ανήσυχο πνεύμα. Συνταξιοδοτήθηκα ως κυβερνήτης σε ρυμουλκό.

Τι είναι η ζωή τελικά; Έχετε καταλήξει;
Η κάθε στιγμή. Προσωπικά τα προγράμματα μου δεν τα επεκτείνω πέραν των έξι μηνών.

Είστε μορφή!
Είμαι πλούσιος γιατί με γεμίζει και η μοναξιά μου. Η ζωή είναι απλή, εμείς την κάνουμε δύσκολη. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να σκεφτείς απλά; Ο πατέρας μου, όταν κατάλαβε ότι είμαι ανήσυχο πνεύμα, μου είπε: «Παιδί μου,  εκεί που θα πηγαίνεις, όπου πηγαίνεις, δεν χρειάζεται να μείνεις ένα μήνα για να μάθεις τι άνθρωποι είναι. Μπορείς να το μάθεις σε πέντε λεπτά. Θα ρωτάς «εδώ δικηγόρους έχετε;».» «Έχουμε…», θα σου λένε. «Και πώς ζουν…», θα ξαναρωτάς.  Κι αν σου πουν: « Έχουν τα σπίτια τους, τ΄ αυτοκίνητά τους…», φύγε, βρώμικη κοινωνία… Και μου λεγε και κάτι άλλο στην εφηβεία μου όταν κατάλαβε ότι είμαι ανήσυχος. «Όταν μεγαλώσεις, μην κάνεις το αντράκι στο στιλ, αλλά στις φορές που θα πεις «όχι». Γιατί το ναι είναι εύκολο. Το όχι αν το πεις έχει συνέπειες. Αν μπορείς να τις αντιμετωπίσεις τότε «ναι» έγινες άντρας. Ο μπαμπάς μου ήταν λιγομίλητος, δεν τον θυμάμαι να με χαϊδεύει, αλλά μ΄ αγαπούσε.

Χρήματα κάνατε;
Έβγαλα χρήματα και ξόδεψα χρήματα για μένα για να ζω καλά εγώ και οι γυναίκες που ήταν δίπλα μου. Άντρας που θα πει ότι «εγώ ξέρω τι είναι γυναίκα», είναι ανόητος. Σε όλη μου τη ζωή διέκρινα δύο ειδών «εγώ». Το ένα «εγώ» είναι αυτό που τελικά σε καταστρέφει και σε κάνει αντιπαθή. Το άλλο είναι της αυτοπροστασίας και της αξιοπρέπειας. Ακολουθούσα πάντα το δεύτερο.

Ξέρω την ιστορία, που την ήξεραν τότε και οι Αρχές, για τη γυναίκα από το Λιχτενστάιν  που σας ερωτεύτηκε και τελικά φύγατε από εκείνην, δυόμιση χρόνια μετά. Αρνηθήκατε αυτή τη μεγάλη τύχη!
Είπα, «πίσω Γιώργο, στα λημέρια σου, στη ζωή σου…». Με επέλεξε, το ζησα κι αυτό και μετά επαναστάτησα. Με τα lear jet, με τη ζωή που δεν είναι η δική μας. Δεν έχουν όνειρα πια αυτοί γιατί τα έχουν πραγματοποιήσει όλα. Ήμουν 50 χρονών τότε. Πολλοί με είπαν, βλάκα. Μη γράψετε τίποτα γι αυτά, δεν θέλω να το μάθει. Είμαι περήφανος, μην πει ότι το χρησιμοποίησα.

Και τι άλλο έχετε κάνει;
Έχω πιεί ένα τάνκερ ποτό. Δεν κόλλησα σ΄ αυτό, τώρα δεν πίνω και είμαι καλά. Άλλος κολλάει στα ναρκωτικά, άλλος στο ποτό, άλλος στο φαγητό. Εγώ ποτέ. Ξέρεις γιατί; Σου στερεί ελευθερία. Και δεν μ’ αρέσει το «μου». Το σπίτι μου, το γραφείο μου… Σου στερεί ελευθερία.

Πώς περνάτε σήμερα;
Γράφω, και γράφω και μυθιστορήματα. Διαβάζω πολύ. Και κάνω και βόλτες. Είναι η περισυλλογή μου, το έχω από τα καράβια. Ο θαλασσινός, έχει απέραντο χρόνο, τόσο που φιλοσοφεί. Είναι ο κάβος της περισυλλογής, ξεδίνω στον κόσμο μου, πως το λένε.

Τι φοβάστε, από εδώ και πέρα;
Το να φύγω τώρα δα, τον κύκλο μου τον έκανα, το κρεβάτι δεν το θέλω. Με ρώτησες πριν αν έκανα χρήματα. Φτωχός για εμένα είναι ο άνθρωπος που σε κάποια ηλικία συζητώντας με άλλους περί ζωής, δεν έχει να πει. Σκεφτείτε ένα ποτάμι όπου στη μέση του είναι γεμάτο κόσμο που το διασχίζει. Εγώ δεν πήγα στον κόσμο, να συνωστιστώ. Πήγα στην άκρη του ποταμού και παρατηρούσα τον κόσμο. Δεν το έκανα για να είμαι διαφορετικός, αυτός είμαι.­
 

Όταν έκανε πυγμαχία κι έδινε αγώνες με τον πρωταθλητή Ελλάδος
Όταν έκανε πυγμαχία κι έδινε αγώνες με τον πρωταθλητή Ελλάδος