Ανθ’ ημών, δι’ ημάς

Διατρέχουμε αισίως το πρώτο ήμισυ της τρίτης μετά Χριστόν χιλιετίας, και το δεύτερο ήμισυ της τρίτης μετά την πρώτη μορφή δημοκρατίας χιλιετίας και το τελευταίο 20ήμερο πριν τις επικείμενες αρχαϊκού ύφους αυτοδιοικητικές εκλογές κατά τις οποίες όλοι/ες εμείς, πολίτες και πολίτισσες, θα εκχωρήσουμε «εκόντες / εκούσες άκοντες / άκουσες» πλήθος εξουσιών μας στους ανθ’ ημών και δι’ ημάς.

Σε αυτούς και αυτές που θα αποφασίζουν ανθ’ ημών, δι’ ημάς. Για τις ζωές μας και την ποιότητά τους. Τι αέρα θα αναπνέουμε. Τι νερό θα πίνουμε. Πόσο ασφαλείς θα είμαστε. Πόσο αξιοπρεπώς θα διάγουμε το βίο μας. Για υλικές και άυλες αξίες.
Το διακύβευμα λοιπόν μέγα.  Μεγαλύτερο για οργανωμένες κοινωνίες δε νοείται.

Ως εκ τούτου, θα συμπέραινε κανείς / καμιά ότι και η βάσανος της επιλογής, δηλαδή εκλογής των επαρκέστερων, θα ήταν εξίσου μεγίστη. Τα κριτήρια αμείλικτα και συμβατά με την κρισιμότητα του διακυβεύματος.

Θα προσδοκούσε κανείς/καμιά ότι σε δημοκρατίες που επικρατούν συνθήκες κράτους δικαίου, όλοι και όλες απεκδυόμαστε περιττές ιδιότητες και περιττά εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια και αναζητούμε τους, στο μέγιστο βαθμό, πραγματικά φέροντες/ουσες την κατ’ εξοχήν τις ποιότητες της ιδιότητα του μέλους μιας πολιτικής/κοινωνικής λειτουργικής οργάνωσης, έτσι όπως απαιτεί η αυτοδιοίκηση αμφοτέρων των βαθμών.
Θα προσδοκούσε κανείς/καμιά ότι δεν θα έπαιζαν ρόλο βιολογικά και κοινωνικά διακριτικά αλλά μόνο πολιτικά και καταφανώς ηθικά. Τουτέστιν, ότι το μόνο που θα αξιολογούταν σε σχέση με τις  υποψηφιότητες θα ήταν η αξιοσύνη προσωπικά, κοινωνικά και επαγγελματικά πρόθυμων για προσφορά πολιτών/ισσών. Το ήθος και το ύφος. Άλλως, η επάρκεια και η εντιμότητα των υποψηφίων. Βεβαίως και η διαθεσιμότητά τους. Ουδόλως όμως οι σχέσεις κάθε είδους και μορφής. Από συγγενικές έως και οικονομικές, ωφελιμιστικές γενικώς, εξαρτήσεις. Διότι μόνο ο νόμος ως καθολική κοινωνική ρύθμιση, αποτέλεσμα καθολικής συμφωνίας ή έστω δημοκρατικής αποδοχής ή έλλογης ανοχής, εγγυάται ισότητα και ισοτιμία. Όχι μόνο για τους/τις αφελείς. Διασφαλίζει στο μέγιστο την αντικειμενική λήψη πολιτικών αποφάσεων, στη βάση ενός μεγάλου εύρους κοινά συνομολογηθέντων κριτηρίων επιλογής, πάντα σε συνθήκες πολιτισμού.

Οι κάθε είδους και μορφής σχέσεις, πέρα των κοινά συνομολογηθέντων, διαλανθάνουν του κοινωνικού ελέγχου δια της επικοινωνίας. Παραβιάζουν τη συγκολλητική ουσία της κοινωνίας. Την εμπιστοσύνη. Αντίκεινται στις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατικής ζωής μας. Ακυρώνουν τη βασική μας, όλα τα κοινωνικά και πολιτισμικά, περιέχουσα ιδιότητα. Την ιδιότητα του/της πολίτη/ισσας. Εμποδίζει την απρόσκοπτη άσκηση του ύψιστου δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Το αίρει με την ηθελημένη αυτεκχώρησή του ή με την προσχώρηση σε ένα πνεύμα αδικαιώματος. Στους/ις αδικαιωματιστές/ίστριες. Στο αδικαίωμα της δια της ψήφου διευκόλυνσης της αναρρίχησης ακατάλληλων μελών της κοινωνίας, προς επιτέλεση συγκεκριμένων λειτουργιών, σε εξέχουσες θέσεις άσκησης εξουσίας. Υποχρεώνοντάς τους να ενδυθούν το μανδύα ενός ρόλου, τον οποίον, λόγω προσδιορισμένης ή απροσδιόριστης ανεπάρκειας, δεν μπορούν να υποδυθούν με αποτελεσματικότητα ή με αξιοζήλευτα στρατηγήματα, εμποδίζοντας να αναδειχθούν σε αυτές τις εξέχουσες θέσεις ευθύνης οι πλέον κατάλληλοι, με τα ανωτέρω συμπεφωνημένα αξιοκρατικά χαρακτηριστικά. Αυτοί που κατά τεκμήριο θα μπορούσαν να διαχειριστούν χρηστά και αποτελεσματικά τα των ζωών μας.

Περιττεύει να σκιαγραφηθεί εδώ η εφιαλτική πραγματικότητα, στα όρια του τραγελαφικού, που βιώνεται τελευταίως και η οποία έχει αναδυθεί για άλλη μια φορά ως αποτέλεσμα αυτής της παραβίασης της θεμελιώδους λειτουργίας και πρόβλεψης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Έχω το δικαίωμα άρα το κάνω ή τους/τις έχω, αποτελεί την αποφασιστική βάση των επίδοξων. Και όχι, έχω τις ικανότητες άρα το κάνω, όπως οι ρομαντικοί/ές της δημοκρατίας θα εκλιπαρούσαν.

Περιττεύουν οι αναφορές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Όλοι και όλες μας έχουμε ιδίαν πείρα. Επισημαίνεται ότι οι αναφορές αυτές, επ’ ουδενί λόγω, δεν αποτελούν πρόθεση απομείωσης της πραγματικής αξίας ανθρώπων, ομάδων, διαδικασιών και κοινωνιών. Αντίθετα απευθύνεται ειλικρινής παράκληση να προσληφθούν ως μια παραίνεση να αυτο/αναγνωρισθεί η πραγματική αξία ανθρώπων, ομάδων και κοινωνιών στη βάση πραγματικών δεδομένων και σε σχέση με το διακύβευμα. Δεν αρκεί πάντα η αγαθή πρόθεση για προσφορά. Προηγείται η ικανότητα. Η επάρκεια. Η συμβατότητα με το έργο και την εποχή.

Στη βάση αυτή και προς επίρρωση των λεγομένων και γραφομένων, προτείνεται σε ένα/μία ερευνήτρια να προχωρήσει άμεσα σε μια έρευνα των κατατεθέντων ψηφοδελτίων, ιδιαίτερα στις μικρές κοινότητες και να κατασκευάσει για το καθένα ξεχωριστά το κοινωνιόγραμμα των μελών του και να τα αντιπαραβάλει. Ασφαλώς, δε θα εκπλαγεί κανείς/καμιά με τα ευρήματα, τη ευρηματικότητα και τα εφευρήματα των πονηρών πολιτευτών/τριών και ουδόλως εμφανώς ενσυνείδητων και αυτοκριτικών πολιτών και πολιτισσών. Ασφαλώς, ουδεμία σχέση έχουν όλα αυτά, έστω και με μια παραλλαγμένη μορφή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πολύ περισσότερο ορίζουν μια νέα μορφή δημοκρατίας. Τη δημοκρατία των αντί / προσώπων. Τουτέστιν, υποψήφιος αντί υποψηφίου. Οφθαλμός αντί οφθαλμού. Οδούς αντί οδόντος.  Πρόσωπα αντί προσώπων. Άρα αντι-προσώπων. Και περί του διακυβεύματος, ουδείς λόγος.

Ασφαλώς και όλα αυτά ουδεμία σχέση έχουν με την ουσία του ζητήματος. Ασφαλώς και το ερώτημα τι θα κάνουν οι επίδοξοι/ες με τη ζωή μας, ανθ’ ημών και δι’ ημάς, παρέλκει σε ένα τέτοιο μη οριοθετημένο περιβάλλον και οφείλει να αναδιατυπωθεί εις το ορθόν. Ίσως ως εξής: Τι θα κάνουμε εμείς οι ίδιοι/ες με τις ζωές μας και με όλα αυτά, υλικά και άυλα, που συναρτώνται με αυτές.

Καταληκτικά, η επόμενη πολιτική πλειοψηφία, πέραν των άλλων σημαντικών και ασήμαντων, υποχρεούται να αναλάβει πρωτοβουλία και να δώσει περιεχόμενο σε αυτές της δημοκρατικές προβλέψεις και να θεσπίσει δικλείδες ασφάλειας, ώστε να υπηρετείται όχι μόνο το γράμμα της, εμμέσως, συμμετοχικής, δημοκρατίας αλλά και το πνεύμα της. Η ουσία της. Να συμμετέχουμε με κάποιο τρόπο στη διαχείριση των ζωών μας οι επαρκέστεροι/ες ή έστω να εκπροσωπείται στοιχειωδώς και αυτός ο τύπος πολιτών και πολιτισσών. Δεδομένου ότι πέρα από τα φτιασίδια κάθε είδους, υπάρχει και ένα έργο που πρέπει να επιτελεσθεί.

Ότι η δημοκρατία δε γνωρίζει αδιέξοδα, μπορεί να ακούγεται κοινότοπο. Εφόσον αυτή δε δεσμεύεται μόνο από τα χαρτογραφημένα νερά της κοινωνίας, τους καταστατικούς της χάρτες, αλλά έχει επίγνωση και των αχαρτογράφητων χαρτών τής ζωής και δεσμεύεται και σε αυτή την κατεύθυνση στην αυτοβελτίωσή της. Μόνο η δημοκρατία μπορεί να διορθώσει και να βελτιώσει τη δημοκρατία. Βασιζόμενη στις δικές της δυνάμεις. Με τόλμη, φρεσκάδα, επινοητικότητα. Με δημοκρατικότητα.
Η προκλητικά εμφανής και επικίνδυνη επιδίωξη απαξίωσης της δημοκρατίας από επιτήδειους/ες και οι κίνδυνοι που το γεγονός αυτό συνεπάγεται, δεν επιτρέπει σε κανέναν/μιά που μπορεί να προσφέρει να κωφεύει και να απέχει από αυτές τις αυτοϋποστασιακές διαδικασίες της.

Η δημοκρατία οφείλει να βρει τρόπους να συμπεριλάβει και τους πλέον επαρκείς στην άσκηση των λειτουργιών της. Ακόμα και αν αυτό απαιτεί παρέμβαση για τον περιορισμό του δικαιώματος στο αδικαίωμα. Μέσω της διασφάλισης ενός ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής επαρκών λειτουργών στην αυτοδιοίκηση. Το εκλέγειν και εκλέγεσθαι αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα στη δημοκρατία. Το μη εκλέγειν και δη το μη εκλέγεσθαι δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή εντός της δημοκρατίας. Γιατί τότε ομιλούμε για αδημοκρατία ή προθυμοκρατία.
 Η ουσιαστική δημοκρατία παράγει δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης της κοινωνίας. Παράγει αρχές και αξίες σε επίπεδο πολιτών, οργανισμών, συστημάτων και κοινωνιών. Απλές και σύνθετες λειτουργίες που συγκροτούν αυτό που λέμε δημοκρατικό δημόσιο βίο. Το ήθος και ύφος του. Την ποιότητά του.

Θα ήταν εγκληματικά ανεπίτρεπτο εάν η επόμενη πλειοψηφία, με πρόφαση την ίδια τη δημοκρατία, εγκαταλείψει τις μικρές κοινωνίες στη μοίρα που αναδύεται στη βάση των εξ ορισμού περιορισμένων δυνατοτήτων τους για ανάπτυξη και ευημερία. Βορά στις ορέξεις διακαιωματιστών /τριών και αδικαιωματιστών /τριών. Προθυμοκρατών /τριών. Στην αδυναμία τους να οριοθετούν διαδικασίες και ρόλους. Στην απροθυμία τους να λειτουργούν ουδέτερα εντός ενός ισχυρού πλέγματος προσωπικών και συγγενικών σχέσεων. Σωματοποιημένων εξαρτήσεων.

Δυστυχώς όλοι και όλες οι υποψήφιοι/ες που είμαστε επιλέξιμοι/ες, ψηφοσυλλέκτες και ψηφοσυλλέκτριες, δεν μπορούμε να είμαστε και για όλα εκλόγιμοι/ες. Η πραγματικότητα αυτή αίρεται τεχνικά και τεχνηέντως, μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες των εκλογών. Η ίδια όμως η πραγματικότητα δεν υπακούει σε τέτοιες τελεολογίες. Εκλόγιμος/η είναι αυτός/ή που μπορεί όντως να επιτελέσει μέρος του κοινωνικού έργου που οφείλει να επιτελεστεί και όχι αυτός/ή που μπορεί να ψηφισθεί και να εκλεγεί. Με στόχο την πλειοψηφία και μέσω αυτής, την υφαρπαγή της εξουσίας και από εκεί και πέρα, φούρνος να μην καπνίσει…

Σε αυτούς/ές τους/τις, εγνωσμένα, εκλόγιμους/ες πρέπει να κάνουμε τόπο. Για το καλό όλης της κοινωνίας. Για το δικό μας καλό.
Η ημέρα των αυτοδιοικητικών εκλογών φθάνει.
Την ημέρα των αυτοδιοικητικών εκλογών, όμως, δεν τελειώνει τίποτα.
Τουναντίον, αρχίζει μια νέα προσπάθεια διαχείρισης των υλικών και άυλων πτυχών των ζωών μας, αλλά κυρίως επούλωσης των πληγών που θα έχει προκαλέσει και αυτή η εκλογική διαδικασία.

Την πρώτη μετεκλογική ημέρα αρχίζει μια ψυχοφθόρα αλλά άκρως απαραίτητη, προσπάθεια επανασυγκόλλησης των θραυσμάτων που θα αφήσει πίσω της αυτή η παράδοξα δημοκρατική αδημοκρατική διαδικασία. Με ειλικρίνεια. Όχι με κατεργαριά ή ακόμα και κυνικότητα. Επανασυγκόλληση ανθρώπων, ρόλων, υπηρεσιών. Της ηθικής. Της ευπρέπειας. Του νοήματος. Της κοινωνίας. Της μικρής και μεγάλης.
Η ημέρα μετά τις εκλογές είναι η ημέρα πριν την επανασυγκόλληση όλων αυτών των δομικών στοιχείων που συνθέτουν τη ζωή μας.

Η ημέρα μετά τις εκλογές μπορεί να γίνει αφετηρία που να σηματοδοτήσει ένα νέο κύκλο διαχείρισης της ζωής όλων μας ή μια ακόμα ημέρα που θα αναπαράγει την έναρξη ενός νέου ατέρμονου κύκλου συζήτησης περί δικαιωμάτων και αδικαιώματος. Επαρκών και ανεπαρκών. Προθυμοκρατών και δημοκρατών.

Η ημέρα μετά τις εκλογές θα βρει τις κοινωνίες, μικρές και μεγάλες, είτε με ενισχυμένη την εμπιστοσύνη στους συνανθρώπους και τα έργα τους είτε με ενισχυμένη τη δυσπιστία ως προς τις προθέσεις και την επάρκειά τους. Αυτό φαίνεται να παραμένει τελικά το βασικό διακύβευμα όλων των κοινωνικών διεργασιών. Εάν εν τέλει απωλέσουμε και αυτή την «πρώτη αιτία» όλων των κοινωνιών των ανθρώπων, τη συγκολλητική τους ουσία, την εμπιστοσύνη στους άξιους και τις αξίες, τότε όχι μόνο οι εκλογές, αλλά τίποτα το ανθρώπινο δεν θα έχει πλέον νόημα. Γιατί, εντέλει, δεν θα έχουμε πλέον τι να επιλέξουμε για να εκλέξουμε.
Και ας το συνειδητοποιήσουμε, μια ζωή χωρίς αληθινή δυνατότητα ελεύθερης επιλογής κανένα έμβιο και πνευματικό ον δεν μπορεί να την αντέξει στ’ αλήθεια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ

*Επιλέχθηκε αυτός ο μεικτός τύπος της γλώσσης μας για να συμβαδίζει καλύτερα με τη γλωσσική πραγματικότητα που αναδύεται από τους λόγους των υποψηφίων. Με ολίγη από την εκκλησιαστικήν, τη νομικήν, τη λογοτεχνικιά και κοινωνιολογικιά αυτοδιοικητική ντοπιολαλιά. Όπου ως κοινός τόπος ή εντοπιότητα,  εκλαμβάνεται ο συμβολικός συναινετικός χώρος των κατά φαντασίαν  ή μη πολιτικών όντων.