Έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για τις ΑΠΕ

Σύμφωνα με  έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), τα κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να επιτύχουν τον στόχο του 2020 για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Το ποσοστό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που χρησιμοποιείται στην ΕΕ έχει διπλασιαστεί μετά το 2005. Όμως η αύξηση αυτή έχει επιβραδυνθεί τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω της αυξανόμενης κατανάλωσης ενέργειας και της έλλειψης προόδου στον τομέα των μεταφορών. 

Η έκθεση του ΕΟΠ «Ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στην Ευρώπη — 2018» περιγράφει συνοπτικά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ΕΕ, με βάση τα επίσημα στοιχεία για το 2016, αλλά και τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις του ΕΟΠ για το 2017.

Αύξηση ποσοστού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές 
Σύμφωνα με την έκθεση, το ποσοστό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές επί της τελικής χρήσης ενέργειας στην ΕΕ αυξήθηκε από 16,7 % το 2015, σε 17,0 % το 2016.

Για να επιτευχθεί όμως ο στόχος του 2030, τα κράτη - μέλη της ΕΕ πρέπει να αυξήσουν συλλογικά το ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τουλάχιστον στο 32 % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας. 

Ποσοστά χρήσης ΑΠΕ
Σύμφωνα με την έκθεση του ΕΟΠ, επί του παρόντος τα ποσοστά χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των επιμέρους κρατών- μελών: από πάνω από το 30 % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Αυστρία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Λετονία και τη Σουηδία μέχρι κάτω από το 9 % στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα και τις Κάτω Χώρες.

Αιολική ενέργεια - φωτοβολταϊκά
Το 2017, το 85% της συνολικής νεοεγκατεστημένης ικανότητας παραγωγής ενέργειας στην ΕΕ προερχόταν από ανανεώσιμες πηγές, με την αιολική ενέργεια και τα ηλιακά φωτοβολταϊκά να αντιπροσωπεύουν τα τρία τέταρτα της νέας ικανότητας παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το ένα τρίτο όλης της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε στην ΕΕ το 2016 και το 2017 προήλθε από ανανεώσιμες πηγές.

Τα βιοκαύσιμα
Η θέρμανση και η ψύξη εξακολουθούν να αποτελούν κυρίαρχο τομέα της αγοράς για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην ΕΕ, με το ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα αυτό να ανέρχεται περίπου στο 19 % το 2016 και το 2017. Ο τομέας των μεταφορών υπολείπεται κατά πολύ με το ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να ανέρχεται μόλις στο 7 % κατά τα ίδια έτη.

Το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που χρησιμοποιείται για τις μεταφορές προέρχεται από βιοκαύσιμα. Για την επίτευξη των στόχων αυτών υπολογίζονται μόνο τα πιστοποιημένα βιοκαύσιμα τα οποία συμμορφώνονται προς τα κριτήρια βιωσιμότητας που προβλέπονται στην οδηγία σχετικά με την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

Θέσεις εργασίας 
Σύμφωνα με την έκθεση του ΕΟΠ, η ΕΕ εξακολουθεί μεν να είναι ο παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα της κατά κεφαλήν ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Όμως η Κίνα επενδύει πλέον ολοένα και περισσότερο σε νέες ικανότητες παραγωγής. Το ποσοστό των θέσεων εργασίας που συνδέονται με την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές επί του εργατικού δυναμικού σημειώνει επίσης ταχύτερη αύξηση στη Βραζιλία και την Κίνα σε σύγκριση με την ΕΕ.

Η αυξανόμενη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχει επιτρέψει στην ΕΕ τη μείωση της ζήτησης για ορυκτά καύσιμα, καθώς και τις σχετιζόμενες με αυτά εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΕΟΠ, οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της ΕΕ θα ήταν περίπου 9% υψηλότερες το 2016, και 10% υψηλότερες το 2017, αν η αυξανόμενη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μετά το 2005 δεν είχε υποκαταστήσει το 11% της ακαθάριστης εγχώριας κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων της ΕΕ κατά την ίδια περίοδο.