Απάντηση σε διαμαρτυρία για το ογκολογικό του νοσοκομείου της Ρόδου

Από αναγνώστρια, αναφορικά με διαμαρτυρία άλλης αναγνώστριας που αφορούσε την αντιμετώπιση της καρκινοπαθούς μητέρας της από το προσωπικό Νοσοκομείου Ρόδου, πήραμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή:

“Αγαπητή εφημερίδα, διάβασα το άρθρο σας της 11/5 με τίτλο «Διαμαρτυρία Ροδίτισσας για την αντιμετώπιση της καρκινοπαθούς μητέρας της» και αισθάνθηκα αμέσως την ανάγκη να, επιτρέψτε μου τον νεολογισμό, «ανταδιαμαρτυρηθώ», ως Ροδίτισσα και ως καρκινοπαθής η ίδια, για το συμπέρασμα που συνάγεται σχετικά με το Νοσοκομείο Ρόδου, το ογκολογικό τμήμα, το ιατρικό και το νοσηλευτικό προσωπικό του.

Ένα συμπέρασμα που πέρα από το συναισθηματικό του φορτίο, το οποίο οφείλω να υπογραμμίσω πως όλοι αντιλαμβανόμαστε και συμπονούμε, θα όφειλε να μετρήσει και τη  «ζημιά» που μπορεί να  προκαλέσει, σε ένα τμήμα, εν προκειμένω το ογκολογικό,  του οποίου η σύσταση μόλις πριν λίγα χρόνια αποτέλεσε ανάσα ζωής και οικονομικής ελάφρυνσης στους καρκινοπαθείς της περιφέρειάς μας. Ένα τμήμα που παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, οφείλουμε να «αγκαλιάσουμε», και να «υποστηρίξουμε» με κάθε τρόπο.

Να αποδώσουμε ως Δωδεκανήσιοι την ελάχιστη ηθική ανταμοιβή σε ένα ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που στέκεται στο ύψος του λειτουργήματός του κόντρα πολλές φορές σε αντικειμενικές δυσκολίες και στρεβλώσεις του συστήματος υγείας. Να αποδώσουμε τέλος τα εύσημα της πρωτοποριακής ένταξης συμπασχόντων μας σε προγράμματα θεραπείας που θα «ζήλευαν» ακόμα και τα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία της υπόλοιπης χώρας. Για το νοσοκομείο μας, ξέρουμε όλοι καλά, πως συζητιόταν να υποβιβαστεί σε κέντρο υγείας. Αναρωτιέμαι αν άστοχες κινήσεις τελικά συνηγορούν άθελά τους σε αυτή την προοπτική. Εξ ου και το κίνητρο για αυτήν την επιστολή.

Υπό το βάρος του άγχους που προκαλεί η ασθένεια έχουμε την τάση να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως κέντρο του σύμπαντος και όχι ως μέρος ενός συνόλου με ισότιμη ανάγκη επιβίωσης, τους γιατρούς αδιάφορους και «προσωπικό» υποχρεωμένο στη διάθεσή μας, και τις τυπικές διαδικασίες ως περιττές και όχι ως δικλείδες ασφαλείας στα νοσούντα ασφαλιστικά μας ταμεία.
Ας αναλογιστούμε το σενάριο της αποδυνάμωσης του δυναμικού του τμήματος και του Νοσοκομείου γενικότερα και πόσο αυτό θα κόστιζε, ψυχικά και οικονομικά, στον όποιο πάσχοντα Δωδεκανήσιο και την οικογένειά του.

Πόσο απογοητευτικό θα ήταν να μην έχεις την αμεσότητα με το θεράποντα ιατρό σου, πράγμα που προσφέρουν οι λειτουργίες και το προσωπικό του ΓΝΡ. Η επιλογή η δική μου ήταν από την αρχή της περιπέτειάς μου μία και συνειδητή: το Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου και ειδικότερα το Γαστρεντερολογικό, η Α’  Χειρουργική κλινική και το Ογκολογικό τμήμα, χωρίς να παραβλέπω εδώ όσους από τη διοίκηση ή τα άλλα τμήματα συνεισφέρουν τα μάλα. Κρίμα είναι και μιζέρια να μην αναφέρουμε και τα άριστα, καταδικάζοντάς τα στην αφάνεια”.