Γιώργος Πέτας: «Κι αν ξαναγεννιόμουνα, πάλι οδηγός θα ήθελα να γίνω»

Για τις όμορφες εποχές, τότε που το χρήμα έρεε άφθονο στη Ρόδο στις τσέπες των επαγγελματιών οδηγών ταξί, για τις... άγριες μέρες και νύχτες του «εμφυλίου» που είχε ξεσπάσει  στις τάξεις των ταξιτζήδων στο τέλος του 1983, αλλά και για την ομόνοια που ήρθε αργότερα στον κλάδο με δικές του ενέργειες, μίλησε στη «Ροδιακή» ξεδιπλώνοντας πτυχές της ζωής του, ο συμπατριώτης μας, Γιώργος Πέτας του Τσαμπίκου, από τον Αρχάγγελο.

Ένας από τους πιο παλιούς ταξιτζήδες του νησιού μας, άνοιξε τις σημειώσεις, τα αρχεία, τους φακέλους που με ευλάβεια διατηρεί μέχρι σήμερα, για να περιγράψει τις πέντε και περισσότερες δεκαετίες «επάνω στο τιμόνι». Δεκαετίες δύσκολες, με αγωνία, πόνο, κούραση και πολύ άγχος σε ένα επάγγελμα που για πολλούς μοιάζει εύκολο και προνομιούχο, αλλά που, όπως ο ίδιος περιγράφει, δεν είναι καθόλου έτσι. 

Ο Γιώργος Πέτας, στη δεκαετία του ’80 αποτελούσε μαζί με άλλους 17 περίπου συναδέλφους του, το «κόκκινο πανί» για το σύνολο του κλάδου των ταξί. Κι αυτό επειδή η προσπάθειά τους, ως ιδιοκτήτες  αγοραίων ταξί να ενταχθούν ομότιμα στον υπόλοιπο κλάδο, δεν άρεσε.

Προκάλεσε αντιδράσεις, συγκρούσεις, ξεσπάσματα και κόντρες που σήμερα μοιάζουν αδιανόητες, αλλά τότε  αποτελούσαν έναν «ανοιχτό πόλεμο» ανάμεσα στους επαγγελματίες οδηγούς. Ο αγώνας, η επιμονή του αλλά και οι στρατηγικές κινήσεις που έκανε, τον δικαίωσαν. Και σήμερα, καμαρώνει όπως τονίζει, τους συναδέλφους του,  μονιασμένους κι αγαπημένους.

Τι θυμάστε από εκείνη την εποχή; Πώς ξεκινήσατε;
Δύσκολα εκείνα τα χρόνια. Πολύ δύσκολα. Υπηρέτησα στην αεροπορία, στη δεκαετία του ’50. Τα πήγαινα καλά με τα μηχανολογικά. Ο διοικητής μου μού είχε προτείνει να πάω στην Αμερική. Εγώ επέλεξα τον παράδεισο της Ρόδου. Κι ας ήταν ο δρόμος ο δύσκολος.

Πώς αποφασίσατε να γίνετε ταξιτζής; 
Δεν έγινα αμέσως. Εργάστηκα πρώτα 5 χρόνια στο ίδρυμα των Κολυμπίων. Γενικών καθηκόντων έλεγαν τα χαρτιά, αλλά κι εκεί τον  οδηγό έκανα. Δρομολόγια, συντηρήσεις, ψώνια. Μετά εργάστηκα για περίπου μια δεκαετία στο ΚΤΕΛ. Σαν οδηγός. Είχα συμπληρώσει την προϋπηρεσία που έλεγε ο νόμος. Είχα την εμπειρία πια κι έτσι το Νοέμβριο του  1973 απέκτησα την άδεια αγοραίου ταξί με έδρα τον Αρχάγγελο απ’ όπου και κατάγομαι.

Είχε καλό μεροκάματο τότε το ταξί;
Είχε, ναι. Σκληρή δουλειά βέβαια, σαν όλα τα επαγγέλματα, αλλά τότε βγάζαμε χρήματα. Θυμάμαι το 1976, είχα κατέβει στην πιάτσα των Τριαντών. Στην Ιξιά. Με είχε ζητήσει ο Τάσος ο Αρναουτάκης. Πήγαμε εγώ κι ένας Λαρμενός αλλά κι ο αείμνηστος ο Κώστας ο Τσίτας. Πήγαμε στο “Καψής” κοντά λοιπόν. Είχαμε ακόμα και τηλεφωνητή εκεί, που κανόνιζε δρομολόγια στο άψε σβήσε. Δούλεψα θυμάμαι 100 μέρες (πάνω από 16 ώρες στο τιμόνι κάθε μέρα όμως) και κατάφερα να βγάλω 300.000 δραχμές σε τρεις μήνες.  Τότε ο μισθός ήταν περίπου 6.000 – 7.000 δραχμές! Υπολογίστε να δείτε. 

 

Ο Γιώργος Πέτας με το πρώτο ταξί που ξεκίνησε στη Ρόδο.
Ο Γιώργος Πέτας με το πρώτο ταξί που ξεκίνησε στη Ρόδο. 

 


Άλλο ήταν να έχει κανείς ταξί στην πόλη της Ρόδου, άλλο αγοραίο στον Αρχάγγελο; Ποιες ήταν οι διαφορές;
Τεράστιες ήταν. Εμείς περιμέναμε αραιά και πού να κάνουμε δρομολόγιο. Κάποια έκτακτη μετακίνηση, κάποια επείγουσα ανάγκη μόνο έκανε τους κατοίκους να μετακινηθούν με ταξί. Κι όσοι μπορούσαν βέβαια οικονομικά. Πάντως, έβγαζα παραπάνω χρήματα απ’ ό,τι όταν ήμουν οδηγός στο ΚΤΕΛ.  
Απαγορεύονταν ως «αγοραία» που ήμασταν εμείς, να πάμε π.χ. δρομολόγιο στη Ρόδο και μετά να πάρουμε άλλον πελάτη και να επιστρέψουμε πίσω στην έδρα μας. Απαγορευόταν αυστηρά. Έπρεπε να γυρίσουμε άδειοι πίσω στην έδρα μας. Κι αυτό βέβαια, ευνοούσε εκείνους που είχαν άδειες για τα σημεία που είχε πολύ κόσμο.

Δώσατε μάχη για να το αλλάξετε αυτό έτσι; Ήσασταν ελάχιστοι και τα βάλατε τότε με έναν παντοδύναμο κλάδο. Πώς τα καταφέρατε;
Όταν ξεκίνησα τον αγώνα, ο τότε νομάρχης ο Παναγιωτίδης, είχε μοιράσει την... πίττα για το βόρειο τρίγωνο μόνο: Ρόδο-Παραδείσι-Φαληράκι Ρόδο. Ο τότε πρόεδρος των Αφάντου ο Διακίκης, που ήταν φίλος με τον τότε πρωθυπουργό Ράλλη, κατάφερε να βάλει μέσα σε αυτό και τ’ Αφάντου. Τότε εμείς ξεσπάσαμε. Φωνάξαμε. Μας άφησαν τους υπόλοιπους 11 απ’ έξω.  Ήταν δύσκολες εποχές, εμείς πεινούσαμε.
Πήγα στο υπουργείο καλά προετοιμασμένος. υπουργός Συγκοινωνιών τότε ήταν ο αείμνηστος Βαγγέλης Γιαννόπουλος. Είδαμε τον ιδιαίτερό του τότε, τον  Πανταζή Χρονόπουλο, καλή του ώρα. Μέχρι σήμερα μιλάμε στο τηλέφωνο. Τόσα χρόνια μετά. Ήταν άνθρωπος ακριβοδίκαιος.  Κατάλαβε αμέσως την αδικία.  Επιβεβαίωσε τα στοιχεία μπροστά μας, μιλώντας με το γραφείο συγκοινωνιών στη Ρόδο. Τα λέω σήμερα και συγκινούμαι. 

Και τακτοποιήθηκε το ζήτημα;
Όχι αμέσως! Πέρασαν σχεδόν δύο  χρόνια. Από το 1981 χρειάστηκε.  Και τότε ξεκίνησε ο «πόλεμος» στον κλάδο μας. Απίστευτες καταστάσεις. Οι ιδιοκτήτες ταξί όταν έμαθαν ότι καταφέραμε να αλλάξουμε τα πράγματα και να γίνουμε ισότιμοι εμείς τα αγοραία, ξεκίνησαν απίστευτες πιέσεις. Απίστευτες καταστάσεις.

Τι είδους πιέσεις δηλαδή;
Τον Οκτώβριο του 1983 ξεκίνησαν απεργίες. Έντεκα μέρες είχαν παραλύσει τα πάντα. Βρίσκαμε τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων μας σπασμένα. Του Ζαννετίδη στην Κατταβιά, του Καλαμαρά στα Καλαβάρδα και αλλού.  Ζητούσαν να πάρει πίσω το υπουργείο την απόφασή του. Υπήρχε ένταση, τσακωμοί, βία και νεύρα, πολλά νεύρα. Ένα θα σας πω  γιατί ξέρω αν μπορώ όλα να τα πω: Επειδή με είχαν στοχοποιήσει και ήξεραν ότι εγώ τα ξεκίνησα όλα, έφυγα από το σπίτι μου με τον γιο μου. Ανεβήκαμε στην Παναγιά την Ψηλή. Δεκατρείς μέρες έμεινα εκεί, κυνηγημένος και κρυμμένος.  Και στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου, είχα την κυνηγετική καραμπίνα...!  Φόβος και τρόμος. Ήμουν το κόκκινο πανί. 

Άγριες καταστάσεις δηλαδή. Εμφύλιος ο πόλεμος με ακραίες ενέργειες και  απρόβλεπτες εξελίξεις:
Ακούστε, εγώ είμαι περήφανος σήμερα που μπόρεσα να κλείσω μια αδικία, με σκληρό αγώνα και πάλη. Που κατάφερα με τη διπλωματία και την επιμονή μου να μονιάσω τον κλάδο. Που δεν άφησα την κατάσταση να ξεφύγει. Γιατί εύκολα θα μπορούσε να γίνει αυτό. Σήμερα είμαι περήφανος για τα παιδιά μου γιατί και οι δύο είναι ταξιτζήδες στη Ρόδο αλλά κυρίως είναι συγκροτημένοι και καλοί άνθρωποι. Τους δίδαξα να αγωνίζονται και να μην το βάζουν κάτω.

Με ρώτησε κάποτε ο διοικητής της Τροχαίας, ο Σφήκας αν θυμάμαι καλά, αν θέλαμε να υποβάλλουμε μηνύσεις. Όχι του είπα. Νερό θέλω να ρίχνω στις φωτιές κι όχι βενζίνη.

Ύστερα από αυτή τη μεγάλη περιπέτεια  κι αφού έχουν περάσει 35 χρόνια από τότε που στον κλάδο μας η ομόνοια και λειτούργησε ένα σύστημα χωρίς αδικίες, δυστυχώς, οφείλω να το πω ότι κανείς μέχρι πρόσφατα και ποτέ δεν μας αναγνώρισε αυτές τις προσπάθειες. Οφείλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον σημερινό πρόεδρο του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Ταξί τον κο Θεοδόση Καστανίδη, ο οποίος ήταν εκείνος που  αναγνώρισε  την προσφορά μου, στο σύνολο του κλάδου μου. Για να λειτουργήσουμε όμορφα, με αγάπη και ομόνοια και  κυρίως για το καλό του επιβατικού μας κοινού.  Όλοι απολαμβάνουμε σήμερα αυτό που κερδήθηκε. Η ενιαία έδρα δηλαδή που έφερε για όλους όφελος.
 


Σήμερα, έτσι που έχει εξελιχθεί η τεχνολογία θα μπορούσατε να εργαστείτε και να την παρακολουθήσετε;
Αμέ, θα μπορούσα. Γιατί και τότε είχαμε κάνει πρωτοποριακά πράγματα εμείς ως κλάδος. Να σας θυμίσω το Ράδιο Ταξί. Όταν εμείς είχαμε αρχίσει να το εφαρμόζουμε και να το επεκτείνουμε, δεν υπήρχε σε άλλες περιοχές της χώρας. Τα κομπιούτερ και τα τάμπλετ που βλέπουμε επίσης σήμερα είναι πρωτοποριακά. Μπορεί να είμαι μεγάλος σε ηλικία, αλλά όλα τα παρακολουθώ. Ένας συνάδελφός μου σήμερα, μπορεί να  ξέρει βλέποντας το κινητό του τηλέφωνο, πόση ώρα κάνει να έρθει στη Ρόδο το αεροπλάνο που ξεκίνησε από Αυστρία! Είναι όμορφα πράγματα. Τότε ήταν αλλιώς, πιο δύσκολα, αλλά από άλλη άποψη υπήρχε μια άλλη ομορφιά που καμιά φορά σήμερα την γυρεύουμε.

Αν ο χρόνος γυρνούσε πίσω, θα διαλέγατε να κάνετε ξανά αυτό το επάγγελμα;
Εγώ γεννήθηκα οδηγός. Δεν το απαρνούμαι το επάγγελμά μου. Και θα πεθάνω συνταξιούχος του ΤΣΑ.  Κι ας παίρνουμε σύνταξη 438 ευρώ (από τα 600 που παίρναμε).

Αν ένα νέο παιδί, ένα εγγόνι σας, σάς ρωτούσε αν αξίζει να γίνει επαγγελματίας οδηγός σήμερα, τι θα συμβουλεύατε;
Καλό είναι να γίνει. Έχει τρία καλά πράγματα το ταξί:
1) Δεν έχεις ρολόι στο χέρι σου, αφού είσαι ανεξάρτητος να δουλέψεις εσύ όσο θέλεις, όποτε θέλεις κι όσο μπορείς.
2) Είναι ένα μαγαζί 24 ωρών
3) Και παίρνεις τον κόπο σου μετρητοίς. Είναι στην τσέπη σου, ζεστό χρήμα. 
Μπορεί σήμερα να μην έχει τόσα χρήματα το ταξί για να γίνει κάποιος πλούσιος, αλλά δεν θα πεινάσεις κιόλας. Έτσι το βλέπω εγώ τουλάχιστον. Ο κόσμος  νομίζει ότι οι ταξιτζήδες τρώνε με χρυσά κουτάλια. Είναι λάθος αυτό. Σήμερα δεν είναι. Παλεύουμε με το μεροκάματο, το άγχος, την αγωνία και τις ζημιές.