Το χελιδονόπτερο: Όπως η στρουθοκάμηλος

Γράφει η  Ρένα Στεφανάκη
Φιλόλογος

 

Το πρόσωπο της μάνας του στην εφημερίδα λεμόνι που δεν μπορείς να στύψεις. Πορώδες απ’ έξω κι από μέσα αδιάβατο. Κάτωχρη η απουσία από την εικόνα της.

Όχι, δεν είναι αυτή η μάνα του. Είναι μια άλλη η ηλικιωμένη στο πρωτοσέλιδο. Για κίτρινη είδηση πρόκειται. Μια  ιστορία διασυρμού, επινόηση διεστραμμένου αντιπάλου.

Πρώτα απ’ όλα η μάνα του ήταν ροδαλή, όταν τον περίμενε να μιλήσει. Η προσμονή της αμυγδαλιά μήνα Μάρτιο. Κι όταν τον έβαζε στο κρεβάτι να κοιμηθεί και ξεροστάλιαζε ν’ ακούσει την καληνύχτα, που στη δική του γλώσσα ήταν βαθύσκιωτη, άναβαν τα λαμπάκια από χιλιάδες δέντρα πολύ πριν φανούν  Χριστούγεννα.

Λεύκα ήταν η δική του μάνα. Με τον κορμό της καμαρωτό. Και τις στιγμές που λυσσομανούσαν οι αέρηδες της διπλανής πόρτας έριχνε τα κλαδιά της, όπως οι πυργοδέσποινες την εβένινη κόμη. Ανέβα του ‘λεγε. Η σιωπή θροΐζει. Μάθε τους να σ’ ακούνε, όταν σωπαίνεις. Η σιωπή λέει πάντα την αλήθεια .

Γιατί δε μιλάει το παιδί, με ρωτάνε. Γιατί ξέρει να λέει την αλήθεια της σιωπής. Κι η στρουθοκάμηλος  δεν πετάει. Την ρώτησαν ποτέ γιατί τα φτερά τα ‘χει για λούσο; Την ρώτησαν οι κυνηγοί; Δεν είναι άδικο να σκοτώνεις μια κοκέτα και να δημοπρατείς την περιουσία της; 

Το παιδί άργησε να μιλήσει. Περνούσαν οι μέρες. Οι μήνες  έγιναν χρόνια και συνοφρύωση και κηλίδες ντροπής. Έτρεχαν στο πρόσωπο…. στα σεντόνια… στους εφιάλτες ...στους χάρτες. Δεν αντέχω άλλο, Κώστα. Να φύγουμε από ‘δω. Οι πόρτες έκλεισαν... Γιατί δεν μιλάει τo παιδί; Τα παράθυρα έγιναν αυτιά και μάτια. Δεν μιλάνε οι αυτιστικοί, να γιατί. Γιατί δεν μας το λένε;

Τα σπίτια των άλλων κουνούσαν συγκαταβατικά το κεφάλι. Ήταν των άλλων τώρα. Γείτονες, φίλοι, συγγενείς…. ήταν οι άλλοι τώρα. Γυαλιά ηλίου μπήκαν στη θέση των ματιών.

Άλλαζαν συχνά σχήμα και διαστάσεις. Άλλαζαν κελί. Γιατί δεν κοιτάει το παιδί; Κάποια μορφή υστέρησης είναι. Άλλος ένας νεκρός εγκέφαλος. Φρόντισε να τον θάψεις με τις πρέπουσες τιμές. Στα νεκροταφεία των πληβείων.

Το πρόσωπο της μάνας του στην εφημερίδα δεν ήταν πια της μάνας του. Ήταν το δικό του. Δυσκολεύτηκε να το αναγνωρίσει. Πρόσωπο που το καίει κίτρινος πυρετός. Τι να το κάνει μετά από τόσα χρόνια; Να το κρύψει στην άμμο; Κι αυτή τη μάνα, πού να την πάει μετά από ‘δω;